Νὰ πῶς ἔγινα πλούσιος!
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου Αὐτὸ τὸ κοκκαλιάρικο κορμὶ δὲν ἦταν πάντα ἔτσι. Ἤτανε ἀμαράζωτο, ἀειθαλὲς θαρρεῖς, ἀγέραστο. Καὶ ἡ κόρη ποὺ τὸ εἶχε, τὸ ξόδεψε ἐδῶ κι ἐκεῖ θαρρῶντας πὼς στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν εἶναι ἄλλο πιὸ ἄξιο ἀπὸ τὸ γλέντι τῆς σαρκός. Φραγμὸ δὲν εἶχε, ἀκόρεστος τοῦ πόθου ὁ φλογισμός, τὸ πάθος ἀκατάβλητο. Ὅμως δὲν ἦταν χαλασμένη ἡ ψυχή. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὴν ἔσυρε ἀπὸ τῆς ἀπωλείας τὸν βυθό, μὲ ἕνα του σημάδι. Ἡ Μαρία ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἀνοίχθηκε στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἔζησε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ θηρία, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀγγέλους σαράντα χρόνους καὶ ἑπτά. Καὶ λίγο πρὶν τὸ τέλος τῆς ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν ἱερέα Ζωσιμᾶ, ἀπὸ τὰ ἅγια χέρια του νὰ κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Ἦταν Μ. Πέμπτη. Τὴν ἴδια μέρα πέθανε. Πάντα μ' ἐντυπωσίαζε αὐτὴ ἡ ἱστορία. Δὲν θέλει κάτι νὰ μᾶς πεῖ; Ἐγὼ νομίζω, ναί. Ὅλα τὰ ἔκανε ἡ Μαρία, καὶ προσευχὲς νυχθημερὸν καὶ ἀκατάπαυστη δοξολογία καὶ ὑπὲρ φύσιν ἄσκηση. Ὅμως δὲν ἔφταναν αὐτά, κι οὔτε ποτέ τους φτάνουν, χωρὶς τὴν θεία κοινωνία. Γι' ...