Παλεύοντας μὲ τὸ χάος
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ἡ
Ἀργότερα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε πολύ, ὁ Θεὸς ἔκανε αὐτὸ ποὺ καὶ ἐμεῖς κάνουμε ὅταν κάποιος δὲν εἶναι πιὰ κοντά μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συνομιλοῦμε ζωντανὰ μαζί του· ἄρχισε νὰ στέλνει γράμματα, δηλαδὴ ἐπιστολές, γραπτὰ μηνύματα.
Πρῶτος κομιστὴς αὐτῶν τῶν μηνυμάτων ὑπῆρξε ὁ προφήτης Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος δὲν προφητεύει κυρίως τὰ μέλλοντα, ὅπως οἱ ἄλλοι προφῆτες, ἀλλὰ τὰ γενόμενα, τὰ παρελθόντα. Καὶ νὰ πῶς ἀρχίζουν τὰ ἱερὰ κείμενα ποὺ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Μωϋσέως ἀποστέλλει στοὺς ἀνθρώπους:
«Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν (Γεν. α΄ 1). Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη γραμμή, ὁ πρῶτος στίχος τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτοῦ τοῦ στίχου προσπαθήσαμε μέχρι στιγμῆς νὰ προσεγγίσουμε ἑρμηνευτικὰ τὰ τρία πρῶτα μέρη: «Ἐν ἀρχῇ» - «ἐποίησεν» - «ὁ Θεός». Εἶπα «προσπαθήσαμε», ἐνῷ καλύτερα θὰ ἦταν νὰ πῶ «τολμήσαμε», διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Κάπως τολμητίας γίνεται κανεὶς θέλοντας νὰ εἰσέλθει εἰς τὰ ἄδυτα τῆς θείας σοφίας καὶ νὰ ἀτενίσει τὰ ἀπόρρητα. Ὅμως προτιμήσαμε αὐτό, παρὰ τὴν ἀπραγία, ἡ ὁποία ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι καταδικαστέα.
Σήμερα θὰ προχωρήσουμε στὸ τέταρτο καὶ τελευταῖο μέρος τοῦ στίχου, στὴν φράση τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ποὺ ἀποτελεῖ συντακτικῶς καὶ τὸ ἀντικείμενο (ἀντικείμενα) τῆς ὅλης προτάσεως (στίχος).
Ἡ πρώτη ἀπορία ποὺ δημιουργεῖται στὴν ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς φράσεως εἶναι: Γιὰ ποιόν οὐρανὸ μιλάει; Γιὰ τὸ στερέωμα, ἢ γιὰ κάτι ἄλλο;
Διότι γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τρεῖς οὐρανούς. Ὁ ἴδιος ἡρπάγη ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Στὴν δευτέρα πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του ἀναφέρεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονός, μιλῶντας μάλιστα ἀπὸ ταπεινοφροσύνη σὲ τρίτο πρόσωπο: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ» (Β΄ Κορ. ιβ΄ [12], 2).
Ἔχουμε ἀκούσει ἐπίσης νὰ γίνεται λόγος καὶ γιὰ ἑπτὰ οὐρανοὺς ἀκόμη.
Τί ἰσχύει τελικά; Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά;
Τὴν ὅποια ἀπάντηση στὸ παραπάνω ἐρώτημα δὲν θὰ δώσουμε ἐδῶ, ἀλλὰ λίγο πιὸ κάτω, στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ τὸ ἱερὸ κείμενο χρησιμοποιεῖ ξανὰ τὴν λέξη οὐρανός.
Ἐδῶ θὰ ποῦμε κάποια πράγματα, στηριζόμενοι στὴν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ στὸν Ἀπολογητικὸ περὶ τῆς Ἑξαημέρου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης [1].
[1] Γιὰ τὰ ὅποια αὐτούσια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτά, παραπέμπω στὴν γνωστὴ σειρὰ ΕΠΕ (Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας), ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς».
Ἡ Ἑξαήμερος τοῦ Μ. Βασιλείου εὑρίσκεται εἰς τὸν 4ο τόμο τῆς σειρᾶς τῶν ἔργων του (Θεσ/νίκη 1973).
Ὁ Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εὑρίσκεται εἰς τὸν 5ο τόμο τῆς σειρᾶς τῶν ἔργων του (Θεσ/νίκη 1987).
Εἰς τὸ τέλος κάθε ἀποσπάσματος ὑπάρχει παρένθεση μὲ δύο ἀριθμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μὲν πρῶτος παραπέμπει στὴν σχετικὴ σελίδα, ὁ δὲ δεύτερος στὴν σχετικὴ παράγραφο.
Μαζὶ μὲ τὰ παραπάνω, ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μετάφραση τοῦ Ἀκύλα, ὁ ὁποῖος ἀντὶ γιὰ τὸ «Ἐν ἀρχῇ» χρησιμοποιεῖ τὸ «Ἐν κεφαλαίῳ» (συνολικῶς), ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ πρῶτος στίχος τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρεται στὸ σύνολο τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία ὁρίζεται ἀπὸ τὰ δύο ἄκρα, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ.
Ἀντὶ δηλαδὴ νὰ πεῖ τὸ ἱερὸ κείμενο ὅτι ὁ Θεὸς ἐποίησε ὅλα τὰ ὄντα, εἶπε «ἐν κεφαλαίῳ», δηλαδὴ «ἐν ἀρχῇ» «ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Τὸ «ἐν κεφαλαίῳ» σημαίνει συλλήβδην (συνολικῶς), ἐνῷ τὸ «ἐν ἀρχῇ» δηλώνει τὸ ἀκαρὲς (ἀκαριαῖο) καὶ ἀδιάστατο, καθότι ἡ ἀρχὴ εἶναι ξένη πρὸς κάθε ἔννοια διαστήματος. Ὅπως τὸ σημεῖο, λέει ὁ σοφὸς Γρηγόριος, εἶναι ἀρχὴ τῆς γραμμῆς καὶ τὸ ἄτομο τοῦ ὄγκου, ἔτσι καὶ τὸ ἀκαρὲς (ἀκαριαῖο) εἶναι ἀρχὴ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος.
Τὴν ἀθρόα λοιπὸν καταβολὴ τῶν ὄντων ἀπὸ τὴν ἄφραστη δύναμη τοῦ Θεοῦ ὀνόμασε ὁ Μωϋσῆς «ἀρχήν», δηλαδὴ «κεφάλαιον»· καὶ οἱ δυὸ λέξεις δηλώνουν τὸ ἀθρόον. Ὅπως δὲ ἤδη ἀναφέραμε, δηλώνοντας ὁ ἱερὸς συγγραφεὺς τὰ δύο ἄκρα (οὐρανὸς καὶ γῆ), ὑποδηλώνει σιωπηρῶς καὶ τὰ ἐνδιάμεσα· ἀπὸ τὸ περιέχον δεικνύεται καὶ τὸ περιεχόμενον.
Ὡς ἄκρα δὲ νοοῦνται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ κατὰ τὴν ἀνθρώπινη αἴσθηση, ἡ ὁποία οὔτε στὰ ὑποκάτω τῆς γῆς εἰσδύει οὔτε τὸν οὐρανὸ διαβαίνει. Μὲ αὐτὰ (τὰ ἄκρα) ὁρίζεται ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἡ ὅραση τῶν ἀνθρώπων.
Νὰ ποῦμε βέβαια ἐδῶ ὅτι οἱ δύο Καππαδόκες ἀκολουθοῦν τὴν γεωκεντρικὴ κοσμοαντίληψη τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ εἶναι ἡ τῶν Πτολεμαίων. Οἱ Πτολεμαῖοι εἶχαν στηριχθεῖ στὶς θεωρίες τοῦ Ἀριστοτέλους, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ἡ γῆ καὶ ὁ οὐρανός νοοῦνται ὡς δύο σταθερὰ ὅρια τοῦ κόσμου, μεταξὺ τῶν ὁποίων διατάσσονται ὅλα τὰ ὄντα καὶ οἱ οὐράνιες σφαῖρες.
Νὰ σημειώσουμε ἐπίσης ὅτι, ὅπως ἡ Γραφή, ἔτσι καὶ οἱ Πατέρες ἔχουν ὡς σκοπὸ στὰ συγγράμματα καὶ στὶς ὁμιλίες τους τὴν θεογνωσία, ὄχι τὴν ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια.
Βλέπετε ὅτι καὶ ἡ Γραφή, παρότι θεόπνευστη, συγκαταβαίνει στὴν ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτι ὁ ἥλιος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν γῆ. Φαντάζεστε νὰ ἔλεγε τὸ ἀντίθετο; Θὰ ἦταν μὲν ὀρθὸ ἐπιστημονικῶς, ὅμως θὰ δημιουργοῦσε πλῆθος ἀντιδράσεων, ἔριδες, συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων καὶ θὰ ἔστρεφε τὴν προσοχὴ ὄχι στὴν θεογνωσία, ἀλλὰ στὴν ἐπιστήμη. Προτιμᾶ λοιπὸν ἡ Γραφὴ τὴν ποιητικὴ παρὰ τὴν ἐπιστημονικὴ γλῶσσα ἐνίοτε. Ἄλλωστε, «φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστὶν» (Ἀριστοτέλης, Ποιητική, 9 (1448b).
Τὸ πνεῦμα μάλιστα αὐτὸ διαπερνᾶ σύνολη τὴν παράδοσή μας. Ἂς τὸ προσέξουν ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ξενίζει ἡ ἀπουσία ἱστορικῆς ἀκρίβειας κάποιες φορὲς στὰ συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι προεχόντως ἱστορία αὐτά, ἀλλὰ ποίησις. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, ὅπως καὶ ἄλλοτε σημειώσαμε. Ἐνδιαφέρεται ὄχι νὰ ἱστορήσει τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἁγίου ἐν πρώτοις, ἀλλὰ τὴν μέλλουσα δόξα του.
Οἱ θεῖοι αὐτοὶ Πατέρες μὲ τὴν διδασκαλία τους μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανοήσουμε ὅτι ὁ Θεὸς κατέβαλε τὶς ἀφορμές, τὶς αἰτίες καὶ τὶς δυνάμεις ὅλων τῶν ὄντων μαζί. Μὲ μία ἀκαριαία ὁρμὴ τοῦ θελήματός του ἐτέθησαν ὅλες οἱ καταβολὲς τοῦ σύμπαντος κόσμου, τὰ σπέρματά του. Ἔπειτα μὲ βάση αὐτὲς τὶς καταβολές, τὶς ἀφορμὲς καὶ αἰτίες ἔγιναν τὰ ἐπὶ μέρους ὄντα.
Θυμίζει λίγο αὐτὸ τὴν σχέση τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου μὲ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ σπόρος, ἡ δὲ θεολογία οἱ ρίζες καὶ ὁ κορμὸς καὶ τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα καὶ οἱ καρποὶ ποὺ ἔδωσε ὁ σπόρος αὐτός.
Ἐν κεφαλαίῳ λοιπόν, τουτέστι συνεπτυγμένως, συγκεφαλαιωτικῶς ἡ Γραφὴ ἀναφέρεται εἰς τὰ τῆς δημιουργίας. Ἡ ἐπιστήμη ἔρχεται μετὰ καὶ ἀνακαλύπτει τὶς λεπτομέρειες. Δὲν κάνει ἐπιστήμη ἡ Γραφὴ — τὸ ξαναλέμε. Αὐτὸ ποὺ συχνὰ ἀκοῦμε, ὅτι ἡ Γένεση δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὸ πῶς, ἀλλὰ γιὰ τὸ ποιός ἔφτιαξε τὸν κόσμο, ἔχει βάση. Τὸ πῶς δημιουργήθηκε ὁ κόσμος τὸ ἀνακαλύπτουμε διὰ τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Μωϋσῆς συνέταξε τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως μὲ σκοπὸ καὶ αὐτὸς τὴν θεογνωσία, ὄχι τὴν ἐπιστήμη· μέσῳ τῶν αἰσθητῶν νὰ ἀναχθοῦμε εἰς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν.
Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ὅσα περὶ τῆς ἑξαημέρου δημιουργίας γράφονται στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως δὲν θὰ πρέπει νὰ τὰ ἔχει καὶ νὰ τὰ λαμβάνει σοβαρὰ ὑπ' ὄψιν του ὁ κάθε ἐπιστήμων. Διότι στὴν οὐσία αὐτὸς τί κάνει; Ἀναλύει ἐκεῖνα ποὺ «ἐν κεφαλαίῳ», ὅπως εἴπαμε, παραθέτει τὸ ἱερὸ κείμενο. Ἂν μή τι ἄλλο, ἴσως τὸν βοηθήσουν νὰ συνθέσει σὲ ἀσφαλῆ βάση ἐκεῖνα ποὺ ἤδη ἀνέλυσε. Καὶ ἔτσι νὰ συνταιριάξει τὸ καθόλου μὲ τὸ ἐπὶ μέρους, κάτι ποὺ δίδαξαν σὲ ὅλους τοὺς τόνους οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, καὶ σήμερα, ὕστερα ἀπὸ αἰῶνες κατακερματισμοῦ τοῦ ἑνιαίου γνωστικοῦ πεδίου, δειλὰ δειλὰ ἴσως κάποιοι ἀρχίζουν νὰ κατανοοῦν.
Σὲ ἕνα τέτοιο πλαίσιο λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος μᾶς διδάσκει ὅτι μὲ τὴν πρώτη ὁρμὴ τοῦ θείου θελήματος συγκροτήθηκε ἡ οὐσία κάθε ὄντος: «ἡ ἑκάστου τῶν ὄντων οὐσία συνέδραμεν, οὐρανός, αἰθήρ, ἀστέρες, πῦρ, ἀήρ, θάλασσα, γῆ, ζῷον, φυτὰ» (264/15). Ὁ Θεὸς ἄλλωστε γνωρίζει τὰ πάντα πρὶν τὴν γένεσή τους: «...ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν» (Δαν. ιγ΄ [13], 42). «Πρὶν ἢ κτισθῆναι τὰ πάντα, ἔγνωσται αὐτῷ, οὕτως καὶ μετὰ τὸ συντελεσθῆναι (Σοφ. Σειρ. κγ΄ [23], 20).
Στὸν Θεὸ ἡ βούληση συμβαδίζει μὲ τὴν δύναμη. Δὲν σκέπτεται κάτι ὁ Θεός, τὸ σχεδιάζει καὶ μετὰ τὸ ἐκτελεῖ. Ὅλα γίνονται συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ (ἀκαριαίως), «ἐν ἀρχῇ», «ἐν κεφαλαίῳ». «Συνημμένως καὶ ἀδιαστάτως συναναδείκνυται τῇ βουλῇ καὶ τὸ ἔργον» (260/11)· δηλαδὴ συνημμένως καὶ ἀδιαχωρίστως πρὸς τὴν βουλὴ φανερώνεται καὶ τὸ ἔργο. Μέτρο τῆς δυνάμεως εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ θέλημα εἶναι σοφία. Ὅλες οἱ σχετικὲς μὲ τὴν κτίση ἐνέργειές του θὰ πρέπει νὰ νοοῦνται μαζί, τὸ θέλημα, ἡ σοφία, ἡ δύναμις, ἡ οὐσία τῶν ὄντων.
Πολλοὶ ἐκφράζουν τὴν ἀπορία: ἂν ὁ Θεὸς εἶναι ἄϋλος, ἀπὸ ποῦ προέρχεται ἡ ὕλη, πῶς τὸ ὑλικὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄϋλο, τὸ ποσὸ ἀπὸ τὸ ἄποσο, τὸ ὁρατὸ ἀπὸ τὸ ἀόρατο καὶ αὐτὸ ποὺ ὁρίζεται μὲ ὄγκο καὶ μέγεθος ἀπὸ τὸ ἀμέγεθες καὶ ἀόριστο; Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ στὴν φύση του, πῶς τὰ παρήγαγε;
Ἂς ἐννοοήσουμε λοιπὸν ὅτι μὲ τὸ πανσθενουργὸν θέλημά του κατέβαλε διὰ μιᾶς ὅλα μαζὶ ὅσα συντελοῦν στὴν σύσταση τῶν ὄντων, τὸ ἐλαφρύ, τὸ βαρύ, τὸ πυκνό, τὸ ἀραιό, τὸ μαλακό, τὸ σκληρό, τὸ ὑγρό, τὸ ξηρό, τὸ ψυχρό, τὸ θερμό, τὸ χρῶμα, τὸ σχῆμα, τὴν περιγραφή, τὸ διάστημα, ποὺ καθ’ ἑαυτὰ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἔννοιες καὶ ψιλὰ νοήματα. Τίποτε καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι ὕλη. Ὅταν ἀναμιχθοῦν μεταξύ τους, τότε γίνονται ὕλη.
Κάπως ἔτσι λοιπὸν θὰ πρέπει νὰ προσεγγίσουμε τὸ «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Στὰ λόγια αὐτὰ περιγράφεται ἡ δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ Γένεσις δὲν μᾶς μιλάει ἀναλυτικὰ γιὰ τὰ στοιχεῖα τῆς δημιουργίας. Καθόλου δὲν κάνει λόγο γιὰ τὸ πῦρ, τὸ ὕδωρ καὶ τὸν ἀέρα, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν γῆ ἀποτελοῦν τὰ τέσσερα στοιχεῖα τοῦ κόσμου, κατὰ τὸν ἀρχαῖο Σικελιώτη φιλόσοφο Ἐμπεδοκλῆ. Ἡ Γραφὴ ἀφήνει νὰ τὰ ἐννοήσουμε αὐτά. Δὲν μᾶς τὰ προσφέρει ἄλλωστε ὅλα ἕτοιμα ὁ Θεός. Μᾶς φωτίζει νὰ ψάξουμε καὶ νὰ βροῦμε μόνοι μας κάποιες ἀλήθειες· γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ἄλλωστε καὶ τὴν σοφία νὰ ἀναπτύξουμε ἐπιστήμη.
Ἀλλὰ μιᾶς καὶ ἀναφερθήκαμε στὸ δῶρο τῆς ἐπιστήμης, ἀξίζει, νομίζω, νὰ ποῦμε καὶ δύο λόγια γιὰ τὴν θεωρία περὶ κόσμου τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε ὁ ὡς ἄνω πυθαγόρειος φιλόσοφος, πολιτικός, φυσικός, μηχανικός, ἐφευρέτης, ἰατρός, μουσικὸς καὶ ποιητὴς Ἐμπεδοκλῆς. Διότι οἱ θέσεις του ἀφ’ ἑνὸς παρουσιάζουν ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον (καὶ ἀφοῦ μᾶς ὁδήγησε ἐδῶ ὁ λόγος, κρῖμα θὰ ἦταν νὰ τὶς παρατρέξουμε), ἀφ’ ἑτέρου (καὶ κυρίως) εἶναι πολὺ χρήσιμες εἰς τὸ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὶς ἀντιλήψεις ποὺ ἐπικρατοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ τὶς ὁποῖες τόσο ὁ Βασίλειος ὅσο καὶ ὁ Γρηγόριος φαίνεται πὼς ἀκολουθοῦν.
Ὁ Ἐμπεδοκλῆς λοιπὸν ὁ Ἀκραγαντῖνος (5ος αἰ. π.Χ.) ἔλεγε πὼς τὰ στοιχεῖα ποὺ παραπάνω ἀναφέραμε πῦρ, ὕδωρ, γῆ, ἀὴρ εἶναι ἕνωμένα μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ διακρίνονται (ἀποχωρίζονται). Χρησιμοποιοῦσε πρὸς τοῦτο τοὺς ὅρους Φιλία (Φιλότης, Ἀγάπη) καὶ Νεῖκος (Ἔρις, Διαμάχη). Φιλία ὀνόμαζε τὴν δύναμη ποὺ ἑνώνει, συγκεράζει, συνδέει τὰ στοιχεῖα, δημιουργεῖ κόσμους καὶ σώματα, εἶναι ἀρχὴ συνθέσεως, μὲ ἄλλα λόγια. Νεῖκος δὲ καλοῦσε τὴν δύναμη ποὺ διαχωρίζει, διασπᾶ τὰ μιγέντα, τὴν ἕνωση — ἀρχὴ διαχωρισμοῦ. Ἡ Φιλία καὶ τὸ Νεῖκος ἐνεργοῦν στὰ τέσσερα ῥιζώματα, ὅπως ὀνόμαζε τὰ ὡς ἄνω στοιχεῖα ὁ Ἐμπεδοκλῆς. Εἶναι δηλαδὴ ἡ Φιλία καὶ τὸ Νεῖκος σύμφυτες δυνάμεις πρὸς τὰ ῥιζώματα. Ἡ Φιλία τὰ ἀναμειγνύει, τὸ δὲ Νεῖκος τὰ διαχωρίζει. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν δημιουργεῖται ὁ κοσμικὸς κύκλος, στὸν ὁποῖον πίστευε πολὺ ὁ φιλόσοφος (βλ. Διογένους Λαερτίου, Φιλοσόφων Βίων καὶ Δογμάτων Συναγωγή, 8, 76).
[1] Στὸν Λαέρτιο Ἧρα εἶναι ἡ γῆ.
Ἐμεῖς βέβαια σήμερα στὴν ἐπιστήμη δὲν μιλᾶμε γιὰ Φιλία καὶ Νεῖκος, ἀλλὰ γιὰ δυνάμεις ποὺ ἀποτελοῦν ἀρχὲς συνθέσεως (βαρύτης - ἠλεκτρομαγνητισμὸς - ἰσχυρὰ πυρηνικὴ δύναμη) ἢ ἀρχὲς διαχωρισμοῦ (θερμικὴ κίνηση - ἐντροπία - ἀσθενὴς πυρηνικὴ διάσπαση - κοσμικὴ διαστολή). Μὲ λίγα λόγια, σήμερα τὸν ρόλο τῆς Φιλίας καὶ τοῦ Νείκους τὸν ἔχουν οἱ θεμελιώδεις δυνάμεις καὶ ἡ ἐντροπία (τάση πρὸς διάχυση, δύναμη ποὺ ὁδηγεῖ στὸ χάος). Αὐτὲς ἄλλοτε συνδέουν καὶ ἄλλοτε διασποῦν τὴν ὕλη.
Νὰ ποῦμε ἕνα παράδειγμα.
Πῶς γεννιέται ἕνα ἄστρο; Σὲ ἕνα νέφος ἀερίων, ἡ βαρύτης τραβᾶ τὰ σωματίδια, τὸ νέφος συσπειρώνεται, ἡ ὕλη ἑνώνεται καὶ δημιουργεῖται πυρηνικὴ σύντηξη. Ἀποτέλεσμα τῆς (μακρᾶς ἐξάπαντος) αὐτῆς διαδικασίας, ἡ δημιουργία ἑνὸς ἄστρου. Ἐδῶ ὁ ρόλος τῆς Φιλίας (ἂν θέλουμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ὅρο τοῦ Ἐμπεδοκλέους) συνίσταται στὴν σύνδεση καὶ τὴν δομή.
Πῶς πεθαίνει τὸ ἄστρο; Ὅταν ἐξαντληθεῖ ἡ ἐνέργειά του, πέφτει ἡ πίεση καὶ ἀρχίζει νὰ νικᾶ ἡ βαρύτης. Ἀκολουθεῖ ἡ κατάρρευση καὶ ἡ ἔκρηξη (supernova). Ἡ ὕλη διασκορπίζεται στὸ διάστημα. Αὐτὸ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἑρμηνεύει ὁ ὅρος Νεῖκος τοῦ φιλοσόφου μας (διάλυσις - διασπορά).
Δὲν τελειώνει ὅμως ἐδῶ ἡ ὅλη διαδικασία — δὲν τελειώνει ποτὲ κατὰ τὸν Ἐμπεδοκλῆ. Τὰ θραύσματα ποὺ ἐπιφέρει ἡ διάλυση καὶ διασπείρονται στὸ διάστημα, συγκεντρώνονται ξανὰ καὶ συνθέτουν νέους ἥλιους, νέους πλανῆτες, νέα σώματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ κοσμικὸς κύκλος· ἀέναος κατὰ τὸν Ἐμπεδοκλῆ, χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος.
Εἰδωλολατρικὴ ἀσφαλῶς ἡ ἄποψη. Εἰδωλολάτρης ἄλλωστε ἦταν ὁ ἄνθρωπος. Ὅμως πόση σοφία! Πόσο προδρομικὰ πράγματα εἶπε! Τοῦ ἀποδίδεται καὶ τὸ ἀπόφθεγμα «ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας κύκλος ποὺ τὸ κέντρο του εἶναι παντοῦ καὶ ἡ περιφέρειά του πουθενά». Στὴν ρήση αὐτὴ ἐγὼ βλέπω νὰ σκιαγραφεῖται μὲ μαθηματικὴ (γεωμετρικὴ γιὰ τὴν ἀκρίβεια) σκέψη ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρὼν κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές του, πανταχοῦ ἀπὼν κατὰ τὴν οὐσία του. Ὡραία γνωμικὴ ἔκφραση, ἂν τὴν ἑρμηνεύσεις χριστιανικά. Ὁ Θεὸς εἶναι στὸ κέντρο κάθε ὑπαρκτοῦ, ὅσο ὅμως κι ἂν τὸν ἀναζητήσεις ὡς οὐσία, δὲν θὰ τὸν βρεῖς πουθενά.
Προσωπικὰ λοιπὸν δὲν θὰ διαφωνήσω μὲ ὅλα ὅσα παραπάνω περὶ ἀνασυνθέσεως τῶν σωμάτων μᾶς εἶπε ὁ Ἐμπεδοκλῆς. Θὰ διαφωνήσω μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψή του περὶ ἀενάου κύκλου (χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος). Ὁ κόσμος ἔχει ἀρχὴ — εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε γι' αὐτό. Ἡ πορεία του δὲν εἶναι κυκλική. Ἂς μὴ μᾶς παρασύρει ἡ τοῦ εἴδους αὐτοῦ κίνηση κάποιων σωμάτων, τὰ ὁποῖα διαγράφοντας μία ὁμαλὴ πορεία χωρὶς ἐμπόδια ἐπανέρχονται στὴν προτέρα θέση τους. Τίποτε δὲν εἶναι ἄναρχο (χωρὶς ἀρχή). Παρ' ὅλον ὅτι διαφεύγει τὴν ἀντίληψή μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε οὔτε ἀπὸ ποῦ ἀρχίζει οὔτε ποῦ καταλήγει ἕνα κυκλικὸ σχῆμα, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, στὴν πραγματικότητα αὐτὸς (ὁ Θεὸς) ποὺ περικλείει τὸν κύκλο μέσα σὲ μία γραμμὴ μὲ ὁρισμένο κέντρο καὶ ὁρισμένο ἄνοιγμα τοῦ διαβήτη, ὁπωσδήποτε ἀπὸ κάποιο σημεῖο ἀρχίζει: «ἀλλὰ κἂν τὴν αἴσθησιν διαφεύγῃ, τῇ γε ἀληθείᾳ πάντως ἀπό τινος ἤρξατο ὁ κέντρῳ καὶ διαστήματί τινι παριγράψας αὐτὸν» (32/12).
Ἡ κίνηση βέβαια δὲν εἶναι οὔτε ἀκραιφνῶς γραμμική. Εἶναι σπειροειδὴς (ἑλικοειδὴς) ἐν τέλει, ποὺ σημαίνει πὼς εἶναι καὶ τὰ δύο, καὶ κυκλικὴ καὶ γραμμική. Διαγράφει κύκλους κάθε φορὰ σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο (εἴδατε πῶς ὁ Χριστιανισμὸς ἐν παντὶ συνενώνει τὰ διεστῶτα;)
Τὸ σύμπαν συνεχῶς διαστέλλεται, ὁ χῶρος μεγαλώνει. Μάλιστα σήμερα ἡ διαστολὴ ἐπιταχύνεται. Δὲν τὰ λέω ἐγὼ αὐτά, εἶναι ἐπιστημονικὲς θέσεις.
Ἂς ποῦμε ὅμως ἀκόμη ἕνα παράδειγμα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐντροπία.
Τὸ καθένα ἀπὸ τὰ κύτταρα τοῦ ὀργανισμοῦ μας ἀποτελεῖ ὁλόκληρο σύστημα (ὁλόκληρο σύμπαν). Καὶ ὅπως συμβαίνει μὲ κάθε σύστημα, ὑπόκειται στὴν φθορὰ καὶ ὀλισθαίνει πρὸς τὴν ἀταξία. Οἱ πρωτεΐνες ἀλλοιώνονται, τὸ DNA ὑφίσταται βλάβες, οἱ μεμβράνες διαλύονται.
Ὅμως τὸ κύτταρο καταναλώνει ἐνέργεια (ATP) καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν παλεύει ἐνάντια στὴν ἐντροπία, ἐπιδιορθώνοντας τὸ DNA, ἀνασκευάζοντας τὶς πρωτεΐνες, ἀποβάλλοντας ἄχρηστα μόρια.
Μὲ ὁλόκληρο τὸν ὀργανισμό μας συμβαίνει τὸ ἴδιο. Τρῶμε, παίρνουμε ἐνέργεια, συντηροῦμε τὴν τάξη. Ὅσο λειτουργεῖ ὁ μεταβολισμός, ἀνανεώνονται τὰ κύτταρά μας, ρυθμίζεται ἡ θερμοκρασία μας, κλείνουν τὰ τραύματά μας. Χωρὶς ἐνέργεια, ὅλα διαλύονται. Ἡ τροφὴ εἶναι τὸ καύσιμο τῆς ὑπάρξεώς μας (ὡς ὑλικῶν ὄντων), διασώζει τὴν τάξη.
Ὅσο περνάει βέβαια ὁ καιρός, οἱ ἐπιδιορθώσεις γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἀτελεῖς, τὰ λάθη συσσωρεύονται, τὰ κύτταρα χάνουν τὴν ὀργάνωσή τους, διασαλεύεται ἡ τάξη τοῦ ὀργανισμοῦ, κερδίζει ἔδαφος ἡ ἐντροπία, νικᾶ... τὸ Νεῖκος! Θὰ λέγαμε ὅτι·
Ἡ ζωή μας εἶναι μία διαρκὴς μάχη ἐνάντια στὴν ἐντροπία.
Γι' αὐτὸ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐνέργεια. Ἔτσι συντηρούμαστε. Ἂν σταματήσει ἡ παροχὴ τῆς ἐνέργειας, παύει καὶ ἡ συντήρηση. Τὰ μόρια διασκορπίζονται, τὰ μικρόβια ἀποσυνθέτουν τὸ σύστημα. Ἡ ἐντροπία εἶναι ἐλεύθερη πλέον, δὲν βρίσκει ἀντίσταση καμμία. Αὐτὸ ὀνομάζεται θάνατος.
Καιροφυλακτεῖ παντοῦ ἡ ἐντροπία, σὲ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας.
Πάρτε τὸν ἐγκέφαλό μας. Πόση ἐνέργεια χρειάζεται γιὰ νὰ κρατεῖ τὴν τάξη, τὶς νευρικὲς συνδέσεις, τὶς ἰοντικὲς ἰσορροπίες, τὴν χημικὴ ἀκρίβεια; Πόσο εὔκολα σημειώνεται ἄνοδος τῆς ἐντροπίας στὸν νοῦ μὲ τὴν κόπωση; Μπερδεύονται οἱ σκέψεις, χάνεται ἡ συγκέντρωση, πληθαίνουν τὰ λάθη. Δὲν βλέπετε πόσα λάθη κάνουν οἱ ἀθλητές, ὅταν κουρασθοῦν; Χάνουν τὴν συγκέντρωσή τους καὶ δὲν κάνουν σωστὲς ἐπιλογές. Τὸ ἴδιο παθαίνουμε ὅλοι. Μόλις ὅμως λίγο ξεκουραστοῦμε, μόλις πάρουμε ἕναν ὑπνάκο, ἐπανέρχεται ἡ ἰσορροπία καὶ ἡ τάξη.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν μνήμη. Δὲν παραμένει σταθερή. Ἔχει ἀνάγκη τὴν ἐπανάληψη. Πρέπει πολλὲς φορὲς νὰ ἐπαναλαμβάνουμε κάτι, νὰ τὸ λέμε καὶ νὰ τὸ ξαναλέμε, νὰ τὸ διαβάζουμε καὶ νὰ τὸ ξαναδιαβάζουμε, νὰ τὸ γράφουμε ξανὰ καὶ ξανά, μέχρι νὰ τὸ ἐμπεδώσουμε καλὰ καὶ νὰ θρονιάσει στὴν μνήμη μας. Ἀλλιῶς, νικᾶ ἡ ἐντροπία, δηλαδὴ τὰ λάθη. Καὶ ἐδῶ χρειάζεται νὰ καταναλώσουμε πολὺ ἐνέργεια γιὰ νὰ κρατηθεῖ ἡ τάξη.
Ἀλλὰ καὶ στὸν κοινωνικὸ βίο προδήλως ἁπλώνει τὸ κράτος της ἡ ἐντροπία ὡς χάος, ἀνομία, ξεχαρβάλωμα, διάλυση τῶν δομῶν κ.λπ. Πότε; Ὅταν ὁ κοινωνικὸς ὀργανισμὸς δὲν τροφοδοτεῖται μὲ ἐνέργεια. Καὶ ποιά εἶναι ἡ ἐνέργεια ποὺ χρειάζεται ἡ κοινωνία; Οἱ νόμοι ἀσφαλῶς, ἡ παιδεία, ἡ λειτουργία τῶν θεσμῶν καὶ πάνω ἀπ' ὅλα ἡ θεοσέβεια.
Διαρκῶς λοιπόν, παντοῦ καὶ πάντα χρειαζόμαστε ἐνέργεια. Καὶ θὰ πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ καταλάβουμε ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία αὐτὸ ἀκριβῶς κάνουμε, τροφοδοτούμαστε μὲ ἐνέργεια, μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ποιητικὰ ὀνομάζουμε θεία χάρη. Διότι ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ἡ θεία χάρις, θεία ἐνέργεια. Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν κάνουμε κάτι ἄλλο ἀπὸ νὰ πληρούμεθα θείας χάριτος.
Γι' αὐτό, ἂς ἀφήσουμε ἐπὶ τέλους τὴν θρησκευτικότητα καὶ ἂς κατανοήσουμε τί ἀκριβῶς γίνεται ἐκεῖ μέσα, τί τέλος πάντων εἶναι αὐτὸς ὁ χῶρος τῆς Ἐκκλησίας, τί μᾶς παρέχει στὴν οὐσία. Ἂς μὴν εἶναι ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ φοβικὸ σύνδρομο. Ἂς μὴ μᾶς διακατέχει, σὰν τοὺς πρωτογόνους, ἡ ἀνάγκη νὰ τὸν ἐξευμενίσουμε γιὰ νὰ γλυτώσουμε τὶς «ξυλιές»! Δὲν εἶναι φόβητρο ὁ Θεός! Ἡ σχέση μαζί του εἶναι ἕνωση μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, σύνδεση μὲ τὸν πάροχο ἐνέργειας, ποὺ μᾶς φωτίζει, μᾶς σοφίζει, μᾶς ἐξυγιαίνει, ἐπουλώνει τὶς πληγές μας, ἀναπλάθει τὸ εἶναι μας, στηρίζει τὴν κάθε μας προσπάθεια, μᾶς ἐνδυναμώνει στὸν ἀγῶνα ἐνάντια στὴν ἐντροπία.
Διότι ἐν τέλει αὐτὸ εἶναι ἡ ζωή μας ὅλη, ἕνας ἀγῶνας, μία διαρκὴς πάλη ἐνάντια στὴν ἐντροπία.
Θὰ λέγαμε τελικὰ ὅτι·
Ζωὴ εἶναι νὰ παλεύεις μὲ τὴν ἀταξία, μὲ τὶς χαοτικὲς δυνάμεις.
Γι’ αὐτό, εἶναι ὡραῖο νὰ ἔχουμε παντοῦ τάξη. Εἶναι νίκη ἐνάντια στὸ χάος ἡ τάξη. Θὰ τὸ δοῦμε καὶ παρακάτω στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως αὐτό.
Ὁ Ἐμπεδοκλῆς λοιπὸν (γιὰ νὰ κλείσουμε αὐτὴν τὴν παρένθεση) εἶδε ποιητικὰ ὡς Φιλία καὶ Νεῖκος αὐτὰ ποὺ ἡ ἐπιστήμη τῆς φυσικῆς σήμερα περιγράφει μὲ ὅρους ὅπως βαρύτης, πυρηνικὲς δυνάμεις, ἐντροπία καὶ ἄλλες.
Σήμερα δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὰ τέσσερα στοιχεῖα τοῦ κόσμου, τὰ ῥιζώματα, ὅπως τὰ ὀνόμαζε ὁ ἀρχαῖος ἐκεῖνος σοφός, δηλαδὴ τὴν γῆ, τὸ ὕδωρ, τὸν ἀέρα καὶ τὸ πῦρ.
Σήμερα ἡ Χημεία κάνει λόγο γιὰ 118 στοιχεῖα (περίπου).
Ἡ δὲ Φυσικὴ δὲν περιγράφει πλέον τὸν κόσμο μὲ στοιχεῖα, ἀλλὰ μὲ σωματίδια (κουάρκς, ἠλεκτρόνια, φωτόνια κ.λπ.), μὲ πεδία (ἠλεκτρομαγνητικά, χρωμοδυναμικὰ κ.τ.ὅ.) καὶ μὲ δυνάμεις, ἐκ τῶν ὁποίων διακρίνονται ὡς τέσσερις θεμελιώδεις ἡ βαρύτης, ὁ ἠλεκτρομαγνητισμός, ἡ ἰσχυρὰ πυρηνικὴ δύναμις καὶ ἡ ἀσθενὴς πυρηνικὴ δύναμις.
Θὰ λέγαμε λοιπὸν ὅτι ὁ κόσμος λειτουργεῖ μὲ τέσσερις νόμους ἀλληλεπιδράσεως, ὄχι μὲ τέσσερα στοιχεῖα.
Αὐτὰ φυσικὰ δὲν τὰ γνώριζαν οἱ σοφοὶ Καππαδόκες — πῶς ἄλλωστε! Στὰ ἔργα τους παραθέτουν δεδομένα ποὺ βασίζονται στὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις τῆς ἐποχῆς τους.
Λέει γιὰ παράδειγμα, ὁ Μ. Βασίλειος στὴν Ἑξαήμερό του σχετικὰ μὲ τὴν ἕνωση καὶ τὴν ἀλληλοεπίδραση τῶν στοιχείων: «πάντα ἐν πᾶσι μέμικται» (46/28)· ὅλα δηλαδὴ εἶναι ἀναμεμιγμένα μὲ ὅλα. Μέσα στὴν γῆ, γιὰ παράδειγμα, θὰ βρεῖς καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν ἀέρα καὶ τὸ πῦρ.
Γιὰ τὸ πῦρ εἶπαν πολλὰ οἱ Πατέρες — κάποια θὰ τὰ δοῦμε σὲ ἑπόμενο κεφάλαιο. Θαυμάζει ὁ Βασίλειος τὴν φύση καὶ τὴν δύναμη τοῦ πυρός. Πῶς γίνεται, λέει, ἐνόσῳ ὑπάρχει μέσα στὰ σώματα, νὰ ἐμφωλεύει ἀβλαβῶς, μόλις ὅμως προκληθεῖ νὰ ἐξέλθει, νὰ κατατρώγει τὰ σώματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μέχρι τότε τὸ φύλατταν. Διότι κρύβεται μέσα στὶς πέτρες, μέσα στὸν σίδηρο, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς τριβῆς δίνει ἄφθονο πῦρ, μόλις ὅμως ἐξέλθει ἀπὸ τὰ αὐτά, τὰ ἀφανίζει μαζὶ μὲ ὅτι βρεῖ στὸ πέρασμά του.
Γιὰ τὸν Γρηγόριο τὸ πῦρ ἐμφανίσθηκε πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα — θὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσει ἀργότερα. Τὴν σοφία καὶ τὴν δύναμη ποὺ καταβλήθηκε γιὰ τὴν τελείωση καθενὸς ἀπὸ τὰ μόρια τοῦ κόσμου, λέει, ἀκολούθησε ἕνας ἀναγκαῖος εἱρμός, μία τάξη δηλαδή, μία σειρά, ὥστε τὸ πῦρ νὰ προλάβει καὶ νὰ ἐμφανισθεῖ πρὶν ἀπὸ τὰ ἄλλα ὅσα ὑπάρχουν στὸ σύμπαν. Τὰ ὑπόλοιπα ἀκολούθησαν, ἀναφαινόμενα ὄχι μὲ αὐτόματη τύχη, κατὰ κάποια ἄτακτη καὶ τυχαία φορὰ δηλαδή, ἀλλὰ ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ ἀναγκαία τάξη τῆς φύσεως. Τὰ ἐπὶ μέρους ὄντα ἀναφαίνονται μὲ μία λογικὴ τάξη καὶ ἀκολουθία σύμφωνα μὲ τὶς καταβολὲς τῆς «τεχνίτιδος φύσεως», τοῦ θείου θελήματος. Πρόκειται γιὰ τὸ παράγγελμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κάθε φορὰ σημειώνεται στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως μὲ ἐκεῖνο τὸ «εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ ἐγένετο» — θὰ τὰ δοῦμε παρακάτω, στὴν ὥρα τους ὅλα αὐτά.
Μέσα στὴν γῆ λοιπὸν ὑπάρχει τὸ πῦρ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὕδωρ — δὲν εἶναι κανεὶς ποὺ δὲν τὸ γνωρίζει αὐτό. Ὑπάρχει καὶ ὁ ἀὴρ βέβαια. Τὸ φανερώνουν οἱ ἀτμοὶ ποὺ ἀνεβαίνουν ὅταν ἡ γῆ εἶναι νοτισμένη καὶ ὁ ἥλιος τὴν θερμαίνει. Διότι ἐκ φύσεως πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀνυψώνονται τὰ ἐλαφρὰ σώματα, πρὸς δὲ τὴν γῆ καταπίπτουν τὰ βαρέα, ἀφοῦ ὁ οὐρανὸς κατέχει τὴν ὑψηλότερη θέση, ἐνῷ ἡ γῆ τὴν χαμηλότερη.
Οὐρανὸς καὶ γῆ λοιπόν. Δύο ὀνόματα ποὺ ἡ Βίβλος χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ δηλώσει τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ δύο Μεγάλοι Ἕλληνες Καππαδόκες Πατέρες καὶ αὐτάδελφοι Βασίλειος Καισαρείας καὶ Γρηγόριος Νύσσης.
Αὐτός, λένε, ποὺ ἀναφέρει τὰ ἐκ φύσεως πλέον ἀπομεμακρυσμένα μεταξύ τους (δηλαδὴ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ), αὐτὸς ἀσφαλῶς ὑπονοεῖ καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἀνάμεσά τους.
Θὰ πρέπει λοιπὸν ἀκούγοντας τὰ ὅσα ρητῶς μᾶς ἀναφέρει, νὰ ἐννοοῦμε καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἀποσιωπᾶ.







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .