Πέντε χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ (Ὁμιλία Θ΄ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη)
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ὅ
σα εἴπαμε τὴν προηγούμενη φορά, καταγράφουν — σὲ ἁδρὲς γραμμὲς πάντα — τὴν περιπέτεια τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ παράδεισο τῆς τρυφῆς.
Ξεχωρίσαμε δύο στάδια, τὸ προθεϊτικὸ καὶ τὸ θεϊτικό· δηλαδὴ τὴν πρώτη πρὸ Χριστοῦ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος πίστευε σὲ ἀκαθόριστες μαγικὲς δυνάμεις· καὶ τὴν δεύτερη, κατὰ τὴν ὁποία ἄρχισε νὰ σχηματίζει μία κάποια περὶ θεοῦ ἰδέα.
Σήμερα θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Θεὸ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸν ἀληθινὸ Θεὸ δηλαδή, ὁ ὁποῖος προτυπώνεται κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀποκαλύπτεται δὲ κατὰ τοὺς ὑστέρους χρόνους, τοὺς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Προτυπώσεις συναντοῦμε σὲ κάθε θρησκευτικὴ παράδοση, καθὼς καὶ στὴν μυθολογία, τὴν ποίηση, τὴν φιλοσοφία. Δὲν εἶναι βέβαια τὸ ἴδιο εὐδιάκριτες ὅπως ἐκεῖνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οὔτε παντοῦ τὸ ἴδιο ζωηρές. Ἀλλοῦ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σκιαγραφεῖται μὲ ἔντονες παραστάσεις, ἀλλοῦ μὲ ἀνεπαίσθητες, θολὲς καὶ συγκεχυμένες.
Ἀπ’ ὅλες τὶς εἰδωλολατρικὲς παραδόσεις ὅλως ἰδιαιτέρως ξεχωρίζει ἡ ἑλληνική. Τὸ σκιαγράφημα τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ἐδῶ χαράσσεται μὲ ἀσημένιες, θὰ λέγαμε, μολυβιές.
Θυμόσαστε τὸν ἀπὸ μηχανῆς θεό, ποὺ τὴν περασμένη φορὰ ἀναφέραμε. Δὲν ἦταν βέβαια ὁ μόνος τρόπος αὐτὸς (ὁ «ἀπὸ μηχανῆς») διὰ τοῦ ὁποίου ἐμφανίζονταν οἱ θεοὶ στὸ ἀρχαῖο θέατρο. Ἐμφανίζονταν καὶ διὰ τῶν «ἄνω παρόδων», καθὼς καὶ διὰ τοῦ «θεολογείου». Πάντως σὲ κάθε περίπτωση ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἔδιναν τὴν λύση τῆς τραγωδίας. Ἡ λύση ἐρχόταν ἔξωθεν λοιπόν, ἄνωθεν.
Καὶ τοῦ Προμηθέα δεσμώτη, ποὺ συμβολίζει τὴν ἀνθρωπότητα, ἡ λύτρωση ἔρχεται ἔξωθεν, ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ — ποὺ ἐδῶ γίνεται τύπος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς μάλιστα ὡς Ἑσταυρωμένος ταυτίζεται καὶ μὲ τὸν Προμηθέα· Verus Prometheus (Ἀληθινὸ Προμηθέα) ἀποκαλεῖ ὁ Τερτυλλιανὸς τὸν Χριστό.
Τὰ λόγια τοῦ Σωκράτη πάλι στὴν ἀπολογία του εἶναι «προφητικὰ» καὶ ἀπηχοῦν τὴν ἴδια ἀλήθεια. «Θὰ περάσετε τὴν ὑπόλοιπη ζωή σας σὰν ὑπνωτισμένοι», λέει στοὺς Ἀθηναίους, «ἂν ὁ θεὸς δὲν σᾶς λυπηθεῖ καὶ δὲν σᾶς στείλει κάποιον ἄλλον»: «...τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειεν κηδόμενος ὑμῶν» (Πλάτων, Ἀπολογία Σωκράτους 31a).
Στὸν Σωκράτη ἀποδίδεται ἐπίσης καὶ τὸ πασίγνωστο ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα. Ὁ μεγαλύτερος φιλόσοφος ὅλων τῶν ἐποχῶν ἔλεγε ὅτι ἡ φιλοσοφία αὐτὸ μὲ δίδαξε, τὴν ἄγνοιά μου. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος τῆς φιλοσοφίας: ἡ διαπίστωση τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας. Μὲ αὐτὴν μόνο δὲν γίνεται νὰ γνωρίσεις τὰ πέραν τοῦ κόσμου τούτου, τὸν Θεὸν ἐν προκειμένῳ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δὲν ἀνακαλύπτεται. Ἔξωθεν (ἄνωθεν) καὶ ἐδῶ ἡ πλήρωσις τῆς σοφίας.
Ἀλλ' ἴσως τίποτε δὲν ἀποτυπώνει πιὸ δραματικὰ τὴν ἀγωνιώδη τοῦ Θεοῦ ἀναζήτηση ὑπὸ τῶν ἀρχαίων, ἀπ' ὅ,τι οἱ βωμοὶ πρὸς τιμὴν τῶν ἀγνώστων θεῶν.
Λέω «βωμοί», διότι δὲν ἦταν μόνον αὐτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ οἱ περισσότεροι γνωρίζουν· ὑπῆρχαν καὶ στὸ Φάληρο καὶ στὴν Ὀλυμπία καὶ στὴν Πέργαμο (βλ. Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις 1.1.4 καὶ 5.14.8. Φιλοστράτου, Βίος Ἀπολλωνίου 6.3), ἦσαν δὲ ἀφιερωμένοι γενικῶς σὲ ἀγνώστους θεούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κάνει κάποιους νὰ εἰρωνεύονται τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μιλῶντας στοὺς Ἀθηναίους ἀναφέρθηκε ὄχι σὲ πολλούς, ἀλλὰ σὲ ἕναν ἄγνωστο Θεό.
Ὁ Παῦλος ὅμως διεῖδε τὴν φιλαλήθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ πόθο τους νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ (δὲν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη τὸν ἀσπάσθηκαν καὶ τὸν ἀποδέχθηκαν). Ἔτσι, δὲν ἔμεινε στὸ γράμμα, ἀλλὰ διέγνωσε τὸ πνεῦμα τῆς ἐπὶ τοῦ βωμοῦ ἐπιγραφῆς.
Ὅταν λοιπὸν στάθηκε «ἐν μέσῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου» καὶ μίλησε στοὺς Ἀθηναίους, εἶπε ὅτι βλέπει αὐτοὺς εὐλαβεστέρους καθ’ ὅλα ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους [1]. «Διαβαίνοντας τοὺς δρόμους τῆς πόλεώς σας», τοὺς εἶπε, «καὶ ἐξετάζοντας προσεκτικὰ ἐκεῖνα ποὺ λατρεύετε, βρῆκα καὶ ἕναν βωμό, στὸν ὁποῖον ἔχει τεθεῖ ἡ ἐπιγραφὴ ἀγνώστῳ Θεῷ (ὅτι ἀφιερώνεται δηλαδὴ ὁ βωμὸς αὐτὸς στὸν ἄγνωστο Θεό). Αὐτὸν τὸν Θεὸ λοιπόν, ποὺ ἐσεῖς λατρεύετε, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζετε, ἐγὼ σᾶς κηρύττω» (Πράξ. ιζ΄ [17] 22-23).
[1] Χαρακτηριστικὰ ἔχει λεχθεῖ ὅτι στὴν Ἀθήνα ἔβλεπες περισσότερα ἀγάλματα θεῶν παρὰ ἀνθρώπους! Ἀλλὰ καὶ σήμερα δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο; Σὲ κάθε γωνιά, σὲ κάθε λοφάκι, σὲ κάθε ἀκρογιάλι τῆς πατρίδας μας δὲν ὑπάρχει καὶ ἕνα ἐκκλησάκι; Ἡ θεοσέβεια εἶναι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο χαρακτηριστικὰ τῆς φυλῆς μας — τὸ ἄλλο εἶναι ἡ φαγωμάρα!
Καὶ συνέχισε ὁ Παῦλος νὰ τοὺς μιλάει στὴν δική τους γλῶσσα πάντα, δανειζόμενος τουτέστι στοιχεῖα ἀπὸ τὶς δικές τους παραδόσεις. Ἔτσι, παρακάτω τοὺς θυμίζει ἐκεῖνο ποὺ οἱ δικοί τους ποιητὲς εἶχαν πεῖ, ὅτι δηλαδὴ μέσα στὸν Θεὸ ζοῦμε καὶ κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε. «Αὐτοῦ γένος εἴμαστε», τοὺς λέει, θυμίζοντάς τους τὴν ρήση τοῦ Ἀράτου (ποιητὴς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.). Τὰ παραπάνω ὑπομνηματίζει θαυμάσια καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (Εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, Ὁμιλία λη΄ [38], PG 60, 268).
Ἂς ἔλθουμε ὅμως στὴν Ἁγία Γραφὴ
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, μὲ τὴν λέξη Θεὸς οἱ Ο΄ (Ἑβδομήκοντα) ἀποδίδουν τὶς ἑβραϊκὲς Eloháh, Elohim [2] (πληθ. μεγαλοπρεπείας).
[2] Ἔχουμε πεῖ πολλὲς φορὲς ὅτι ἡ ρίζα el στὶς σημιτικὲς γλῶσσες σημαίνει κάτι τὸ ἱερὸ (ἂν καὶ ὄχι πάντα). Πολλὰ ἱερὰ όνόματα σχηματίζονται ἐπίσης μὲ τὰ ὁμόριζα al, il ul (π.χ. Βάαλ, Ραφαήλ, Σαοὺλ κ.ἄ.).
Στὴν ἑβραϊκὴ Βίβλο (ἑβραϊκὸ κείμενο τῆς Π.Δ.) τὸ προσωπικὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ἀποκαλύπτει ἐπισήμως στὸν Μωϋσῆ (βλ. παρακάτω), γράφεται μὲ τὴν ἀκόλουθη λέξη:
יהוה
Πρόκειται γιὰ τὸ περίφημο Τετραγράμματον, ὅρος ποὺ καθιερώθηκε ὄχι μόνο διότι τὸ ὄνομα γράφεται μὲ τέσσερα γράμματα, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν γνωρίζουμε τὴν ἀκριβῆ προφορά του, δεδομένου ὅτι στὴν ἀρχαία ἑβραϊκὴ γραφὴ σημειώνονταν μόνο τὰ σύμφωνα· τὰ φωνήεντα δὲν σημειώνονταν, ἀλλ' ὑπονοοῦνταν ἀπὸ τὸν προφορικὸ τύπο. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ τετραγράμματον ὄνομα τοῦ Θεοῦ περιέχει μόνον (τέσσερα) σύμφωνα.
Θὰ λέγαμε ὅλως ἐνδεικτικῶς καὶ ἄκρως συμβατικῶς, καθότι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει ἐπακριβῶς τὸ σημιτικὸ φωνητικὸ σύστημα, ὅτι τὰ τέσσερα αὐτὰ ἑβραϊκὰ σύμφωνα (γιόδ, χέ, βάβ, χὲ) ἀντιστοιχοῦν στὰ ἑλληνικὰ γάμμα, χί, βῆτα, χὶ (ΓΧΒΧ) καὶ συνδέονται μὲ κάποιον τύπο τοῦ ρήματος χαγιὰχ ἢ χαϊὰ (hāyāh), ποὺ σημαίνει «εἶμαι». Δηλαδὴ τὸ Τετραγράμματον ἀποτελεῖ κατὰ βάσιν ρηματικὸ τύπο καὶ ὄχι ὀνοματικό.
Κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ (ποὺ δὲν εἶναι ἡ μόνη) τὸ Τετραγράμματον συνδέεται μὲ τὴν φράση «Ἐγώ εἰμι ὁ ὢν» (Ἐξ. γ΄ 14), διὰ τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸ ὄνομά του στὸν Μωϋσῆ ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ.
Θυμίζω ὅτι ἐνώπιον τῆς φλεγομένης βάτου ὁ Κύριος τοῦ ἀναθέτει τὴν ἀποστολὴ νὰ βγάλει τοὺς Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ζητάει νὰ μάθει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀπαντήσει σὲ ἐρώτηση τῶν Ἰσραηλιτῶν «πῶς ὀνομάζεται ὁ Θεὸς ποὺ σὲ ἀπέστειλε;» ἐκεῖνος (ὁ Θεὸς) ἀποκαλύπτει γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομά του.
Τὸ ὄνομα αὐτὸ οἱ Ἑβραῖοι ἑρμήνευσαν μὲ τὶς λέξεις ehyeh asher ehyeh (ἐχγιὲ ἀσὲρ ἐχγιέ), οἱ ὁποῖες ἀποδίδονται: «Εἶμαι αὐτὸς ποὺ εἶμαι».
Μία τέτοια ἑρμηνεία ὅμως μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θέλησε νὰ ἀποκαλύψει τὸ ὄνομά του.
Γι' αὐτὸ οἱ Ο΄ (Ἑβδομήκοντα) θεόπνευστοι μεταφραστὲς τῆς ἑβραϊκῆς Βίβλου (Παλαιὰ Διαθήκη) ἑρμήνευσαν τὴν φράση μὲ τὶς λέξεις Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν, ἀποδίδοντας ἔτσι στιβαρὰ στὸν Θεὸ τὴν ἰδιότητα τῆς αὐθυπαρξίας. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὰ ὢν (ὑπάρχων), ὁ κυρίως ὤν, ὁ οὐσιαστικὰ καὶ ἀναμφισβήτητα ὤν. Ἔχει ἀφ' ἑαυτοῦ τὴν ὕπαρξη. Μήτε ἀρξάμενος, μήτε παυσόμενος, εἶναι σὰν πέλαγος οὐσίας ἄπειρο καὶ ἀόριστο, ὅπως λέει καὶ ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, PG, 36, 625C).
Τὸ πῶς προφέρονταν τὸ τετρασύμφωνο ὄνομα τοῦ Θεοῦ (יהוה) δὲν γνωρίζουμε. Διότι μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων εἶχε ἐπικρατήσει ἀπὸ μακροῦ ἡ συνήθεια νὰ μὴ τὸ προφέρουν, σεβασμοῦ ἕνεκεν. Ξεχάσθηκε ἔτσι σὺν τῷ χρόνῳ ἡ προφορά.
Ἀντ' αὐτοῦ χρησιμοποιοῦσαν τὸ γενικὸ ὄνομα AdhonaJ (ἢ Adonai), τὸ ὁποῖο συναντοῦμε ὡς Ἀδονάϊ, ἀλλὰ καὶ Ἀδωνάϊ καὶ Ἀδωναΐ· σημαίνει «Κύριέ μου». Μὲ αὐτὴν τὴν λέξη τὸ ἀπέδωσαν οἱ Ο΄· ἐνῷ ἡ Vulgata (Βουλγάτα), ἡ λατινικὴ μετάφραση τῆς Ἁγίας Γραφῆς δηλαδή, τὸ ἀποδίδει μὲ τὸν λατινικὸ Dominous, ποὺ καὶ αὐτὸ σημαίνει «Κύριος».
Οἱ μελετητὲς τῆς Βίβλου κατὰ καιροὺς προσέθεσαν κάποια σύνολα φωνηέντων στὸ συμφωνικὸ σύμπλεγμα (συμφωνικὸ σκελετὸ θὰ τὸν λέγαμε) ΓΧΒΧ (YHWH), ποὺ παραπάνω ἀναφέραμε. Προέβησαν δηλαδὴ σὲ ὑποθέσεις σχετικὰ μὲ τὰ φωνήεντα ποὺ συμπροφέρονταν μετὰ τῶν τεσσάρων συμφώνων τοῦ θείου ὀνόματος. Ἔτσι προέκυψαν διάφορες ἀνακατασκευὲς τοῦ Τετραγράμμου, μὲ πιὸ διαδεδομένη τὴν ὑπὸ τὸν τύπο Γιαχβὲ ἢ Ἰαχβὲ ἢ Ἰαβὲ (Yahweh).
«Ἄλλες γνωστὲς μεταγραφὲς εἶναι: Ἰαουὲ (Yahwē), Ἰαχὼ (Yahō) καὶ Ἰεχωβὰ (Jehovah).
Τὸ Τετραγράμματον πάντως (ὅπως κι ἂν προφέρονταν) ἀποτελεῖ τὸ κατ' ἐξοχὴν ὄνομα τοῦ Θεοῦ, εἰς ἀντιδιαστολὴν πρὸς ἄλλους περιγραφικοὺς τίτλους ἢ ἐπιθετικοὺς προσδιορισμοὺς (Θεός, Κύριος, Παντοδύναμος κ.ἄ.). Στὸ πρωτότυπο κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαντᾶ 6.823 φορές.
Συχνὰ ἐπίσης ἀπαντᾶ καὶ ὁ τύπος Saddaj ἢ Saddai (Σαδδαΐ), ποὺ σημαίνει «παντοδύναμος».
Καλοῦσαν ὅμως τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν γενικὸ ὅρο Baal (Κύριος). Ὁ ὅρος αὐτὸς ἐμφανίζεται σὲ πολλὰ θεοφορικὰ ὀνόματα, παρότι συνήθως τὸν χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὶς ψευδεῖς θεότητες.
Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα Melekh (Μέλεχ), ποὺ σημαίνει «βασιλεύς», εἶχαν σὲ χρήση. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰακὼβ (Ἰσραήλ), ὁ μέγας, ὁ αἰώνιος, ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
Οἱ Ο΄ (Ἑβδομήκοντα) χρησιμοποιοῦν πολὺ τὸν ὅρο Κύριος. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ Κύριος χρησιμοποιεῖται συνήθως γιὰ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν εἰκόνα τοῦ ὁποίου σκιαγραφεῖ μὲ ξεκάθαρο τρόπο ἡ Παλαιὰ Διαθήκη.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔχουμε ἀσφαλῶς τὸν καθαρώτερο μονοθεϊσμό. Τὸ τριαδικὸ μυστήριο βέβαια, ποὺ θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἐδῶ μόλις διαγράφεται, ἀχνοφαίνεται, θὰ λέγαμε.
Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πλέον ἀφηρημένη δύναμη, οὔτε προσωποποίηση κάποιου κοσμογονικοῦ στοιχείου· δὲν παρουσιάζεται ὑπὸ φιλοσοφικοὺς ὅρους, δὲν εἶναι ἔννοια. Εἶναι Θεὸς προσωπικὸς καὶ ἐνεργεῖ μέσα στὴν ἱστορία. Γι’ αὐτὸ πυκνὰ συχνὰ θυμίζει στοὺς Ἰσραηλίτες ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας (Ἐξ. κ΄ [20] 2. Βλ. καὶ Λευϊτ. κϛ΄ [26] 13), Δευτ. ε΄ 6).
Εἶναι ὅμως ἄλλος ὁ Θεὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἄλλος ἐκεῖνος τῆς Καινῆς Διαθήκης;
Ὄχι! Ὁ Χριστός, ὅταν ἦλθε, δὲν μίλησε γιὰ κάποιον καινούργιο Θεό, διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον οἱ Ἰσραηλίτες πίστευαν. Ἀπεναντίας, ἐπιβεβαίωσε τὴν πίστη ἐκείνων στὸν Θεό τους, τὸν Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ὁ Ἰησοῦς μετεῖχε στὴν ἴδια μὲ ἐκείνους πίστη, λάτρευε τὸν ἴδιο Θεό, πήγαινε στὸν ἴδιο ναό, τὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος, παρακάθονταν στὴν ἑβραϊκὴ συναγωγή, δέχονταν τὶς Γραφές, ἔψαλλε ὕμνους τῆς ἰουδαϊκῆς παραδόσεως. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ. Δὲν δίδαξε τοὺς Ἑβραίους νὰ ἀλλάξουν Θεό, νὰ πιστεύσουν σὲ κάποιον ἄλλον — ὅπως δίδαξαν ἀργότερα οἱ ἀπόστολοι τοὺς εἰδωλολάτρες. Ποτὲ ὁ Κύριος δὲν εἶπε ἢ ἄφησε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἐκεῖνοι δὲν πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεό.
Ἐκεῖνο ποὺ δὲν γνώριζαν οἱ Ἑβραῖοι ἦταν τὸ τρισυπόστατον τῆς μιᾶς θεότητος, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δηλαδὴ εἶναι τριαδικός. Αὐτὸ ἀπεκαλύφθη διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ἂς δοῦμε ὅμως ποιά εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, ποὺ τὸν κάνουν μάλιστα νὰ διακρίνεται ἀπὸ τοὺς θεοὺς τῶν ἄλλων λαῶν.
Χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ
Θέτω αὐτὸ ὡς πρῶτο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Θεοῦ, διότι πιστεύω ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ θὰ ἀναφέρουμε παρακάτω, ὅπως ἡ ὑπερβατικότης, ἡ ἐλευθερία κ.λπ., ἔγιναν ἀντιληπτὰ στοὺς ἀνθρώπους τῆς Βίβλου μέσῳ ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν προσωπικῶν σχέσεων, τῆς κοινωνίας τους δηλαδὴ μετὰ τοῦ Θεοῦ.
Δὲν γνώρισαν βέβαια οἱ ἄνθρωποι ποτὲ τὴν φύση τοῦ Θεοῦ μέσῳ αὐτῶν τῶν προσωπικῶν σχέσεων, ὅμως γνώρισαν τὰ χαρακτηριστικά του. Καὶ τὸ πρῶτο χαρακτηριστικὸ θεῖο γνώρισμα ποὺ ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή τους εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀπομονώνεται, ἀλλὰ σχετίζεται, εἶναι κοινωνικός. Αὐτὸ τὸ κοινωνικὸς σημαίνει προσωπικός· ἄλλωστε, χωρὶς κοινωνία καὶ σχέση δὲν ὑφίσταται ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου.
Ὁ Θεὸς λοιπὸν εἶναι Θεὸς σχέσεων. Δὲν εἶναι ἄτομο μεμονωμένο. Δὲν ἔχει κλεισθεῖ ἑρμητικὰ στὰ ἀπόμακρα βάθη τοῦ οὐρανοῦ ἀπολαμβάνοντας αὐτάρεσκα τὴν μακαριότητά του, ὅπως πίστευαν πολλοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Εἶναι Θεὸς ζῶν. Εἰσχωρεῖ σὲ ὅλες τὶς καταστάσεις τῆς ζωῆς καὶ τὶς διαμορφώνει συνεργαζόμενος. Συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν ἱστορία, ὅπως καὶ παραπάνω σημειώσαμε.
Στὴν Αἴγυπτο ὁ φαραὼ Ἰχνατὸν προσπάθησε νὰ εἰσαγάγει τὴν πίστη στὸν ἕναν θεό, ἐπιβάλλοντας τὴν λατρεία τοῦ Ἡλίου, τὸν ὁποῖον καὶ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ πάνθεον τῶν αἰγυπτιακῶν θεοτήτων (αὐτὸ λέγεται ἑνοθεϊσμός, δηλαδὴ πίστη σὲ ἕναν θεό, χωρὶς νὰ ἀμφισβητεῖται ὅμως καὶ ἡ παράλληλη ὕπαρξη ἄλλων). Ἀλλὰ ὁ Φαραὼ Ἰχνατὸν ξέχασε κάτι πολὺ σημαντικό, νὰ δημιουργήσει τὴν δυνατότητα συναντήσεως μὲ αὐτὸν τὸν θεό. Ὁ θεός του εἶναι ἀπόμακρος, δὲν ὑπάρχει προσωπικὴ σχέση μαζί του.
Τὴν ἴδια ἀντίληψη συναντοῦμε καὶ στὸν ἀρχαῖο ἑλληνισμό. Ὁ θεὸς δὲν εἶναι πρόσωπο ποὺ ἐπικοινωνεῖ, ἀλλὰ κάποια ἀφηρημένη ἀρχὴ ποὺ ἐξηγεῖ τὸν κόσμο (λόγος, νοῦς, δύναμις κ.λπ).
Στὸν βιβλικὸ κόσμο ὅμως τὰ πράγματα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Ἐδῶ ὑπάρχει διαλογικὴ συνάντηση καὶ συντροφικότης στὶς σχέσεις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Τὸ συναντοῦμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων. Σὲ ὅλους ὁ Θεὸς ἀπεκαλύφθη μέσῳ ἐλευθέρων προσωπικῶν σχέσεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς θείας ἀποκαλύψεως.
Τὸ πιὸ σπουδαῖο δὲ εἶναι ὅτι ὁ Θεός, ποὺ ὑπάρχει ὡς κοινωνία προσώπων, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καλεῖ καὶ ἐμᾶς σὲ ἐλεύθερη προσωπικὴ σχέση, σὲ ἕνα τρόπο ὑπάρξεως ἴδιον μὲ τὸν δικό του.
Τὸ δεύτερο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἱστορικότης. Ὁ προσωπικὸς Θεὸς ἀποκαλύπτεται καὶ γνωρίζεται μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι Θεὸς ἱστορικός. Συναντᾶ τὸ πλάσμα του μέσα στὴν κτίση καὶ στὴν ἱστορία. Ὁ Ἰσραὴλ περισσότερο βιώνει τὸν Θεό του ὡς ἱστορικὸ Θεό, παρὰ ὡς δημιουργό. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση λαμβάνει πεῖραν τοῦ Θεοῦ ὡς δημιουργοῦ μέσα ἀπὸ τὴν συνάντησή του μὲ ἐκεῖνον: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας (ὅ.π.). Γι’ αὐτὸ καὶ προτάξαμε ἔναντι τῶν ἄλλων γνωρισμάτων τοῦ Θεοῦ τὸν προσωπικό του χαρακτῆρα.
Μὴ παρεξηγηθεῖ ὅμως αὐτό. Ὁ κόσμος μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Θεοῦ: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμ. ιη΄ 2). Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ βρεθεῖ (ὡς οὐσία) μέσα στὸν κόσμο; Εἶναι ἡ (ἀπρόσωπη) λογικὴ δύναμις ποὺ τὸν συνέχει καὶ τὸν ρυθμίζει μὲ τοὺς νόμους, τὴν κυκλικὴ κίνηση, τὴν φυσικὴ ἀναπαραγωγή; Ὄχι, βέβαια. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι αὐθύπαρκτη φύση μὲ δικούς της νόμους καὶ ἀρχές, ἀλλὰ ποίημα Θεοῦ. Ὁ ἴδιος (ὁ κόσμος) μαρτυρεῖ πὼς κάποιος ἄλλος ἔξω ἀπὸ αὐτὸν εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεώς του. Μαρτυρεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, ὅτι ἔχει ἱστορία, ἔχει ἀρχή, κάποτε δὲν ὑπῆρχε. Γι' αὐτό, ἂν παρατηρήσουμε, θὰ δοῦμε ὅτι ἡ κοσμολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατὰ βάσιν εἶναι ἱστορία, ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου.
Γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς μάλιστα ὁ κόσμος (κτίσις) εἶναι κάτι παραπάνω: δῶρο· ἕνα δῶρο ποὺ πρέπει νὰ ἐπιστρέφει διαρκῶς στὸν δημιουργό του γιὰ νὰ συνεχίζει νὰ ζεῖ, νὰ ὑπάρχει. Τὴν διαρκῆ αὐτὴ ἐπιστροφὴ ὀνομάζουμε «ἁγία ἀναφορά»· καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν θεία Εὐχαριστία, ὅπου τὰ πάντα (ἄνθρωποι, ἄγγελοι, ἄλογη κτίση) ὡς δῶρα Θεοῦ ἀναφέρονται (ἐπιστρέφουν) εὐχαριστιακῶς στὸν δημιουργό τους.
Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος, παρ’ ὅτι ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἀντιλαμβάνεται συγχρόνως ὅτι τοῦ εἶναι ἄγνωστος, εἶναι πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία του, δὲν ταυτίζεται μὲ τίποτε ἀπὸ ὅσα βλέπει στὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς καὶ εἶναι μέσα στὸν κόσμο (ὡς ἐνέργεια) καὶ δὲν εἶναι (ὡς οὐσία).
Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία εἰδωλολατρικὴ ἀντίληψη φυσικὰ δὲν ἰσχύει κάτι τέτοιο. Τὸν θεὸ συναντᾶ κανεὶς μέσα στὸν κόσμο. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐκεῖ τὸν ἀναζητοῦν. Γι’ αὐτοὺς ὁ κόσμος ὑπῆρχε πάντα. Δὲν προϋπῆρχε αὐτοῦ ὁ Θεὸς καὶ τὸν δημιούργησε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος. Ὁ κόσμος γιὰ τοὺς ἀρχαίους εἶναι αἰώνιος. Αἰσθητὰ καὶ νοητά, ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ εἶναι ὅλα ἀδημιούργητα, «συνύπαρκτα τῷ θεῷ». Ἐὰν ὑπάρχει κάπου ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας (π.χ. στὸν Τίμαιο τοῦ Πλάτωνος), αὐτὴ νοεῖται ὡς μορφοποίηση μιᾶς ἄμορφης ὕλης. Ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα κάποιου ἢ κάποιων θεῶν, ὅμως αὐτοὶ δὲν δημιούργησαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐπεξεργάσθηκαν μία προϋπάρχουσα ὕλη, ἔθεσαν τάξη στὸ χάος — ὅπως ἕνας γλύπτης ποὺ μορφοποιεῖ σμιλεύοντας τὸ ἄμορφο ὑλικό του. Στὴν ἐρώτηση: «Καὶ τοὺς θεούς, ποὺ δημιούργησαν (μορφοποίησαν) τὸν κόσμο, ποιὸς τοὺς δημιούργησε;» ἡ ἀπάντηση εἶναι: «Ἄλλοι θεοὶ ἀνώτεροι». Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ οὐσιαστικὴ ἀνάμεσα στοὺς θεοὺς καὶ στὸν κόσμο, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὁμοουσιότης.
Ἀντίθετα, κατὰ τὴν βιβλικὴ ἀντίληψη, ὅπως εἴδαμε, ὁ Θεὸς εἶναι ὑπερβατικὸς ὡς ἑτερούσιος πρὸς τὴν φύση. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ Θεὸς εἶναι ὑπερβατικὸς καὶ ὡς ὑπερκείμενος πάσης ἐννοίας, ἰδέας, ἠθικῆς, δικαίου καὶ γενικῶς πάσης ἀρχῆς, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ παρακάτω [3].
[3] Κάποια πράγματα ἀπὸ αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα κάναμε λόγο παραπάνω, καθὼς καὶ ἀλλὰ γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μιλήσουμε στὴν συνέχεια, ἔχουν λεχθεῖ καὶ ἄλλες φορές. Ἡ ἐπανάληψη ὅμως, καὶ μάλιστα ἡ θεώρησή τους ἀπὸ διαφορετικὴ ὀπτικὴ γωνία, ὠφέλιμος νομίζω πὼς εἶναι.
Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα δὲν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα. Οἱ θεοὶ ἐδῶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάνουν τὸ ἠθικῶς ἀλλὰ καὶ φυσικῶς ὀρθόν. Ὁ ἠθικὸς καὶ ὁ φυσικὸς νόμος τοὺς δεσμεύουν. Δὲν εἶναι ἐλεύθεροι. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ σέβονται κάποια ἀνωτέρα (ἠθικὴ ἢ φυσικὴ) τάξη, εἶτε αὐτὴ ὀνομάζεται λογικὴ (πρόκειται γιὰ τὸν «λόγον» τοῦ Ἡρακλείτου), εἶτε «νοῦς», «ψυχή», «πνεῦμα», «εἱμαρμένη» (κατὰ τοὺς Στωϊκοὺς) κ.λπ.
Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Δία, ὁ ὁποῖος νυμφεύεται τὴν θεὰ Θέμιδα, τὴν προσωποποίηση τῆς φυσικῆς καὶ ἠθικῆς τάξεως, τοῦ αἰωνίου νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ξέρετε γιατί οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες θέλησαν νὰ ἔχει ὡς γυναῖκα στὸ πλευρό του ὁ Ζεὺς τὴν Θέμιδα; Γιὰ νὰ εἶναι πάρεδρος καὶ σύμβουλός του, νὰ τὸν ἐλέγχει (ἡ δικαιοσύνη), ὥστε νὰ μὴν αὐθαιρετεῖ. Ἡ δικαιοσύνη, λοιπόν, ποὺ τόσο πολὺ σέβονται οἱ Ἕλληνες, εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν Δία. Καὶ ἐκεῖνος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν σέβεται!
Ἀκόμη, στὸν Τίμαιον τοῦ Πλάτωνος, ποὺ καὶ πιὸ πάνω ἀναφέραμε, ὁ θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δημιουργήσει τὸν κόσμο σύμφωνα μὲ τὶς «ἰδέες». Οἱ ἰδέες ὑπέρκεινται τοῦ θεοῦ! Ὁ θεὸς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ φτιάξει ἕνα κόσμο σύμφωνα μὲ τὶς ἰδέες τῆς συμμετρίας, τῆς ἁρμονίας, τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ αἰσθητικῶς ὡραίου.
Θυμόσαστε τὴν φράση «Ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται» (τὴν ἀναφέραμε τὴν προηγούμενη φορά). Ἡ Ἀνάγκη εἶναι πάνω ἀπὸ τοὺς θεούς. Οἱ θεοὶ δηλαδὴ στὴν εἰδωλολατρία δεσμεύονται ἀπὸ ἀπρόσωπες φυσικὲς ἀρχὲς ἢ ἀπὸ κάποια ἠθικὴ τάξη, τὴν ὁποίαν μάλιστα οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι ἔθεσαν — ἀλλὰ μήπως καὶ τοὺς θεοὺς αὐτοὺς οἱ ἄνθρωποι δὲν τοὺς κατεσκεύασαν;
Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Αὐτὸς δὲν εἶναι δημιούργημα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τίποτε, ἀπὸ καμμία τάξη. Ἄλλωστε, τὸ εἴπαμε, αὐτὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ κάθε ἐμπειρία δική μας, εἶναι ὑπερβατικός. Ὑπερβατικότης καὶ ἐλευθερία συμβαδίζουν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ χωρέσει μέσα σὲ φυσικοὺς ἢ ἠθικοὺς νόμους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἀξίες, κανόνες, ἀρχές, οἱ ὁποῖες νὰ ὑπέρκεινται τοῦ Θεοῦ;
Στὴν Π.Δ. παρατηροῦμε ὅτι πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς πραγματικὰ «αὐθαιρετεῖ». Παραβαίνει τὶς ἐντολὲς ποὺ ὁ ἴδιος ἔθεσε. Ἡ «αὐθαιρεσία» εἶναι χαρακτηριστικώτατο γνώρισμά του. Ὁ Θεὸς τῆς Π.Δ. εἶναι — ἂς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση — ἕνας Θεὸς «αὐθαίρετος». Κινεῖται πέραν καὶ ὑπεράνω οἱουδήποτε ἠθικοῦ φραγμοῦ. Δὲν δεσμεύεται ἀπὸ καμμία, μὰ καμμία ἠθικὴ ἀρχή.
Θυμίζω (ἔχουμε κάνει ξανὰ σχετικὴ ἀναφορὰ) πὼς ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες εἰσέρχονται στὴν γῆν Χαναάν, ὁ Θεὸς τοὺς δίνει τὴν ἐντολὴ νὰ ἐξολοθρεύσουν ὅλους τοὺς αὐτόχθονες πληθυσμούς. Ἡ Ἱεριχὼ παραδίδεται εἰς ἀνάθεμα καὶ σφάζονται ὅλα τὰ ἔμψυχα, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, γέροντες, ζῶα. Δὲν ἀπομένει τίποτε ἀπὸ ὅσα ἀναπνέουν ἐπὶ τῆς γῆς (Ἰησ. Ναυῆ ς΄ 21).
Σὲ μία ἄλλη περίπτωση τοὺς ζητάει νὰ μὴ δείξουν τὸν παραμικρὸ οἶκτο στοὺς ἐχθρούς των: «ἀφανισμῷ ἀφανιεῖς αὐτούς [...] οὐδὲ μὴ ἐλεήσητε αὐτοὺς» (Δευτ. ζ΄ 2).
Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν μέγα σκάνδαλο γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἡ ὕπαρξη ἑνὸς τέτοιου θεοῦ εἶναι παντελῶς ἀδιανόητη καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπορριπτέα.
Αὐτὸς ἀσφαλῶς εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς κυριωτέρους λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους μὲ τόσο μένος στρέφονται ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τώρα τελευταῖα κάποιοι (ἀρχαιολάτρες συνήθως καὶ νεοπαγανιστὲς προπαντός).
Τὸ λάθος ὅμως αὐτὸ τὸ κάνουμε καὶ ἐμεῖς, ὑποτάσσοντας συχνὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ στὴν ἠθική μας (ἀντὶ νὰ ὑποτάσσουμε τὴν ἠθική μας, τὴν τόσο κοντόφθαλμη ἄλλωστε, στὴν ἐλευθερία του). Θέλουμε, μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Θεὸς νὰ συμπεριφέρεται σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς θεωροῦμε ἠθικό. Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς ἐκπλήσσει πολλὲς φορὲς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπιτρέπει πράγματα πολὺ «σκληρὰ» γιὰ τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Πόσοι, γιὰ παράδειγμα, δὲν σκανδαλίζονται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς «παίρνει» κάποτε ἀπὸ τὴν ζωὴ νέους ἀνθρώπους καὶ ἀφήνει ἄλλους ὑπέργηρους; Τὸν θεωροῦν ἄδικο. Ὅμως, ὁ Θεὸς εἶναι πέρα καὶ πάνω ἀπὸ κάθε ἔννοια καὶ ἀρχὴ δικαίου. Αὐτὸ ἔλειπε νὰ ὑποτάσσεται σὲ ὁτιδήποτε, ἔστω ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος, ἐπειδὴ τὸ θέλει καὶ ὄχι ἐπειδὴ ἀναγκάζεται ἀπὸ κάποιες ἀρχὲς ἢ ἰδέες δικαιοσύνης. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Θεὸς ἐνεργούμενον τῆς δικαιοσύνης.
Ὁ βιβλικὸς Θεὸς λοιπὸν εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερος ἔναντι τοῦ κόσμου καὶ ἔναντι οἱασδήποτε ἐννοίας, ἰδέας, ἀρχῆς, τάξεως, ἠθικῆς, νόμου, συμπεριφορᾶς. Δὲν δεσμεύεται ἀπὸ καμμία φυσικὴ ἢ ἠθικὴ ἀνάγκη.
Ἄλλωστε, ὅσο καὶ ἂν ψάξουμε, δὲν θὰ βροῦμε τίποτε βαθύτερο καὶ τίποτε πιὸ πρωταρχικὸ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία (καὶ τὴν ἀγάπη) στὸν Θεὸ (ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλα τὰ ἔλλογα ὄντα).
Στὰ παραπάνω γνωρίσματα θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε καὶ τὰ ἑξῆς
Ὁ Θεὸς εἶναι δημιουργός. Ἡ φύση κατέχει μονίμως στὴν Π.Δ. τὸ χαρακτηριστικὸ ὅτι εἶναι δημιούργημα.
Ὁ Θεὸς εἶναι μοναδικός. Δὲν δέχεται δίπλα του καμμία ἄλλη θεότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πρώτη ἐντολή του εἶναι: «Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ΄ [20] 3)· εἶναι Θεὸς ζηλωτής.
Ὁ Θεὸς ἐπίσης εἶναι κινητικός. Οἱ θεοὶ τῶν ἄλλων λαῶν δένονται μὲ ἕνα τόπο. Τὸν Βάαλ π.χ. μπορεῖ νὰ τὸν βρεῖ κανεὶς ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ πηγὴ τῆς γονιμότητος. Πεθαίνει μὲ τὴν γονιμότητα καὶ ἀνασταίνεται. Ἀνήκει πλήρως σ’ αὐτὴν τὴν γῆ, εἶναι κομμάτι τοῦ κόσμου, εἶναι ὑποτεταγμένος στὴν τύχη τοῦ κόσμου τούτου. Οἱ θεοὶ τῆς Ἀνατολῆς εἶναι δέσμιοι τῆς μοίρας καὶ ἀναφέρονται στὸ γίγνεσθαι τοῦ ἐτησίου κύκλου. Ἀντιθέτως, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ἀληθινὸς Θεός, στέκεται ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο καὶ κινεῖται πρὸς αὐτόν. Ὁ Γιαχβὲ πορεύεται, ἀναχωρεῖ καὶ καλεῖ τὸν λαόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο.
Τὴν ἑπομένη φορὰ θὰ μιλήσουμε πιὸ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν Θεὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Δὲν εἶναι ἄλλος (διαφορετικός), εἴπαμε, εἶναι ὅμως διαφορετικὴ ἡ φανέρωσή του· ἀποκαλύπτεται διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἡ τριαδικότης του.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .