Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα δοκῶ

Δόγμα καὶ δογματισμὸς

Εικόνα
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου https://www.youtube.com/watch?v=aZTV4N1N5FY Συνεχίζουμε μὲ τὸ θεολογικά μας θέματα Θυμίζω ὅτι βρισκόμαστε στὰ πρῶτα βήματα τῆς προσπάθειάς μας νὰ ἐκθέσουμε τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ ὅσο γίνεται πιὸ ἁπλᾶ λόγια, στὸ εἰσαγωγικὸ μέρος. Εἴπαμε λίγα λόγια γιὰ τὸ τί εἶναι θεολογία, ποιός εἶναι ὁ θεολόγος, τί σημασία ἔδιναν οἱ ἀρχαῖοι στὶς λέξεις αὐτές, πῶς πέρασαν ὡς ὅροι καὶ στὴν χριστιανικὴ γραμματεία, κ.λπ. Σημειώσαμε ἐπίσης καὶ κάποια ὀνόματα μεγάλων θεολόγων τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Συνεχίσαμε μὲ κάποιες διακρίσεις: Θεολογία - Οἰκονομία. Ἀκαδημαϊκὴ Θεολογία - Χαρισματικὴ Θεολογία. Καταφατικὴ Θεολογία - Ἀποφατικὴ Θεολογία. Σήμερα θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε ἑρμηνευτικὰ καὶ ἐτυμολογικὰ τὴν λέξη δόγμα . Ἐπειδὴ τὴν Θεολογία συνήθως τὴν ταυτίζουμε μὲ τὴν Δ ο γματικὴ (δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας), θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε τί σημαίνει ἡ λέξη δόγμα.  Προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα δοκῶ-έω, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ οἱ λέξεις δόκησις, ...

Τί εἶναι δόγμα

Εικόνα
  π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου Ἡ λέξη δόγμα προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα δοκῶ-έω, ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ οἱ λέξεις δόκησις, δόξα, δόκιμος, δοκιμάζω κ.ἄ. (ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἡ γνωστὴ ἔκφραση κατὰ τὸ δοκοῦν ). Τὸ δοκῶ χρησιμοποιήθηκε μὲ πληθώρα σημασιῶν.  Ἡ ἐτυμολογική του προέλευση (ἀπὸ τὸ ρῆμα δέχομαι ) ὁδηγεῖ στὴν ἄποψη ὅτι ἡ λέξη ἀρχικὰ σήμαινε «κάνω κάποιον νὰ δεχθεῖ κάτι, διδάσκω». Αὐτὸ  φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν σημασία τοῦ λατινικοῦ doceo (διδάσκω), ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται καὶ τὸ γνωστὸ doctor (διδάκτωρ, διδάσκαλος).  Ὡστόσο, ἡ βασικὴ σημασία τοῦ ρήματος δοκῶ ἦταν «σκέφτομαι, νομίζω, πιστεύω». Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν λέξη δόγμα, ἡ ὁποία χρησιμοποιήθηκε στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου μὲ πάμπολλες σημασίες, ὅπως γνώμη, πεποίθηση, φρόνημα, δόξα (ἄποψη), ὅ,τι φαίνεται σὲ κάποιον καλό, ὅ,τι κάποιος θεωρεῖ ἀληθές, ὅ,τι φαίνεται ὀρθὸ κ.ἄ.  Στὸν ἀρχαῖο κόσμο οἱ ἀποφάσεις (κυρίως ἐκεῖνες ποὺ ἀποτελοῦσαν γνῶμες τοῦ συνόλου), τὰ δημόσια ψηφίσματα, οἱ διαταγὲς κ.τ.ὅ. ὀνομάζονταν δόγματα (π.χ...