Ὁ Θεὸς


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Π

ροσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε ἑρμηνευτικῶς τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ μελετοῦμε ἐπισταμένως τὸν πρῶτο στίχο της: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Γεν. α΄ 1). 

Πρόκειται γιὰ τὸν πρῶτο στίχο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατ' ἐπέκτασιν δὲ ὁλοκλήρου τῆς Βίβλου (Ἁγία Γραφή). Χωρίσαμε τὸν στίχο αὐτὸν σὲ τέσσερα μέρη:

Ἐν ἀρχῇἐποίησεν ὁ Θεὸς ‖ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Μιλήσαμε γιὰ τὸ «Ἐν ἀρχῇ» καὶ τὸ «ἐποίησεν». Εἴπαμε ὅτι ὁ κόσμος ἔχει ἀρχή, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ χρόνου (χρονικὴ ἀρχή), ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς δημιουργίας του ἀπὸ τὸν Θεὸν (δημιουργικὴ ἀρχή). Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ποιητὴς («ἐποίησεν»). Δὲν εἶναι ἐφευρέτης σχημάτων, ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ Μ. Βασίλειος.

*

Τώρα ἂς ἔλθουμε νὰ ἐξετάσουμε τὸ τρίτο μέρος τοῦ στίχου, τὴν ὀνοματικὴ φράση ὁ Θεός, τὸ ὑποκείμενο δηλαδὴ τῆς προτάσεώς μας (στίχος). Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Ἀλλὰ τί εἶναι ὁ Θεός; 

Συναντοῦμε τὸ τόσο καίριας σημασίας αὐτὸ ὄνομα στὸν πρῶτο κιόλας στίχο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ προσεγγίσουμε. Δὲν εἶναι εὔκολο, καθὼς μᾶς εἶναι ἄγνωστο τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως, ἡ σημασία ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ρίζα της· ἐνῷ εἶναι πολυάριθμες οἱ παρετυμολογίες της.

Κάποιοι γλωσσολόγοι τὴν σχετίζουν μὲ τὸ σανσκριτικὸ deva, τὸ ὁποῖο μαζὶ μὲ τὸ λατινικὸ deus καὶ τὸ ἑλληνικὸ Ζεὺς / Δίας ἔχουν κοινὴ ρίζα.

Ἄλλοι διακρίνουν σχέση μὲ τὴν ρίζα θεσ-, ἀπ’ ὅπου μεταξὺ ἄλλων καὶ οἱ γνωστὲς λέξεις θέσφατος θεσπέσιος, θεσπίζω, θέσπισμα κ.ἄ.

Φαίνεται πάντως πὼς ἡ ρίζα εἶναι ἰνδοευρωπαϊκὴ (ἰαπετική, ὅπως τὴν ἔλεγαν παλαιότερα). Δὲν θὰ ποῦμε περισσότερα πάνω σ’ αὐτό· εἶναι ἀρκετὰ εἰδικὸ καὶ περίπλοκο γλωσσολογικὸ ζήτημα. Θὰ ἀναφέρουμε μόνο κάποιες σχετικὲς ἐτυμολογικὲς ἐκδοχές. 

Κατὰ τὸν Πλάτωνα λοιπὸν τὸ ὄνομα θεὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα θέω, ποὺ σημαίνει τρέχω. Τὴν θέση αὐτὴ ἀναπτύσσει στὸν διάλογό του Κρατύλος, ὅπου πραγματεύεται τὴν φύση τῶν ὀνομάτων. Ἐκεῖ θέτει στὸ στόμα του ἀγαπημένου του διδασκάλου Σωκράτους τὰ ἑξῆς:

«Τοιόνδε τοίνυν ἔγωγε ὑποπτεύω· φαίνονταί μοι οἱ πρῶτοι τῶν ἀνθρώπων τῶν περὶ τὴν Ἑλλάδα τούτους μόνους [τοὺς θεοὺς] ἡγεῖσθαι οὕσπερ νῦν πολλοὶ τῶν βαρβάρων, ἥλιον καὶ σελήνην καὶ γῆν καὶ ἄστρα καὶ οὐρανόν· ἅτε οὖν αὐτὰ ὁρῶντες πάντα ἀεὶ ἰόντα δρόμῳ καὶ θέοντα, ἀπὸ ταύτης τῆς φύσεως τῆς τοῦ θεῖν «θεοὺς» αὐτοὺς ἐπονομάσαι· ὕστερον δὲ κατανοοῦντες τοὺς ἄλλους πάντας ἤδη τούτῳ τῷ ὀνόματι προσαγορεύειν. Ἔοικέ τι ὃ λέγω τῷ ἀληθεῖ ἢ οὐδέν;» (Πλάτων, Κρατύλος, 397d).

Δηλαδή· «Ἐγὼ κάτι τέτοιο ὑποπτεύομαι. Μοῦ φαίνεται ὅτι οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι στὴν Ἑλλάδα πίστευαν μόνο σ’ αὐτοὺς τοὺς θεούς, στοὺς ὁποίους σήμερα πιστεύουν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, δηλαδὴ στὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴν γῆ, τὰ ἄστρα καὶ τὸν οὐρανό. Καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπαν ὅλα αὐτὰ νὰ κινοῦνται πάντοτε μὲ ταχύτητα καὶ νὰ τρέχουν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν φυσικὴ ἰδιότητα τοῦ τρέχω (θέω) ὀνόμασαν αὐτοὺς θεούς¹. Καὶ ἀργότερα, ὅταν ἀναγνώρισαν ὅλους τοὺς ἄλλους, στὸ ἑξῆς πιὰ τοὺς ὀνόμασαν μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα. Μοιάζει κάπως σὰν ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ λέω ἢ ὄχι;» 

¹ Στὴν ἀστρολογία θεοὶ εἶναι οἱ ἀστέρες.

Καὶ ὁ Ἑρμογένης ἀπαντᾶ: «Πάνυ μὲν οὖν ἔοικεν» (πολὺ μάλιστα, μοῦ φαίνεται).

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Πλάτωνος, θεὸς εἶναι ὁ ἀεὶ κινούμενος, ὁ ἐνεργῶν, ὁ δραστήριος.

Κατ’ ἄλλην ἐκδοχὴ ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ αἴθω, ποὺ σημαίνει καίω (ἀλλὰ καὶ καίγομαι, φλέγομαι), ἀναλάμπω· πιθανῶς ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἡ λέξη αἰθήρ. Θεὸς εἶναι ὁ λάμπων, ὁ λαμπρός, ὁ ἀκτινοβόλος. Στὸ Δευτερονόμιο (δ΄ 24, θ΄ 3) διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «πῦρ καταναλίσκον» (βλ. καὶ Ἑβρ. ιβ΄ 29).

Κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν τὸ ὄνομα θεὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα θεῶμαι-άομαι, ποὺ σημαίνει ὁρῶ, βλέπω, θεωρῶ. Ἡ ρίζα ἐδῶ εἶναι τὸ θε-, ἀπ’ ὅπου καὶ οἱ λέξεις θεά, θέα, θεωρία. Ὁ θεὸς λέγεται ἔτσι, διότι εἶναι ὁ ὁρατός, ὁ φανερός· ἀλλὰ καὶ ὁ ὁρῶν, ὁ ἐποπτεύων.

Ἔχει διατυπωθεῖ ἐπίσης καὶ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα θῶ, ποὺ σημαίνει κατασκευάζω, ποιῶ: ἀπὸ τὸ θῶ παράγεται τὸ θὸς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸ θεός· διότι ὁ θεὸς εἶναι ὁ πάντων ποιητὴς καὶ ὁ τῆς τῶν πάντων κατασκευῆς αἴτιος.

Ἀπ' ὅλες τὶς ἔννοιες ποὺ συνέλαβε ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, ὑψηλότερη εἶναι αὐτὴ τοῦ θεοῦ. Δὲν πρόκειται γιὰ κάτι ποὺ ἔγινε ἐξ ἀρχῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἡ διάνοιά του σκοτίσθηκε. Ἄρχισε νὰ πιστεύει ὅτι στὴν φύση καὶ στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ ἐπιδροῦν κατὰ ὠφέλιμο ἢ βλαβερὸ τρόπο ἀόρατες ὑπερφυσικές, ὑπὲρ ἄνθρωπον δυνάμεις. Ὑπῆρχε βέβαια σὲ κάποιους λαοὺς ἡ ἀντίληψη ὅτι ὑπέρκειται αὐτῶν τῶν δυνάμεων ἕνα ὑπέρτατο ὄν, ὅμως αὐτὸ δὲν ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς ζωῆς.

Σὺν τῷ χρόνῳ αὐτὲς οἱ ὑπερφυσικὲς δυνάμεις ἄρχισαν νὰ νοοῦνται ὡς δαίμονες (numina) — ὄχι μὲ τὴν χριστιανικὴ ἔννοια, ἀλλὰ μὲ ἐκείνη τῶν ἀπρόσωπων ἢ καὶ ἡμιπροσωποποιημένων ἐνεργειῶν.

Σὲ πολλοὺς κατὰ φύσιν λαοὺς ἐπίσης αὐτὲς οἱ δυνάμεις ἄρχισαν νὰ συγχέονται μὲ τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀπαντᾶ τὸ φαινόμενο τῆς προγονολατρείας (λατρεία προγόνων).

Πίστευαν ὅτι οἱ ἐν λόγῳ δυνάμεις ἐπενεργοῦν καὶ μέσῳ τῶν αἰσθητῶν. Ἔτσι, φυσικὰ ἀντικείμενα, ζῶα ἢ φυτὰ θεωροῦνταν ὡς φορτισμένα μὲ ἱερὰ δύναμη καὶ τιμοῦνταν ὡς προστάτες τῆς φυλῆς· σὰν νὰ ἦταν τὸ φυλακτό της. Πρόκειται γιὰ τὰ γνωστὰ Totem (ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὶς ἰνδιάνικες φυλὲς τοῦ Καναδᾶ). Ἡ πίστη καὶ ἡ λατρεία σ’ αὐτὰ ὀνομάζεται Τοτεμισμός.

Μὲ τὰ Totem συνδέονται καὶ τὰ Tabu. Ἡ λέξη σημαίνει πρόσωπα, τόπους, πράγματα ποὺ θεωροῦνται ἱερὰ ἢ καὶ ἐπικίνδυνα ἀκόμη. Συγχρόνως σημαίνει καὶ τὴν ἱερὰ ἀπαγόρευση τῆς χρήσεως ἢ ἐπαφῆς μὲ αὐτά, ὥστε νὰ προφυλαχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν δύναμή τους· καθόσον ἡ παραβίαση ἑνὸς Tabu μπορεῖ νὰ ἐπιφέρει συμφορές, ἀσθένειες, πνευματικὲς βλάβες: ὅποιος τὰ πλησιάζει ἄκριτα, «καίγεται». 

Στὶς φυσικὲς θρησκεῖες δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσει κανεὶς τὰ ἱερὰ πρόσωπα (βασιλεύς, ἱερεύς), ἀλλὰ οὔτε τὰ πράγματα ποὺ ἐκεῖνοι ἄγγιξαν· σὲ κάποιες περιπτώσεις δὲ οὔτε κἂν νὰ τὰ κατονομάσει ἐπιτρέπεται. Ἀπαγορεύεται ἐπίσης νὰ χρησιμοποιήσει ὡς τροφὴ κρέας ἱερῶν ζώων, νὰ καταναλώσει γενικῶς ἱερὲς τροφές· μόνον οἱ μυημένοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν. Ὑπάρχουν ἱερὰ δένδρα ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ ὁ καθένας νὰ κόψει καρπό· πηγὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀντλήσει νερό. Tabu ἀκόμη μπορεῖ νὰ εἶναι ἱερὰ ὀνόματα, ἡμέρες, χρονικὲς περίοδοι (ἰδίως ἐν σχέσει πρὸς σεληνιακὰ φαινόμενα), τὰ σώματα τῶν ἀσθενῶν ἐπίσης καὶ προπαντὸς τῶν νεκρῶν². Πολλὰ εἶναι, τέλος, τὰ Tabu ποὺ συνδέονται μὲ τὸ γενετήσιο ἔνστικτο. 

² Ἐδῶ ἔχουμε ἀμινιστικὲς ἀντιλήψεις, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα κακοποιῶν πνευμάτων ἢ δυνάμεων ποὺ διεισδύουν στὸν ὀργανισμό. Γενικῶς τὰ Tabu προέρχονται ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι τὰ ἀπαγορευμένα πρόσωπα ἢ ἀντικείμενα φέρουν ἰσχυρὲς καὶ πολὺ ἐπικίνδυνες μαγικὲς δυνάμεις δαιμονικοῦ χαρακτῆρος (Mana), οἱ ὁποῖες μεταδίδονται μολυσματικῶς μέσῳ τῆς ἐπαφῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἀντισταθμισθοῦν ἀπὸ ἄλλες ἀντίρροπες (πάλι μαγικὲς φυσικὰ) δυνάμεις, οἱ ὁποῖες καθιστοῦν ἱκανὸν τὸν ἄνθρωπο νὰ πλησιάσει τὸ Tabu.  

Οἱ παραβάτες τῶν ἀπαγορεύσεων αὐτῶν μετατρέπονται οἱ ἴδιοι σὲ Tabu, μὲ ἀποτέλεσμα ἢ νὰ θανατωθοῦν ἢ νὰ ἐξοβελισθοῦν ἀπὸ τὴν κοινότητα.

Σήμερα τὴν λέξη ταμποὺ τὴν χρησιμοποιοῦμε μεταφορικὰ γιὰ κάτι ποὺ εἶναι κοινωνικῶς ἀπαγορευμένο λόγῳ ἠθικῶν περιορισμῶν, προκαταλήψεων κ.λπ. Ὡστόσο, οἱ σχετικὲς μὲ τὰ τομὲμ καὶ τὰ ταμποὺ θρησκευτικὲς πρακτικὲς ἐπιβιώνουν σὲ παραδοσιακὲς κοινωνίες, ὅπως εἶναι κάποιες φυλὲς τῆς Ἀφρικῆς, ἰθαγενεῖς τῆς Ἀμερικῆς, οἱ Ἀβορίγινες τῆς Αὐστραλίας. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ τὰ νεοπαγανιστικὰ κινήματα μέσῳ τῶν ὁποίων ἀναβιώνουν οἱ ἀντιλήψεις αὐτές. 

Πέραν τούτων ὅμως σήμερα λατρεύονται καὶ ἄλλου εἴδους Totem: διασημότητες, συλλογικότητες, ἰδεολογίες, κοινωνικὰ ρεύματα κ.ἄ. Οἱ πρωτόγονες θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις καὶ πρακτικὲς δηλαδή, ποὺ παραπάνω περιγράψαμε, δὲν ἔπαψαν ποτὲ νὰ ἐπηρεάζουν συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα τοὺς ἀνθρώπους. Τὴν μὲ ἀσυνείδητες ψυχικὲς δομὲς σύνδεσή τους προσπάθησε νὰ ἑρμηνεύσει καὶ ὁ πολὺς Φρόϋντ στὸ περιώνυμο ἔργο του Totem und Tabu (Τοτὲμ καὶ Ταμπού).

Ὅλα ὅσα μέχρι στιγμῆς περιγράψαμε, ἀποτελοῦν τὸ προθεϊτικὸ στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Κατόπιν περνοῦμε στὸ θεϊτικό.

Ἐδῶ οἱ μαγικὲς ἀπρόσωπες δυνάμεις προσωποποιοῦνται, ἀποκτοῦν ὄνομα, βούληση, ἰδιότητες. Συλλαμβάνεται ἡ ἰδέα τοῦ θεοῦ ὑπὸ τὴν μορφὴ τοῦ πολυθεϊσμοῦ στὴν ἀρχὴ καὶ ἀργότερα τοῦ μονοθεϊσμοῦ. Ὁ κάθε λαὸς βέβαια διαμορφώνει τὴν περὶ θεοῦ ἔννοια ἀναλόγως πρὸς τὸ πολιτιστικὸ καὶ πνευματικό του ἐπίπεδο.

Στὴν Αἴγυπτο, γιὰ παράδειγμα, περνοῦμε σχετικὰ νωρὶς ἀπὸ τὸν τοτεμισμὸ στὸ πολυθεϊσμό. Ἐδῶ λατρεύονται πολυάριθμες θεότητες. Ὡς ὑπέρτατοι θεοί, ἀνάμεσα στὸ ἀμέτρητο πλῆθος τῶν ἄλλων, ἀναγνωρίζονται ὁ Ὧρος, ὁ Ρᾶ καὶ ὁ  Ὄσιρις — ἡλιακοὶ οἱ δύο πρῶτοι, θεὸς τῶν νεκρῶν ὁ τρίτος. Ἀργότερα ἐπεβλήθη ἀπὸ τὸν Φαραὼ ἡ λατρεία τοῦ κριόμορφου θεοῦ Ἄμμωνος. Στὰ χρόνια τῶν Πτολεμαίων εἰσήχθη ὡς νέος θεὸς ὁ Σέραπις (ἀπομίμησις τοῦ Πλούτωνος), ἐνῷ στὰ χρόνια τῶν Ρωμαίων λατρεύθηκε μεταξὺ τῶν ἄλλων μυστηριακῶν θεοτήτων καὶ ἡ Ἶσις. Ἡ λατρεία τῶν ἐπιχωρίων ἐν Αἰγύπτῳ θεῶν διήρκεσε μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ.

Πολλοὺς θεοὺς ὁμοίως ἐλάτρευσαν οἱ Ἀσσύριοι καὶ οἱ Βαβυλώνιοι. Οἱ θεοί τους ἀντιπροσώπευαν κυρίως κοσμογονικὰ στοιχεῖα καὶ δυνάμεις τῆς φύσεως, δαίμονες καὶ πνεύματα. Στὸ πάνθεον τῶν λαῶν αὐτῶν περιλαμβάνονταν καὶ θεοποιηθέντες ἄνθρωποι, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, ὁ Marduk, πρῶτος βασιλιὰς τῶν Βαβυλωνίων. Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι οἱ θεότητες τῶν Ἀσσυροβαβυλωνίων συναποτελοῦσαν τριαδικὰ συστήματα. Τὴν ὑψίστη τριάδα συναπήρτιζαν ὁ θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, ὁ θεὸς τῆς γῆς καὶ ὁ θεὸς τῶν ἀβύσσων. Τὸ πάνθεον περιελάμβανε καὶ θηλυκὲς θεότητες (δευτερευούσης ὅμως σημασίας), καθὼς καὶ ζωόμορφες (ἔφεραν συνήθως μορφὴ λέοντος, ταύρου καὶ ἰχθύος). Ὑπολογίζεται ὅτι κατὰ τὸν 9ο αἰ. π.Χ. στὰ μέρη ἐκεῖνα λατρεύονταν περὶ τὶς 7.000 θεότητες!

Τὸ ἴδιο καὶ στὴν χώρα τῶν Φοινίκων. Ἀργότερα δὲ καὶ στὴν Καρχηδόνα. Οἱ θεότητες αὐτὲς ἔφεραν τὰ ὀνόματα El, Baal (πληθ. Baalim) Melek (βασιλεύς), Adon (κύριος), ἀναγνωρίζονταν δὲ καὶ ἀπὸ τοὺς Φιλισταίους³ καὶ τοὺς Χαναναίους. Καὶ ἐδῶ ὑπῆρχαν θηλυκὲς θεότητες, μὲ πιὸ γνωστὴ τὴν Ashtoret (Ἀστάρτη), ποὺ στοὺς Ἕλληνες ἔγινε Ἀφροδίτη.

³ Νὰ ποῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι οἱ Φιλισταῖοι λάτρευαν τὸν θεὸ Baal-Zebub. Ἐκ συνεκφορᾶς τοῦ συνθέτου αὐτοῦ ὀνόματος προέκυψε τὸ γνωστὸ Βεελζεβούλ.

Οἱ θεοί, κατὰ τὴν ἀντίληψη τῶν Φοινίκων, διέμεναν στὶς κορυφὲς τῶν ὀρέων, στὰ δένδρα καὶ στὶς πέτρες. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ μαρτυρεῖ ὑπόλειμμα φετιχισμοῦ, τῆς τάσεως δηλαδὴ γιὰ θεοποίηση ἀντικειμένων καὶ ἀποδόσεως σὲ αὐτὰ ὑπερφυσικῶν δυνάμεων. Ἐπιβιώματα ἐπίσης τοτεμισμοῦ καὶ ζωολατρίας δὲν εἶναι ἄγνωστα στὴν φοινικικὴ θρησκεία.

 Ἡ λέξη φετίχ, ποὺ δηλώνει ἀντικείμενο λατρείας, προῆλθε ἀπὸ τὸ πορτογαλικὸ feitiço ποὺ σημαίνει μαγγανεία. Ἡ διαφορὰ τοῦ φετὶχ ἀπὸ τὸ τοτὲμ (σὲ ἁδρὲς γραμμὲς) εἶναι ὅτι τὸ πρῶτο ἔχει περισσότερο ἀτομικὸ χαρακτῆρα (π.χ. ἀτομικὸ φυλακτό), ἐνῷ τὸ τοτέμ, συλλογικὸ (π.χ. ὁ πρόγονος ὡς προστάτης τῆς φυλῆς)· τὸ δὲ ταμποὺ συνιστᾶ ἱερὰ ἀπαγόρευση (τὸ φετὶχ χρησιμοποιεῖται, τὸ ταμποὺ ἀπαγορεύει).

Ἄγνωστα ἐπίσης δὲν εἶναι τὰ ἐπιβιώματα τῆς φετιχιστικῆς καὶ τοτεμικῆς περιόδου οὔτε στὴν ἑλληνικὴ θρησκεία. Ὅπως εἴδαμε στὸν Κρατύλο τοῦ Πλάτωνος, στὴν ἀρχὴ οἱ Ἕλληνες λάτρευαν ὡς θεοὺς τὰ οὐράνια σώματα. Ἀργότερα συνέλαβαν ὑψηλότερες περὶ θείου ἰδέες. Τελικὰ ἐπεκράτησε ὁ πολυθεϊσμὸς — ἂν καὶ ἡ φιλοσοφικὴ διανόηση ἔτεινε πάντοτε πρὸς τὸν μονοθεϊσμό.

Οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων προέρχονταν κυρίως ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους θεοὺς τῶν Ἰνδοευρωπαίων. Ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπεράνθρωπα ὄντα τὰ ὁποῖα οἱ Ἕλληνες δήλωναν μὲ τὴν λέξη δαίμων, μόνο τὰ ἀνώτερα ἀνεγνώριζαν ὡς θεούς. Τὰ ὑπόλοιπα ἦταν ἁπλῶς δαίμονες, ἡμίθεοι, ἥρωες. Ὑπῆρχαν οἱ νέρτεροι θεοὶ (οἱ κάτωθεν, οἱ χθόνιοι) καὶ οἱ οὐράνιοι. Καὶ βέβαια οἱ δώδεκα θεοὶ (οἱ μεγάλοι). Τὴν λέξη θεὸς χρησιμοποιοῦσαν καὶ γιὰ τὶς θήλειες θεότητες, ἀντὶ τοῦ θεά, θέαινα. Νὰ ποῦμε ὅτι καὶ στὴν ἑλληνικὴ θρησκεία μαρτυρεῖται θεοποίηση ἀνθρώπων. Ὁ πρῶτος στὸν ὁποῖο ἀποδόθηκαν θεῖες τιμές, ὑπῆρξε ὁ Σπαρτιάτης Λύσανδρος.

Στὸν Ὅμηρο ἡ λέξη θεός, ὅταν χρησιμοποιοῦνταν ὑπὸ τὴν γενικὴ σημασία ἢ στὸν πληθυντικὸ ἀριθμὸ (θεοί), σήμαινε τὴν θεότητα. Ὑπὸ μερικὴ σημασία σήμαινε κάποιον ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θεοὺς τῶν ἀρχαίων. Ὁ Ζεὺς ἦταν πατὴρ ἀνθρώπων καὶ θεῶν: «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε» ( Ὅμηρος, Ἰλιὰς Α΄ 544 ).

Γιὰ τὸν Ἡρόδοτο οἱ Πελασγοὶ ὀνόμασαν ἔτσι τοὺς θεούς, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἔθεσαν τάξη καὶ ἁρμονία σὲ ὅλα πράγματα καὶ ὅρισαν τοὺς νόμους: «ὅτι κόσμῳ θέντες τὰ πάντα πρήγματα καὶ πάσας νομὰς εἶχον» (Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι Β΄ [Εὐτέρπη] 52,1).

Γιὰ νὰ δηλώσουν οἱ ἀρχαῖοι γενικῶς τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ ἢ τῆς ὑψίστης θεότητος, χρησιμοποιοῦσαν ἀνάρθρως τὸ ὄνομα θεὸς (καὶ ἐμεῖς τὸ κάνουμε· λέμε, γιὰ παράδειγμα, «ὑπάρχει Θεὸς καὶ βλέπει»). 

Οἱ θεοὶ γιὰ τοὺς ἀρχαίους εἶναι αὐτοὶ ποὺ κυβερνοῦν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅλα τὰ καλὰ καὶ κακά, τὰ ἀπροσδότητα κ.λπ. ἀπὸ αὐτοὺς προέρχονται. Τὸ ἐπίρρημα «θεόθεν» (ἐκ τῶν θεῶν) ἀντανακλᾶ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀντίληψη. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκφράσεις ὅπως «σὺν θεῷ», «ἄνευ θεοῦ» (Λατ. non sine diis), «οὐ θεῶν ἄτερ», «ὑπὲρ θεὸν» (ἐναντίον τοῦ θελήματος τοῦ θεοῦ), «κατὰ θεόν τινα» (Λατ. divinitus), «ἂν θεὸς θέλῃ», «ἂν θεοὶ θέλωσιν», «θεῶν συνεθελόντων», «θεῶν βουλομένων» (Λατ. diis favertibus), «θεοῦ θέλοντος», «πρὸς θεῶν» (ἐν ὀνόματι τῶν θεῶν)· καθὼς ἐπίσης καὶ ἐκφράσεις ὅπως «ὕει (βρέχει) ὁ θεὸς» (δηλαδὴ ὁ Ζεύς)· «ἔσεισεν ὁ θεὸς» (ὁ Ποσειδῶν).

Εἶναι ἀξιοσημείωτο καὶ ἀξιοθαύμαστο ὅτι τὰ ἴδια ἀκριβῶς λέμε κι ἐμεῖς σήμερα. Ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη συνέχεια του.

Ἂς δοῦμε ὅμως πῶς ἀντιλαμβάνονταν καὶ φιλοσοφικῶς οἱ ἀρχαῖοι τὸν θεό· ἦταν γι' αὐτοὺς ἡ ἐνυπάρχουσα λογικὴ ἀρχὴ ποὺ κυβερνᾶ τὸν κόσμο. Παραθέτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Διογένη Λαέρτιο. Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ θεμελιώδη πηγὴ κατανόησης τῶν περὶ τοῦ θείου ἀντιλήψεων τῶν στωϊκῶν φιλοσόφων — ἀλλ' ὄχι μόνον.

«Θεὸν δ' εἶναι ζῷον ἀθάνατον, λογικόν, τέλειον ἢ νοερὸν ἐν εὐδαιμονίᾳ, κακοῦ παντὸς ἀνεπίδεκτον, προνοητικὸν κόσμου τε καὶ τῶν ἐν κόσμῳ· μὴ εἶναι μέντοι ἀνθρωπόμορφον. Εἶναι δὲ τὸν μὲν δημιουργὸν τῶν ὅλων καὶ ὥσπερ πατέρα πάντων κοινῶς τε καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ τὸ διῆκον διὰ πάντων, ὃ πολλαῖς προσηγορίαις προσονομάζεται κατὰ τὰς δυνάμεις. Δία μὲν γάρ φασι δι' ὃν τὰ πάντα, Ζῆνα δὲ καλοῦσι παρ' ὅσον τοῦ ζῆν αἴτιός ἐστιν ἢ διὰ τοῦ ζῆν κεχώρηκεν, Ἀθηνᾶν δὲ κατὰ τὴν εἰς αἰθέρα διάτασιν τοῦ ἡγεμονικοῦ αὐτοῦ, Ἥραν δὲ κατὰ τὴν εἰς ἀέρα, καὶ Ἥφαιστον κατὰ τὴν εἰς τὸ τεχνικὸν πῦρ, καὶ Ποσειδῶνα κατὰ τὴν εἰς τὸ ὑγρόν, καὶ Δήμητραν κατὰ τὴν εἰς γῆν· ὁμοίως δὲ καὶ τὰς ἄλλας προσηγορίας ἐχόμενοί τινος οἰκειότητος ἀπέδοσαν» (Διογένης Λαέρτιος, Ζ΄ [Ζήνων] 147).

Ὁ θεός, μᾶς λέει τὸ τόσο ἀντιπροσωπευτικὸ αὐτὸ κείμενο, εἶναι ὂν ἀθάνατο, λογικὸ καὶ τέλειο, νοερὸ καὶ μακάριο (ζεῖ στὴν ἀπόλυτη εὐδαιμονία). Εἶναι ἀνεπίδεκτο παντὸς κακοῦ (καὶ ἀπρόσβλητο ἀπὸ κάθε κακό). Εἶναι  ἐπίσης προνοητικὸ (προνοεῖ) γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ ὅσα ὑπάρχουν μέσα στὸν κόσμο. Δὲν εἶναι ὅμως ἀνθρωπόμορφο. Ὁ θεὸς εἶναι δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ κατὰ κάποιον τρόπο κοινὸς πατέρας ὅλων (ἀρχὴ τῶν πάντων). Μὲ τὴν λέξη θεὸς ὅμως ἐννοεῑται καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἑαυτοῦ του (μέρος τῆς φύσεώς του, τῆς θεότητος) ποὺ διαπερνᾶ τὰ πάντα, διαχέεται παντοῦ. Γι’ αὐτὸ ἔχει καὶ πολλὰ ὀνόματα. Τὸν λένε Δία, ἐπειδὴ δι’ αὐτοῦ ὑπάρχουν τὰ πάντα. Τὸν καλοῦν Ζῆνα (Ζεύς), καθ’ ὅσον εἶναι αἴτιος τῆς ζωῆς ἢ ἐπειδὴ ἐκτείνεται διὰ τῆς ζωῆς (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν, γίνεται διακριτός). Τὸν ἀποκαλοῦν Ἀθηνᾶ κατὰ τὸ ὅτι ἐπεκτείνει στὸν αἰθέρα τὸ ἡγεμονικό του μέρος· Ἥρα δὲ ἐπειδὴ ἐπεκτείνει αὐτὸ στὸν ἀέρα· Ἥφαιστο ἐπειδὴ τὸ ἐπεκτείνει στὸ τεχνικό πῦρ· Ποσειδῶνα διότι τὸ ἐπεκτείνει στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο· καὶ Δήμητρα ἐπειδὴ τὸ ἐπεκτείνει στὴν γῆ. Μὲ ὅμοιο τρόπο ἀπέδωσαν καὶ τὶς ἄλλες προσηγορίες (ὀνομασίες) στοὺς θεούς· τὶς ἀπέδωσαν δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν οἰκειότητα τῶν ὀνομασιῶν αὐτῶν πρὸς τὶς διάφορες ἰδιότητες τῶν θεῶν.

Ἐδῶ σκιαγραφεῖται, εἰδωλολατρικῷ τῷ τρόπῳ βέβαια, ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός.

Παρότι ἡ θέση εἶναι πανθεϊστικὴ (ὅλα εἶναι θεία οὐσία, ὁ Θεὸς ταυτίζεται μὲ τὸ σύνολο τῆς πραγματικότητος, μὲ τὰ πάντα), ἔχουμε καὶ ἐδῶ σκιαγράφηση τῆς ἀλήθειας ὅτι ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του βρίσκεται παντοῦ μέσα στὸν κόσμο, εἶναι «πανταχοῦ παρών». Στὴν ἔκφραση δηλαδὴ «μέρος αὐτοῦ» γίνεται σκιωδῶς ἀναφορὰ στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

Οἱ πολλαπλὲς αὐτὲς ὀνομασίες δὲν ἀντιπροσωπεύουν ξεχωριστὲς ὀντότητες, ἀλλὰ διαφορετικὲς ὄψεις, δυνάμεις ἢ ἐκφάνσεις τοῦ ἑνὸς θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἑνιαῖος· καὶ βέβαια, κατὰ τὴν εἰδωλολατρικὴ ἀντίληψη, ταυτίζεται μὲ τὸν (ἀπρόσωπο) λόγο ἢ τὴν φύση. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ κάθε ὀνομασία ἐκφράζει μία συγκεκριμένη λειτουργία τῆς θεότητος (Ζεὺς = αἰτία τῆς ζωῆς· Ἀθηνᾶ = αἰθήρ· Ἥρα = ἀήρ, κ.ο.κ.).

Γενικῶς στὶς θρησκεῖες τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ὄντα ποὺ ἔχουν ὑπερφυσικὲς δυνάμεις, ἐλέγχει καὶ ἐπηρεάζει συγκεκριμένο τομέα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἢ τῆς φύσεως (ὁ Ποσειδῶν εἶναι ὁ θεὸς τῆς θαλάσσης, ὁ Ἄρης τοῦ πολέμου, ὁ Βάκχος τοῦ οἴνου κ.ο.κ.).

*

Ὁ θεὸς λοιπὸν ὡς ἔννοια ἀποτελεῖ  τὸ ὑπέρτατο (προσωπικὸ ἢ μὴ προσωπικὸ) ὄν, στὸ ὁποῖο ἀποδίδεται προεχόντως ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἡ λειτουργία του καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ τελικοῦ σκοποῦ ὑπάρξεώς του. Ἐκεῖ συγκλίνουν ὅλα τὰ θρησκευτικὰ καὶ φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ κατὰ καιροὺς δημιουργήθηκαν. Διότι τὸ θεῖον ἔγινε ἀντικείμενο ἐνασχόλησης τόσο τῆς θρησκείας ὅσο καὶ τῆς φιλοσοφίας. Καὶ ἡ μὲν θρησκεία χρησιμοποίησε, ὅπως λένε, περισσότερο τὸ συναίσθημα, ἡ δὲ φιλοσοφία τὴν διάνοια γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ θεολογικοῦ ζητήματος. Θρησκεία βέβαια καὶ φιλοσοφία ἀείποτε ἀλληλοεπηρεάζονται. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ διάφορα θρησκευτικὰ συστήματα δὲν εἶναι ἄμοιρα φιλοσοφίας, οὔτε τὰ φιλοσοφικὰ ἐστερημένα θρησκευτικῶν ἀναφορῶν. Ἀκόμη καὶ οἱ ἄθεοι στὸν Θεὸ ἀναφέρονται. Τὸ φιλοσοφικό τους σύστημα (ἀθεϊσμὸς) δὲν εἶναι ἀκφαιφνῶς φιλοσοφικὸ — μὲ τὶς θρησκεῖες «παλεύει». Κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ συστήματα δὲν εἶναι ἀμιγῶς θρησκευτικὸ ἢ ἀμιγῶς φιλοσοφικό. Καὶ ὁ πολυθεϊσμὸς καὶ ὁ μονοθεϊσμὸς καὶ ὁ πανθεϊσμὸς (θεὸς καὶ κόσμος ταυτίζονται, δὲν ὑπάρχει ὁ προσωπικὸς Θεὸς) καὶ ὁ λεγόμενος πανενθεϊσμὸς (ὁ κόσμος ὑπάρχει μέσα στὸν Θεό, ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ταυτίζεται πλήρως μαζί του) καὶ ὁ δεϊσμὸς (ὁ Θεὸς δημιουργεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν παρεμβαίνει σ’ αὐτόν· ὁ κόσμος λειτουργεῖ αὐτοτελῶς, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν νόμων ποὺ ἔθεσε ὁ Θεὸς) καὶ ἀμέτρητα ἄλλα συστήματα ἐνυφαίνουν φιλοσοφικὲς ἰδέες μὲ θρησκευτικὲς κοσμοαντιλήψεις.

Ἡ φιλοσοφία τόσο πολὺ ὑπεισῆλθε εἰς τὰ τῆς θρησκείας, ὥστε καὶ θεωρίες ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ διετύπωσε. Πρόκειται γιὰ τὶς γνωστὲς ἀποδείξεις· τὴν ὀντολογική, τὴν κοσμολογική, τὴν τελολογικὴ καὶ τὴν ἠθική. Ἂς τὶς θυμηθοῦμε λίγο.

Ὀντολογική ἀπόδειξη. Σύμφωνα μὲ τὴν θέση αὐτή, ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ εἶναι σύμφυτος πρὸς τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα. Ἀποτελεῖ δὲ τὴν ὑψηλότερη ἀπὸ τὶς ἔννοιες ποὺ μπορεῖ νὰ συλλάβει ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, τὴν ὑψίστη. Ἐὰν ὅμως ὁ θεὸς ὡς τὸ ὕψιστον ὂν ἀποτελεῖ μόνον νοητικὴ παράσταση καὶ ὄχι πραγματικότητα, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὕψιστον. Συνεπῶς ὑπάρχει, ἀποτελεῖ πραγματικότητα. Ἡ θεωρία αὐτὴ κατηγορήθηκε ὡς σόφισμα· προϋποθέτει αὐτὸ ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξει (λῆψις τοῦ ζητουμένου). 

Κοσμολογικὴ ἀπόδειξη. Στηρίζεται στὸν νόμο τῆς αἰτιότητος. Κάθε πρᾶγμα ἔχει τὴν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς του (ἕνα ρολόϊ κάποιος τὸ κατασκεύασε). Ὁ κόσμος λοιπὸν εἶναι αἰτιατὸς καὶ ἡ ὕπαρξή του ἀνάγεται σὲ μία πρώτη αἰτία (ἀρχὴ) αὐθύπαρκη καὶ ἀμετάβλητη. Ἄρα ὑπάρχει ἕνα ὂν ἀμετάβλητο ὡς αἰτία τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Αὐτὸ τὸ ὂν εἶναι ὁ θεός.

Τελολογικὴ ἀπόδειξη. Ἡ ὕπαρξη τοῦ θεοῦ συνάγεται ἐκ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἁρμονίας τοῦ κόσμου, πίσω ἀπὸ τὴν ὁποία κρύβεται ἕνας σκοπός, ἕνα τέλος (ἐξ οὗ καὶ τελολογικὴ ἀπόδειξη). Τὸν σκοπὸ αὐτὸν δὲν ἔθεσαν μόνα τους τὰ ἐπὶ μέρους ὄντα. Πολλὰ ἀπὸ αὐτά, παρότι δὲν ἔχουν νοῦ, ἐνεργοῦν φανερὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους ἑνὸς ἐπιδιωκόμενου σκοποῦ, μιᾶς τελολογικῆς κατεύθυνσης. Ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ τὰ κατευθύνει; Ποιός ὁ ὑπέρτατος νοῦς ποὺ τὰ καθοδηγεῖ; Εἶναι ὁ θεός. Αὐτὸς τὰ ὁδηγεῖ στὴν τελείωσή τους (τέλος).

Ἠθικὴ ἀπόδειξη. Βασίζεται τὴν ἀντίληψη ὅτι ὑπάρχουν ἀντικειμενικοὶ ἠθικοὶ νόμοι καθολικῆς ἰσχύος. Τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς συμβάσεις· π.χ. ἡ ἀδικία εἶναι ἐξ ἀντικειμένου κακή. Κατὰ συνέπεια, ὑπάρχει ὑπέρτατη ἠθικὴ ἀρχή: ὁ θεός.

Ἀναφέρθηκα ἐν συντομίᾳ στὶς παραπάνω φιλοσοφικὲς θέσεις («ἀποδείξεις»), ἁπλῶς γιὰ νὰ τὶς θυμηθοῦμε. Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν βασίζεται σὲ φιλοσοφικὲς θεωρίες, οὔτε σὲ ἀποδείξεις, οἱ ὁποῖες καὶ δὲν ὑπάρχουν τελικά. Μὲ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει ἀφήσει σὲ πλήρη ἀγνωσία. Κάθε ἄλλο. Ἔχει ἐγκατεσπείρει μέσα μας τὴν γνώση περὶ τῆς ὑπάρξεώς του, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Πᾶσι γὰρ ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι Θεὸν ὑπ’ αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 789B). Εἶναι δὲ πάμπολλοι οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες (π.χ. ὁ Max Plank), ποὺ καταγράφουν σχετικὲς ἐνδείξεις καὶ διαπιστώνουν πὼς εἶναι ἔκδηλος πιὰ ἡ ἀνάγκη παραδοχῆς τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς «Ἰδεώδους Πνεύματος» γιὰ τὴν ἐξήγηση τῆς παγκόσμιας τάξης καὶ ἁρμονίας. Ὅλα γύρω μας «διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» — γι’ αὐτὸ καὶ συνιστᾶ διαστροφὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ ἀθεΐα. 

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Θεὸς εἶναι ἀναπόδεικτος. Δὲν ὑπάρχουν γι’ αὐτὸν ἐπιστημονικὲς ἀποδείξεις, δὲν εἶναι κάτι τὸ ἐπιστητὸν (ἀντικείμενο ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης), δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ στὸ μικροσκόπιο, εἶναι ὑπὲρ λόγον καὶ αἴσθησιν, ὑπὲρ ἐπιστήμην καὶ ἀπόδειξιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἀντικειμενικῶς ἀποδεικνύονταν ἡ ὕπαρξίς του, κανένα  νόημα δὲν θὰ εἶχε. Ὁ Θεὸς δὲν γίνεται καταληπτὸς διὰ τῆς διανοίας καὶ τῆς παρατηρήσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς πίστεως, ποὺ μυσταγωγεῖ μία σχέση ἀγάπης μαζί του. Δὲν εἶναι ἐπιστητός, ἀλλὰ πιστευτός. Ἡ διάνοια ἔρχεται ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ βοηθήσει· προηγεῖται ἡ πίστη. Ἡ δὲ ἔλλειψη τῆς πίστεως συνιστᾶ μορφὴ ἀναπηρίας, πνευματικῆς. 

Ὅσα λοιπὸν ἐλέχθησαν φιλοσοφικῶς περὶ θεοῦ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀριστοτέλους μέχρι ἐκείνη τοῦ γνωστοῦ φιλοσόφου τῆς Δύσεως Emmanuel Kant (1724-1804), ἀλλὰ καὶ ἐντεῦθεν, μικρὴ μόνο διανοητικὴ ἀξία μποροῦν ἔχουν — ἐὰν δὲν θὰ τὰ χαρακτηρίζαμε ἁπλῶς ὡς σοφίσματα καὶ παιχνιδίσματα τοῦ νοῦ.

Τὸ σίγουρο πάντως εἶναι πὼς εἴτε μὲ τὸν ἕνα εἴτε μὲ τὸν ἄλλο τρόπο τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ ἔχει εἰσέλθει κατ’ ἐξόχως καθοριστικὸ τρόπο στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ μαρτυροῦν καὶ οἱ ἀμέτρητες ἐκφράσεις ποὺ τὸ περιέχουν. Παραθέτουμε μερικές.

Ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται· στὴν ἀνάγκη πείθονται καὶ οἱ θεοί. Ἡ ρήση εἶναι καθαρὰ εἰδωλολατρική. Ἡ Ἀνάγκη ὑπέρκειται τῶν θεῶν· εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ θεοὶ νὰ ὑπακούουν σ’ αὐτήν. 

Ἀπὸ μηχανῆς θεός. Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τραγωδία λύση στὴν πλοκὴ τοῦ ἔργου ἔδινε πολλὲς φορὲς κάποιος θεὸς (ἠθοποιὸς ποὺ ὑποδύονταν τὸν θεό), ὁ ὁποῖος ἐμφανίζονταν αἴφνης στὴν σκηνὴ μὲ τὴν βοήθεια μηχανισμοῦ (μηχανῆς — γερανοῦ συνήθως), ὥστε νὰ φαίνεται ὡς ἄνωθεν κατερχόμενος. Πρόκειται γιὰ ὑψηλῆς πνοῆς «προφητικὴ» ἔμπνευση τῶν ἀρχαίων θεατρικῶν ποιητῶν (ἰδίως τοῦ Εὐριπίδου), διὰ τῆς ὁποίας σκιαγραφεῖται ἡ ἀλήθεια ὅτι ἡ λύση στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας θὰ δοθεῖ ἄνωθεν — διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Σήμερα τὴν ἔκφραση χρησιμοποιοῦμε μεταφορικὰ γιὰ νὰ δηλώσουμε ἀναπάντεχη λύση σὲ μία περίσταση. Λέμε, γιὰ παράδειγμα, «ἐμφανίσθηκε (ὁ τάδε) σὰν ἀπὸ μηχανῆς θεός».

Ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ θεὸς κελεύει· ἄλλα προγραμματίζει ὁ ἄνθρωπος, ἄλλα ἐπιτρέπει πολλὲς φορὲς ὁ Θεός.

Ἐλέῳ Θεοῦ· ἐκ τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἐξ ἀνθρώπων. Π.χ. «βασιλεὺς ἐλέῳ Θεοῦ»· ἐπειδὴ δηλαδὴ ἔτσι «ἐλέησε» (ἤτοι ἠθέλησε) ὁ Θεός.

Κάποιες ἄλλες ἐκφράσεις λειάνθηκαν σὰν τὰ βότσαλα στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ ἔφθασαν ἕως ἐμᾶς προσαρμοσμένες στὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τῆς ἐποχῆς μας: 

Πρὸς Θεοῦ! 

Γιὰ τὸν Θεό! 

Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! 

Νὰ δώσει ὁ Θεός! 

Δόξα σοι ὁ Θεός! 

Δόξα τῷ Θεῷ! (ὄχι «δόξα τὸ Θεό», ὅπως γράφουν κάποιοι· δὲν εἶναι αἰτιατική, δοτικὴ εἶναι: «τῷ Θεῷ»).

Ἔχει ὁ Θεός! 

Δὲν ἔχει τὸν Θεό του! 

Ἕνας Θεὸς ξέρει! 

Ὁ Θεὸς κι ἡ ψυχή του! 

Ἀπὸ τὸ στόμα σου καὶ στοῦ Θεοῦ τ’ ἀφτί! 

Ὁ Θεὸς μαζί σου! 

Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του·  νὰ κάνει τὸ θαῦμα του! 

Βλέπω πρόσωπο Θεοῦ. 

Ποιός εἶδε τὸν Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε! 

Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ κατέβει κάτω... 

...κι ἅγιος ὁ Θεός! (γιὰ περιπτώσεις ποὺ κάποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τίποτε). 

Θεὸς σ'χωρέσ' τον! 

Φωνὴ λαοῦ, ὀργὴ Θεοῦ! 

Θεὸς φυλάξοι! 

Κι ὁ Θεὸς βοηθός! 

Θεέ μου! 

Ἀπειλεῖ θεοὺς καὶ δαίμονες. 

Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. 

Εἶναι ὁ θεὸς τοῦ τραγουδιοῦ. 

Ὁ θεὸς τῆς μπάλλας.

Θεὰ τῆς ὀμορφιᾶς.

Καὶ ἀμέτρητες βέβαια οἱ σύνθετες λέξεις: θεοσεβής, θεοφοβούμενος, ἀθεόφοβος κ.ἄ. Κάποιες χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ δηλώσουν ὑπερθετικὸ βαθμό, π.χ. θεόρατος.

Παλαιότερα ἡ λέξη θεὸς χρησιμοποιοῦνταν καὶ ὡς ἐπίθετο: θεός, θεώτερος (θειότερος) =  περισσότερον θεῖος (π.χ. θεώτερος ναός).

Οἱ Λατῖνοι ἀπέδιδαν τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ καὶ σὲ αὐτοκράτορες χρησιμοποιῶντας ὡς τίτλο τὸ divus.

Γιὰ τὸν καθένα μας θεὸς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βάζουμε πρῶτο καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα στὴν ζωή μας. Λέει ὁ ἄλλος: «Θρῦλε, θεέ μου, Ὀλυμπιακέ μου»! Βάζει πάνω ἀπ’ ὅλα τὸν Ὀλυμπιακὸ δηλαδὴ (ἰσχύει γιὰ ὁποιαδήποτε ὁμάδα, καταλαβαίνετε). Ἄλλος ἔχει ὡς θεὸ τὴν ἡρωΐνη. Ἂν τοῦ βάλεις δίπλα στὸ πιὸ ὄμορφο καὶ λαχταριστὸ πρᾶγμα τοῦ κόσμου ἕνα σακουλάκι μὲ τὴν ἄσπρη σκόνη, θὰ διαλέξει ἐκείνη. Ταιριάζει σ' αὐτὲς τὶς περιπτώσεις τὸ γνωστὸ «πουλάει καὶ τὴν μάννα του!» Ἄλλος πάλι ἔχει τὸν τζόγο γιὰ θεό του, ἄλλος τὸ χρῆμα. «Θεός του τὸ χρῆμα», λέμε· «θεός του ἡ κοιλία», κ.ο.κ. Εἶναι πολλά, βλέπετε, τὰ εἴδωλα.

Ὅλα αὐτὰ καλεῖται νὰ ἀφήσει πίσω του ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ λατρεύσει τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλεν Ἰησοῦν Χριστόν. 

Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας!

Τὴν ἑπομένη φορὰ θὰ δοῦμε τὴν θέση τοῦ ὀνόματος Θεὸς στὴν Ἁγία Γραφή.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως