Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας, ἀλλ’ ὄχι μόνος (Ὁμιλία 10η στὴν Παλαιὰ Διαθήκη)
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Π
ροσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε ἑρμηνευτικῶς τὸν πρῶτο στίχο τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Γεν. α΄ 1).
Κατὰ τὶς τελευταῖες ὁμιλίες μας ἡ προπάθεια αὐτὴ ἔχει στραφεῖ πιὸ συγκεκριμένα στὴν ἐκ τοῦ ὡς ἄνω στίχου ὀνοματικὴ φράση ὁ Θεός.
Εἴδαμε τί πίστευαν οἱ ἄνθρωποι περὶ θεοῦ κατὰ τοὺς πρὸ Χριστοῦ χρόνους. Τὸν ἀληθινὸ Θεὸ γνώριζαν μόνον οἱ Ἑβραῖοι. Αὐτοὶ εἶχαν προσωπικὴ σχέση μαζί του, ἦταν ὁ περιούσιος λαός του. Τὰ ἄλλα ἔθνη ζοῦσαν βυθισμένα στὴν εἰδωλολατρία.
Αὐτοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ λοιπὸν ἀναφέραμε κάποια βασικὰ χαρακτηριστικά: τὸν προσωπικό του χαρακτῆρα, τὴν ἱστορικότητά του, τὴν διὰ τῶν ἐντολῶν φανέρωσή του, τὴν ὑπερβατικότητα καὶ τὴν ἐλευθερία του.
Τονίσαμε ἐπίσης ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεός· δὲν εἶναι ἄλλος ὁ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ἄλλος ὁ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν εἶπε ἢ ἄφησε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεό.
Θὰ πεῖ ὅμως κανείς:
Τότε γιατί οἱ Ἑβραῖοι συγκρούσθηκαν μαζί του;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ναὶ μὲν ὁ Χριστὸς δὲν δίδαξε κάποιον καινούργιο Θεό, εἰσήγαγε ὅμως νέα δεδομένα στὴν περὶ Θεοῦ ἀντίληψη.
Πρῶτα πρῶτα ὀνόμαζε διαρκῶς τὸν ἑαυτό του Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Καλοῦσε δηλαδὴ τὸν Θεὸ «Πατέρα». Τὸ ἔκανε ὅμως μὲ ἕναν πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο. Προσέδιδε στὸ ὄνομα αὐτὸ μίαν ἔννοια ἐντελῶς ἄγνωστη μέχρι τότε καὶ ἐξόχως ἰδιάζουσα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καλοῦν τὸν Θεὸ «Πατέρα». Πιστεύουν πὼς εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἔλεγε «ἀββᾶ» («ἀββᾶ ὁ πατήρ»), τὸ ἔλεγε μὲ ἕναν τρόπο ποὺ προβάλλει σχέση υἱότητος ριζικὰ διαφορετική, ἀποκλειστική, μοναδική, ἐσώτατη, ἰδιαζόντως στενὴ καὶ προσωπικὴ [1].
[1] Ἡ λέξη «ἀββᾶς» εἶναι ἀραμαϊκὴ (abba) καὶ σημαίνει «πατὴρ» (ἑβραϊκὰ av), ἀλλὰ μὲ τὴν σημασία καὶ τὸ περιεχόμενο ποὺ τῆς δίνει ὅταν τὴν χρησιμοποιεῖ ἕνα μικρὸ παιδί· δηλαδὴ τῆς μεγάλης καὶ πολλῆς οἰκειότητος, τοῦ αὐθορμητισμοῦ, τῆς ἀθωότητος, τῆς τρυφερότητος — κάτι σὰν αὐτὸ ποὺ σήμερα ἐκφράζει ἡ λέξη «μπαμπᾶς»· ὁμοιάζουν ἄλλωστε ὡς ὁμόηχες οἱ λέξεις «ἀββᾶς», «μπαμπᾶς» καὶ «abba» (βλ. Μάρκ. ιδ΄ [14] 36. Ρωμ. η΄ 15. Γαλ. δ΄ 6).
Παράλληλα ὁ Ἰησοῦς ἐκήρυττε πὼς εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ φράση αὐτὴ δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως οἱ περισσότεροι ἴσως νομίζουν. Ναί, εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ὁ μακρινὸς ἀπόγονος τῆς Εὔας, τὸ «σπέρμα τῆς γυναικός», ποὺ ἔμελλε νὰ συντρίψει τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄφεως (Γεν. γ΄ 15), εἶναι ὁ νέος Γενάρχης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὅμως γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἀποτελεῖ ὅρο μὲ μεσσιανικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ περιεχόμενο καὶ νόημα. Ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» συνδέεται μὲ τὴν τελικὴ κρίση, εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κάνει τὴν κρίση.
Ἀλλὰ γιὰ τοὺς Ἑβραίους ἡ κρίση εἶναι ἀποκλειστικῶς ἔργο τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορεῖ νὰ κρίνει τὴν ἱστορία ἕνας ἄνθρωπος, θὰ τὴν κρίνει μόνον ὁ Θεός. Αὐτὸς θὰ φέρει τὸ τέλος της καὶ θὰ κρίνει τελεσίδικα τὴν πορεία της. Καὶ τὸν Θεὸ ὁ Ἑβραῖος δὲν περιμένει νὰ τὸν δεῖ — εἶναι ὑπερβατικός, ὅπως εἴπαμε.
Νὰ ὅμως ποὺ ὁ Χριστὸς ταυτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν «υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου»· δηλαδὴ ἔμμεσα ἰσχυρίζεται ὅτι αὐτὸς θὰ κρίνει τελικὰ τὴν ἱστορία. Πολλὲς φορὲς ἀναφέρεται (ὅπως τὸ εἶχε συνήθεια) σὲ σχετικὰ χωρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν λέει ὅτι ὁ Πατὴρ «ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστὶ» (Ἰωάν. ε΄ 27), ἀναφέρεται σαφῶς στὴν σχετικὴ ὀπτασία τοῦ Δανιὴλ (ζ΄ 13 ἑξ), φανερώνοντας ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας [2].
[2] Ἡ ἑρμηνεία τῆς φράσεως «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» εἶναι πολὺ δύσκολη καὶ ἐδῶ δὲν ἔχουμε τὸν ἀπαιτούμενο χῶρο γιὰ ἐκτενέστερη ἀναφορά. Ὑπάρχουν ἀξιόλογες σχετικὲς μελέτες, στὶς ὁποῖες ἀξίζει νὰ προστρέξει κανείς.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν εἶναι «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ αὐτὸ γίνεται πεποίθηση στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν, πολὺ περισσότερο μάλιστα μετὰ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή του εἰς τοὺς οὐρανούς. Ὁ ἀναληφθεὶς Κύριος θὰ ἔλθει πάλι μετὰ δόξης «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς». Αὐτὸ συνιστᾶ μέγα σκάνδαλο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Γι' αὐτὸ καὶ μένουν περιχαρακωμένοι στὶς ἰδεοληπτικὲς περὶ Θεοῦ ἀντιλήψεις τους.
Ἀντίθετα, ὅσοι ἀσπάζονται τὴν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἀναμορφώνουν τὶς ἀντιλήψεις αὐτές. Ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακὼβ δὲν εἶναι πλέον μόνος (μονάς).
Δίπλα του στέκεται ἕνα ἄλλο πρόσωπο, ποὺ θὰ πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ λατρεύεται. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀνάστασή του, τὴν εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξο ἀναληψή του καὶ τὴν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καθέδρα γίνεται τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 10.)· θὰ προσκυνήσουν δηλαδὴ αὐτὸν λατρευτικῶς καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωποι καὶ τὰ καταχθόνια ὄντα, ποὺ μὲ τρόμο θὰ ὑποκλιθοῦν στὸ μεγαλεῖο του.
Κάτι τέτοιο γιὰ τὸν Ἑβραῖο εἶναι ἀδιανόητο. Πῶς μπορεῖ νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ λατρεύσει ἕνα κτίσμα!
Μάλιστα δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀξιώνει καὶ πλήρη αὐταπάρνηση ἐκ μέρους τῶν μαθητῶν του καὶ θυσία μέχρις αἵματος: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι» (Ματθ. ις΄ [16] 24. Βλ. καὶ Μάρκ. η΄ 34. Λουκ. θ΄ 23).
Μπορεῖ λοιπὸν καὶ ἄλλο πρόσωπο ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ νὰ προβάλλει τέτοιες ἀξιώσεις; Τί εἶναι τέλος πάντων αὐτὸς ὁ Χριστός; Μήπως εἶναι Θεός; Τὰ ἔργα πάντως «ἃ αὐτὸς ποιεῖ» εἶναι ὄντως θεϊκὰ καὶ μαρτυροῦν ὅτι ὁ Πατὴρ τὸν ἀπέστειλε (Ἰωάν. ε΄ 36). Δὲν εἶναι μόνον τὰ σημεῖα καὶ τέρατα ποὺ πραγματοποιεῖ ὡς ἐξουσίαν ἔχων. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑπερφυὴς διδασκαλία του. Συμπεριφέρεται ὡς Θεὸς καὶ σὲ ἄλλες πολλὲς περιπτώσεις.
Στὸ Ματθ. ιβ΄ [12] 8 ὀνομάζει τὸν ἑαυτό του κύριον τοῦ σαββάτου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μεγίστη αὐθαιρεσία γιὰ τὸν Ἰσραηλίτη. Τὸ ὅτι ὅμως καὶ ὁ Χριστὸς «αὐθαιρετεῖ», δὲν δεσμεύεται δηλαδὴ ἀπὸ νόμους καὶ κανόνες, τὸν κάνει νὰ ὁμοιάζει μὲ τὸν Θεὸ τῆς Π.Δ., ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴδαμε, πολλάκις «αὐθαιρετεῖ», καθότι δὲν δεσμεύεται ἀπὸ καμμία ἀρχή, κανόνα ἢ τάξη.
Ἀκόμη, ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ ἁμαρτίες, κάτι ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἰσραηλίτες ὁμολογοῦν ὅτι μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνει [3].
[3] Θυμηθεῖτε τὸ περιστατικὸ μὲ τὴν θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ. Τὸν ἔφεραν στὸν Κύριο καὶ ἐκεῖνος εἶπε: «θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Τότε κάποιοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους ἄρχισαν νὰ λένε ἀπὸ μέσα τους: «Ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ τολμᾶ νὰ ἐκστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιός ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἔχει δικαίωμα νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες;» Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ρωτᾶ: «Γιατί διαλογίζεσθε μέσα στὶς καρδιές σας πράγματα πονηρά; Τί εἶναι εὐκολώτερο; Νὰ πεῖ κανεὶς "εἶναι συγχωρημένες οἱ ἁμαρτίες σου"· ἢ νὰ πεῖ "σήκω πάνω καὶ περτάτησε";» Ἐσεῖς ἀσφαλῶς θεωρεῖτε δυσκολώτερο τὸ δεύτερο». Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸν παραλυτικὸ λέει: «ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου». Καὶ πράγματι σηκώθηκε ὁ ἄνθρωπος καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Τί ἀποδεικνύει ἐδῶ ἔμμεσα ὁ Κύριος; Ὅτι εἶναι Θεός. Εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέει: Ἀφοῦ μπορῶ νὰ κάνω τὸ δύσκολώτερο (ἐσεῖς μόνοι σας εἴπατε πὼς τὸ νὰ σηκωθεῖ ὁ παραλυτικὸς εἶναι τὸ δυσκολώτερο), πολλῷ μᾶλλον μπορῶ νὰ κάνω καὶ τὸ εὐκολώτερο, νὰ συγχωρῶ ἁμαρτίες. Ἄρα εἶμαι Θεός! (Ματθ. θ΄ 2-8. Μάρκ. β΄ 1-12. Λουκ. ε΄17-26) Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ποτὲ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶπε εὐθέως ὅτι εἶναι Θεός. Πάντα ἄφηνε νὰ ἐννοηθεῖ αὐτό. Καὶ ἔτσι, σιγὰ σιγὰ οἱ καλοπροαίρετοι συνειδητοποιοῦσαν τὴν ἀλήθεια αὐτὴ καὶ τὴν ἐγκολπώνονταν, οἱ δὲ κακοπροαίρετοι ἐσκληρύνοντο τῇ καρδίᾳ.
Ἐπὶ πλέον ὁ Ἰησοῦς, ζητοῦσε τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του: «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε» (Ἰωάν. ιδ΄ [14] 15). Ὅμως εἴδαμε ὅτι καὶ ὁ Θεὸς τῆς Π.Δ. τὸ ἴδιο κάνει.
Τέλος, εἶναι αὐτὸς ποὺ σώζει, ὁ Σωτὴρ (Λουκ. ιθ΄ [19] 10).
Μὲ ὅλα αὐτὰ οἱ πιστοὶ ἄρχισαν σιγὰ σιγὰ νὰ ἀντιλαμβάνονται μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὸν Θεὸ ποὺ μέχρι τότε γνώριζαν.
Τὰ πράγματα μάλιστα ἄλλαξαν ἄρδην μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Οἱ μαθητὲς καὶ ὁ περὶ αὐτοὺς κύκλος ἔχασαν τὴν αἰσθητὴ παρουσία τοῦ Διδασκάλου. Δὲν ὑπῆρχει πλέον ἡ ἁπτὴ ἐμπειρία, ἡ Χριστοφάνεια, ποὺ εἶναι Θεοφάνεια.
Τί εἶχαν τώρα νὰ περιμένουν; Τὴν Δευτέρα Παρουσία του; Αὐτό, ναί, ἦταν μιὰ ἀπαντοχή. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ μάλιστα περίμεναν ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἔλθει σύντομα· τόσο ποὺ κάποιοι Θεσσαλονικεῖς σταμάτησαν καὶ νὰ ἐργάζονται, τὸ θεωροῦσαν μάταιο καὶ περιττὸ (βλ. Β΄ Θεσ. γ΄ 11· ἀλλὰ καὶ τὰ ὅσα σχετικὰ γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος στὸ β΄ κεφάλαιο τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς).
Ὁ Κύριος ὅμως ἀργοῦσε. Καὶ τὰ ἐρωτήματα πληθύνονταν: «Γιατί ἀργεῖ τόσο;» «Τί δὲν καταλάβαμε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε;» «Καὶ ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται τώρα;» «Τί σημαίνει κάθεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός;» «Ποιά ἡ σχέση ποὺ ἔχει μὲ τὸν Θεό;» «Ποιά ἡ σχέση ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι μαζί του;» «Ποιά σχέση θὰ ἔχουν μετὰ τὴν δευτέρα ἔλευσή του;» «Καὶ ποιά θὰ ἔχουμε ὅλοι ἐμεῖς μαζί του τότε;» Ἀλλὰ κυρίως: «ποιά σχέση ἔχουμε τώρα μὲ τὸν Χριστό;»
Μέχρι ποὺ ἄρχισαν νὰ συνειδητοποιοῦν ὅτι τὸ κενὸ αὐτὸ ἦλθε νὰ πληρώσει μὲ τὴν παρουσία του ἕνα ἄλλο (τρίτο) πρόσωπο, ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ προσέφερε τὶς ἐμπειρίες μιᾶς νέας σχέσεως μὲ τὸν Θεό.
Ἔτσι, ἡ Χριστοφάνεια, ποὺ ἦταν Θεοφάνεια, ἔγινε τώρα Πνευματοφάνεια, ποὺ σημαίνει πάλι Θεοφάνεια. Τὸ Πνεῦμα κάνει, ὅπως καὶ ὁ Χριστός, πραγματικὴ τὴν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ πλουτίζει μὲ καινούργιες ἐμπειρίες.
Συνάμα δίνει ἀπαντήσεις σὲ ὅλα τὰ καίρια ἐρωτήματα. Ἑρμηνεύει τὸ παρελθόν, τουτέστι τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρία· ἑρμηνεύει τὸ παρόν, τὴν σχέση μας δηλαδὴ μὲ τὸν Θεὸ στὸ σήμερα· ἀλλὰ ἑρμηνεύει καὶ τὴν μέλλουσα ἐμπειρία τῶν ἁγίων — ἀποκάλυψη τῆς πλήρους γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ [4].
[4] Τέτοιου εἴδους ἑρμηνεία συναντοῦμε στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, ἡ ὁποία δὲν ἀναπαριστᾶ ἁπλῶς τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα, ἀλλὰ ἐνδιαφέρεται πρώτιστα γιὰ τὴν ἀπεικόνιση τῆς μελλούσης καταστάσεως.
Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μὲ ἄλλα λόγια, γεφυρώνει τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, παρέχοντας τὴν βεβαιότητα ὅτι ὅσα προγεύθηκαν οἱ ἀπόστολοι, ὅσα ζοῦν οἱ πιστοὶ καὶ ὅσα θὰ φανερωθοῦν στὸ μέλλον προσφέρονται μὲ πιστότητα καὶ ἀκρίβεια.
Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ παναγίου Πνεύματος ἐπίσης ἑρμηνεύονται ὀρθὰ καὶ κατανοοῦνται τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Χωρὶς τὴν ἐπενέργειά του, ὅλα θὰ ἦταν ἀκατανόητα.
Τὸ πιὸ σπουδαῖο ὅμως εἶναι ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε μέσῳ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἴδιες ἐμπειρίες ποὺ ἔζησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκη. Αὐτὸ ἐπαληθεύει τὰ σοφὰ λόγια τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ὅποιος μετέχει ἐπάξια στὴν Θεία Εὐχαριστία «βλέπει» τὸν Θεὸν καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι ὁ Μωϋσῆς. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, ὡς ἡ κατ’ ἐξοχὴν αἰσθητὴ κοινωνία (καὶ συνεπῶς γνώση) τοῦ Θεοῦ, παραμένει πάντοτε ἡ ὑψίστη καὶ τελειοτέρα μορφὴ ἀποκαλύψεως του.
Ὅταν ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε, «οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιδ΄ [14] 18), ἐννοῶντας ὅτι θὰ πέμψει τὸ πανάγιον Πνεῦμα, εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάν. ιδ΄ [14] 12). Καὶ βλέπουμε ὅτι πράγματι οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι ἔκαναν θαύματα πολὺ μεγάλα, ἔζησαν βίο θαυμαστὸ καὶ ἐπετέλεσαν ἔργο ὑπὲρ ἄνθρωπον μέσῳ τῶν χαρισμάτων ποὺ δόθηκαν σ’ αὐτούς. Δὲν εἶχαν τὴν αἰσθητὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τὸν ζοῦσαν ὅμως μέσα τους, χριστοποιήθηκαν οἱ ἴδιοι: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β΄ 20)· ἔγιναν θεοδίδακτοι διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅλα αὐτὰ ἄρχισε νὰ τὰ βιώνει ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα κάποια στιγμή. Ἄρχισε νὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι δίπλα στὸν Θεὸ Πατέρα δὲν στέκεται μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ Υἱοῦ, ὅπως πιὸ πάνω ἐξηγήσαμε, ἀλλὰ παίρνει τὴν δική του θέση καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Παρακλήτου, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐπιτελεῖ τὰ ἴδια ἀκριβῶς θαύματα καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ βιώνουν τὶς ἴδιες ἐμπειρίες. Στὸ ἑξῆς δὲν μποροῦμε νὰ ἀναφερόμαστε σὲ ἕναν μονώτατο Θεό.
Ὁ Θεὸς εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλ' ὄχι μόνος
Δὲν εἶναι μοναξιά. Εἶναι κοινωνία προσώπων. Κάθε λόγος γιὰ τὸ ὂν ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἑβραϊκὴ παράδοση ἀντιλαμβάνεται ὡς Θεό, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ περιλαμβάνει καὶ τὴν παράλληλη ἀναφορά μας στὰ δύο ἄλλα πρόσωπα.
Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁδηγήθηκε τελικὰ ἡ Ἐκκλησία στὴν νέα περὶ Θεοῦ ἀντίληψη, τὴν πιὸ διευρυμένη. Ἔτσι ἔφθασε στὴν διατύπωση τοῦ τριαδικοῦ δόγματος. Μέσῳ ὑπαρξιακῶν ἐμπειριῶν δηλαδὴ ἔγινε κατανοητὴ ὡς πρὸς τὸν Θεὸ ἡ σύγχρονη ἀναφορὰ σὲ τρία πρόσωπα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περὶ τριαδικοῦ Θεοῦ δογματικὴ διδασκαλία της ἀποτελεῖ πεῖρα ζωῆς μὲ βαθιὲς ἱστορικὲς ρίζες.
Γενικῶς ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας προκύπτει μέσα ἀπὸ ἱστορικές, ἐμπειρικὲς καὶ ὄχι διανοητικὲς διεργασίες. Ὁ νοῦς μετέχει, ἀλλὰ προηγεῖται ἡ βιωματικὴ ἐμπειρία, ἡ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως πολλὲς φορὲς ἔχουμε πεῖ.
Αὐτὴ ἡ σχέση καὶ οἱ ἐμπειρίες, ποὺ μέσῳ αὐτῆς ἀποκτήσαμε, μᾶς βοήθησαν καὶ στὴν κατανόηση κάποιων ἀληθειῶν περὶ Θεοῦ· ὅτι εἶναι ἁπλοῦς καὶ ἀσύνθετος, ἀπειροτέλειος, αὐθύπαρκτος, αὐτουσία, αὐτοαλήθεια, αὐτοφῶς, αὐτοαρετή, αὐτοδύναμις, αὐτοδικαιοσύνη, αὐτοζωή, αὐτοαγαθότης· εἶναι αὐτάρκης καὶ ἀπροσδεής, ἀΐδιος, ἀναλοίωτος, ἄϋλος, πνευματικός, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀπερινόητος, πανταχοῦ παρών, παντοδύναμος, πάνσοφος, παντογνώστης, παντεπόπτης, πανάγιος, πανάγαθος, πανάμωμος καὶ ἄλλα πολλά.
Ὅλα αὐτὰ βέβαια τὰ ἀντιλαμβάνεται ἡ περιορισμένη διάνοιά μας ὡς ἰδιότητες ποὺ συνθέτουν τὴν ἄπειρη τελειότητα τοῦ Θεοῦ. Ὅμως στὴν πραγματικότητα ὁ Θεὸς ἀποτελεῖ ἀσύνθετο, ἀδιαίρετο, ἁπλό, ἁρμονικὸ καὶ ἑνιαῖο σύνολο. Ἂν ἐμεῖς τὸ κατακερματίζουμε, εἶναι διότι ἔχουμε τὴν ἀνάγκη νὰ τὸ φέρουμε στὰ μέτρα τῶν ἀντιληπτικῶν μας δυνατοτήτων γιὰ νὰ τὸ ἐννοήσουμε.
Δὲν εἶναι ὡστόσο ἀπορριπτέες οἱ παραπάνω ἀναφορές· ἀρκεῖ νὰ μὴ πιστέψει κανεὶς πὼς προσεγγίζοντάς τες διανοητικῶς μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό.
Ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζεται ὡς σύνολο ἰδιοτήτων, ἀλλ’ ὡς ἐρώμενο πρόσωπο (πρόσωπα). Ἄλλωστε, αὐτοὶ ποὺ ἔνιωσαν τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ ἑνώθηκαν μαζί του, αὐτοὶ περιέγραψαν καὶ τὰ ἐν λόγῳ γνωρίσματα, τὶς «ἰδιότητές» του.
Ἀκολουθῶντας τώρα κανεὶς ἀντίστροφη πορεία — ἀπὸ τὰ ἰδώματα πρὸς τὴν σχέση καὶ ἕνωση μαζί του — κάτι ἴσως καταφέρει· μπορεῖ καὶ ὄχι.
Εἶναι, ξέρετε, σὰν τὴν σχέση ποὺ ἔχει ἡ γλῶσσα μὲ τὸ πνεῦμα. Ἡ γλῶσσα ἐκφράζει τὴν πνευματικότητα ἑνὸς λαοῦ. Προσεγγίζοντάς την μποροῦμε νὰ ἔλθουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν πνευματικότητα αὐτή, ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶναι μόνον ἐξωτερική, καθαρὰ γλωσσολογικὴ (φιλολογικὴ) ἡ προσέγγισή μας.
Δὲν προσεγγίζει, βλέπετε, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὴν γλῶσσα ἕνας φιλόλογος καὶ ἕνας ποιητής.
Ἐμεῖς ποιητικὰ ἂς προσεγγίζουμε καὶ τὴν γλῶσσα καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ. Ἄλλως, δὲν θὰ γίνουμε ποτὲ μέτοχοι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ὡραίου. Μόνον οἱ εὐαίσθητες ψυχὲς πάλλονται στὰ πλῆκτρα τοῦ Πνεύματος. Οἱ χοντροειδεῖς μένουν ἀταλάντευτες.
Τὸ ἔλεγε καὶ ὁ π. Πορφύριος, ὁ γλυκύτατος ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας·
Ἂς γίνουμε καὶ λίγο ποιητές!



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .