Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ Πλάνος πλανᾶται!

 

π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Π

ροσπαθήσαμε μέχρι στιγμῆς νὰ προσεγγίσουμε ἑρμηνευτικὰ τοὺς πρώτους 17 στίχους τῆς Καινῆς Διαθήκης (Εὐαγγέλιον Ματθαίου), οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Θαυμάσαμε τὸ πῶς ὁ Κύριος καταδέχθηκε νὰ συγκαταριθμηθοῦν μεταξὺ τῶν προγόνων τους καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶχαν περιπέσει σὲ μεγάλα σφάλματα, ἄνθρωποι μὲ μεγάλες πτώσεις, ὅπως λέμε, μεγάλες ἁμαρτίες. Ὅμως καὶ ἅγιοι ὅλοι τους νὰ ἦταν, ὁ θαυμασμός μας καθόλου δὲν θὰ λιγόστευε. 

Πῶς νὰ μὴ θαυμάσει κανεὶς ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ καταδέχεται νὰ κληθεῖ «υἱὸς Δαυΐδ», γιὰ νὰ κάνει ἐμᾶς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ! Καταδέχεται νὰ καλεῖ πατέρα τὸν δοῦλο του (τὸν Δαυῒδ καὶ κάθε πρόγονό του), γιὰ νὰ μπορέσουμε ἐμεῖς, οἱ δοῦλοι του, νὰ καλοῦμε πατέρα τὸν Θεό, μετὰ παρρησίας νὰ λέμε «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»! Γεννήθηκε αὐτὸς κατὰ φύσιν, γιὰ νὰ γεννηθοῦμε ἐμεῖς κατὰ πνεῦμα (διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος).

Θὰ συνεχίσουμε τώρα μὲ τὸν ἑπόμενο στίχο.

«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (Ματθ. α΄ 18).

Δηλαδή· ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ὡς ἑξῆς. Ὅταν ἡ μητέρα του Μαρία ἀρραβωνιάσθηκε τὸν Ἰωσήφ, μολονότι δὲν συνευρέθησαν ὡς σύζυγοι, εὑρέθη αὐτὴ ἔγκυος μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μᾶς παρέθεσε ὁ εὐαγγελιστὴς τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τῶν προγόνων τοῦ Ἰησοῦ. Ἀνέφερε ὡς τελευταῖο πρόσωπο τοῦ καταλόγου  αὐτοῦ τὸν «Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας» (Ματθ. α΄ 16)· γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ἕνεκα ἐκείνης τὸν περιέλαβε στὴν γενεαλογία. Τώρα σπεύδει νὰ συμπληρώσει, τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ἀκούγοντας αὐτὸ τὸ «ἄνδρα Μαρίας» ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε κατὰ τὸν κοινὸ νόμο τῆς φύσεως, διὰ συζυγικῆς συνευρέσεως δηλαδή.

Εἶναι σὰν νὰ λέει, σᾶς μίλησα γιὰ τὸν ἄνδρα, σᾶς μίλησα γιὰ τὴν μητέρα, σᾶς μίλησα γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ, τώρα ἀκοῦστε καὶ τὸν τρόπο τῆς γεννήσεως. 

Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν τὸν πρωτοφανῆ, ὑπὲρ φύσιν καὶ ἔννοιαν τρόπο, προσπαθεῖ νὰ κεντρίσει πρῶτα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη μὲ τὸν στίχο αὐτόν.

Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὸν παρεμβάλλει ἐκεῖνα τὰ περὶ δεκατεσσάρων γενεῶν. Ἐπειδὴ δηλαδὴ μίλησε γιὰ «τὸν ἄνδρα Μαρίας» καὶ ἀμέσως μετὰ θὰ ἔπρεπε νὰ κάνει λόγο γιὰ γεγονὸς τόσο μέγα καὶ θαυμαστόν, τὴν ἐκ Παρθένου γέννηση, παρεμβάλλει τὴν ἀρίθμηση τῶν γενεῶν, ὥστε ὑπολογίζοντας κανεὶς τοὺς χρόνους, νὰ καταλάβει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας τὸν ὁποῖον ἐκήρυξαν οἱ προφῆτες. Ἔτσι, πιὸ εὔκολα θὰ μποροῦσε στὴν συνέχεια νὰ ἀποδεχθεῖ καὶ τὸ θαῦμα, τὴν θαυμαστὴ γέννηση.

Μὲ ἄλλα λόγια, ἂν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναφορὰ στὸν «ἄνδρα Μαρίας» ἔκανε λόγο περὶ γεννήσεως ἐκ Παρθένου, θὰ δημιουργοῦσε σύγχυση καὶ ἀπορίες. Καθὼς ὅμως παρεμβάλλει τὶς δεκατετράδες τῶν γενεῶν καὶ ὑποβάλλει τὸν εὐσεβῆ ἀναγνώστη σὲ ὑπολογισμοὺς χρόνων καὶ καιρῶν, μέσῳ τῶν ὁποίων τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ Ἰησοῦ ὡς τοῦ Μεσσίου τὸν ὁποῖον προανήγγειλαν οἱ προφῆτες [1], κάνει πιὸ ὁμαλὸ τὸ ἔδαφος γιὰ τὸ κατόπιν πέρασμα στὴν ἀποδοχὴ τοῦ θαύματος, ἤτοι τοῦ ὑπὲρ φύσιν τοκετοῦ. 

[1] Π.χ. ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ εὐλογῶντας τὸν υἱό του Ἰούδα εἶχε πεῖ πὼς ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον δικαιωματικὰ ἀνήκει τὸ βασιλικὸ σκτῆπτρο (ὁ Μεσσίας δηλαδή), θὰ ἔλθει ὅταν θὰ ἐκλείψουν (δὲν θὰ ὑπάρχουν) πλέον ἄρχοντες ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν» (Γεν. μθ΄ [49], 10· βλ. καὶ τοὺς ἑπομένους δύο στίχους). Βλ. ἐπίσης καὶ τὸ θ΄ κεφ. τοῦ βιβλίου τοῦ Δανιὴλ ποὺ ἀναφέρεται στὴν ὅραση (προφητεία) περὶ τῶν ἑβδομήκοντα ἑβδομάδων, ὅπου μὲ ἀκρίβεια προφητεύεται ὁ χρόνος ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος.

Εἴδατε λοιπὸν σοφία! Δὲν εἶναι τυχαία ἡ σειρὰ μὲ τὴν ὁποία ἡ Γραφὴ ἐκθέτει τὰ γεγονότα. Διόλου τυχαία ἡ σύνθεση καὶ ἡ ἀκολουθία τοῦ λόγου. Πάντα τὸ προηγούμενο ἑτοιμάζει τὸ ἑπόμενο. Αὐτὸν τὸν ρόλο ἔχουν καὶ οἱ τύποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀκόμη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, Ἰησοῦς, ἔχει προλεχθεῖ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ὡς διάδοχος τοῦ Μωϋσέως ὁδηγεῖ τὸν λαὸ στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας; Ὁ νέος Ἰησοῦς λοιπόν, ὁ Χριστὸς (ὁ Μεσσίας) εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸν νέον Ἰσραὴλ τῆς χάριτος στὴν ἀληθινὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὸν οὐρανὸ δηλαδή, γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει τὰ οὐράνια ἀγαθά. Ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖνος (τοῦ Ναυῆ) ὀνομαζόνταν Αὐσὴ (ἢ Ὡσηὲ) πρῶτα. Ὁ Μωϋσῆς τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει «θὰ σώσῃ»· καὶ ἔσωσε τὸν λαό του πράγματι, ὁδηγῶντας τον στὴν γῆ Χαναάν· ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν οὐράνιο Χαναάν. Τύπος τοῦ Χριστοῦ λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ. Καὶ ἐκεῖνος μὲν διεδέχθη τὸν Μωϋσῆ, ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως.

Προσέξτε κάτι στὸν στίχο ποὺ μελετᾶμε. Δὲν ἀναφέρει ἐξ ἀρχῆς τὴν λέξη Παρθένος. Μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας, λέει. Μιλάει πρῶτα γιὰ μητέρα, ὥστε καὶ πάλι νὰ προετοιμάσει τὸν ἀναγνώστη (τὸν ἀκροατή, ἂν θέλετε, καθότι τὰ παλαιὰ χρόνια δὲν ὑπῆρχαν πολλὰ ἀντίτυπα τῶν ἱερῶν κειμένων, οὔτε οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων γνώριζαν γράμματα· ἔτσι, συνήθως κάποιος διάβαζε καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἄκουγαν).

Ἀφοῦ λοιπὸν προετοίμασε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν παραδοχὴ τοῦ λόγου, τότε ἐπάγει τὸ παράδοξο ἐκεῖνο πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

Δὲν λέει, πρὶν νὰ ὁδηγηθεῖ αὐτὴ στὸ σπίτι τοῦ γαμπροῦ. Διότι ἐκεῖ ἔμενε. Ἦταν συνήθεια νὰ μένουν οἱ μεμνηστευμένες στὸ σπίτι τοῦ μνηστῆρος. Καὶ οἱ γαμπροὶ τοῦ Λὼτ ἐκεῖ ἔμεναν, μαζὶ στὸ σπίτι του, ὅπως σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁμοίως λοιπὸν καὶ ἡ Μαρία ζοῦσε μὲ τὸν Ἰωσὴφ στὸ σπίτι τοῦ δικαίου.

Ἀλλά, θὰ πεῖ κανείς· ἀφοῦ εἶναι ἔτσι, γιατί δὲν ἔμεινε ἔγκυος πρὶν τὴν μνηστεία; Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θὰ ἀποφεύγονταν καὶ οἱ λογισμοὶ περὶ τοῦ ἂν ἀληθεύει ἢ ὄχι τὸ ὅτι δὲν συνευρέθη μετὰ τοῦ Ἰωσήφ. Ὅμως·

Ἂν ἔμενε ἔγκυος πρὶν τὴν μνηστεία 

Πρῶτον, θὰ κινδύνευε νὰ κακοχαρακτηρισθεῖ· καὶ αὐτὸ θὰ ἦταν τὸ λιγότερο. Μία κοπέλα 16 περίπου ἐτῶν, καὶ ἐκείνη μάλιστα τὴν ἐποχή, νὰ εἶναι ἔγκυος ἐκτὸς γάμου! Δὲν ξέρουμε ποιά θὰ ἦταν ἡ τύχη της· καὶ τοῦ παιδίου ἀσφαλῶς. 

Δεύτερον, ἂν ἔδινε μαρτυρία περὶ τῆς παραδόξου ἐκείνης κυήσεως, ὅτι δηλαδὴ εὑρέθη ἔγκυος παρθένος οὖσα, τότε εἶναι ποὺ θὰ κινδύνευε, ἄμεσα μάλιστα· μαζὶ μὲ τὸ παιδίον πάντα. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν τὴν ὑπὲρ φύσιν σύλληψιν τῆς Μαρίας, ὅτι δηλαδὴ ἦτο Παρθένος. Ἐὰν μάθαιναν κάτι τέτοιο, ἐξάπαντος θὰ τὴν λιθοβολοῦσαν. Θὰ εὕρισκαν χίλιες δυὸ προφάσεις, θὰ διέδιδαν συκοφαντίες καὶ θὰ τὴν κατεδίκαζαν στὸ τέλος ἐπὶ μοιχείᾳ — ἤξεραν ἀπ’ αὐτά! Ἄλλωστε, θὰ εἶχαν συμμαχό τους καὶ τὴν κοινὴ ἐμπειρία· ποτὲ δὲν εἶχε συμβεῖ ξανὰ στὸ παρελθὸν κάτι παρόμοιο, οὔτε ἀκούστηκε ποτέ.

Θὰ πεῖς ὅμως· Δὲν γνώριζαν τὸ χωρίο τοῦ Ἡσαΐα, «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (Ἡσ. ζ΄ 14);

Μά, κι ἂν τὸ γνώριζαν, θὰ πίστευαν ὅτι στὴν ταπεινὴ ἐκείνη κόρη ἐκπληρώνεται ἡ προφητεία;

Ἐδῶ δὲν πίστεψαν ἐκ τῶν ὑστέρων (μετὰ τὴν γέννηση), παρότι εἶδαν τόσα θαύματα. Θὰ πίστευαν τότε;

Καὶ ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, δὲν ἦταν καὶ τὸ πιὸ εὔκολο πρᾶγμα. Βλέπετε ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωσὴφ δυσκολεύτηκε νὰ τὸ πιστεύσει. Χρειάσθηκε νὰ τοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσει ὁ ἄγγελος, νὰ τὸ δεῖ στὸ ὄνειρό του, νὰ ἀνακαλέσει στὸν νοῦ του τὶς προφητεῖες.

Ἐκεῖνος πάντως ποὺ σίγουρα θὰ πίστευε, ἀμέσως μάλιστα μόλις τὸ ἄκουγε, ἦταν ὁ διάβολος, ὁ ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας. Καλὸς γνώστης τῶν Γραφῶν, καιροφυλακτοῦσε. Περίμενε τὴν παρθένο ποὺ θὰ ἔμενε ἔγκυος. Οἱ δαίμονές του ἀπὸ πάντα εἶχαν γίνει σκιὰ τῶν παρθένων γυναικῶν, ἀνελλιπῶς τὶς ἐπιτηροῦσαν, παρανόμευαν.

Καὶ βέβαια μὴ ξεχνοῦμε τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου, ὅλους ἐκείνους τοὺς θεοστυγεῖς καὶ θεομάχους, ποὺ ἐδίωξαν καὶ ἐν τέλει ἐσταύρωσαν τὸν Χριστὸ ἀπὸ μῖσος καὶ ἴδιον συμφέρον· τοὺς ἀρχιερεῖς δηλαδὴ καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, τοὺς γραμματεῖς, τοὺς Φαρισαίους καὶ ὅλους ὅσοι ἦσαν κακοπροαίρετοι σὰν τοὺς δαίμονες.

Διότι ὑπῆρχαν καὶ οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐπίστευσαν, ἔστω καὶ μετὰ ἀπὸ δισταγμούς, ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Ἢ πάλι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπλανήθησαν στὴν ἀρχὴ καὶ φώναξαν μαζὶ μὲ τὸν ὄχλο τὸ «σταύρωσον αὐτὸν» — τὸν ὄχλο, ποὺ ξέρουν οἱ ἐπιτήδειοι τῆς κάθε ἐποχῆς νὰ χειραγωγοῦν. Ὅμως στὸ τέλος ἐκεῖνοι μετανόησαν. Μετὰ τὴν σταύρωση ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ τύπτοντες τὰ στήθη.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ὁ Ματθαῖος, καὶ τὸν Ἰωσὴφ γενεαλογεῖ ἀντὶ τῆς Παρθένου, ὅπως εἴδαμε, καὶ τὴν ὑπερφυᾶ σύλληψη σταδιακὰ ἀποκαλύπτει· προετοιμάζει πρὸς τοῦτο τὸ ἀκροατήριό του. 

Καὶ γενικῶς ὅλοι (καὶ οἱ ἀπόστολοι) εἶναι φειδωλοί, στὴν ἀρχὴ τοὐλάχιστον, εἰς τὸν νὰ ἀναφέρουν εὐθέως τὸ γεγονὸς τῆς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλήψεως. Ἐνῷ γιὰ τὴν Ἀνάσταση, ἐπὶ παραδείγματι, λένε τόσα πολλά, γιὰ τὴν ἄσπορο σύλληψη ὀλίγιστα. Αὐτό, διότι παραδείγματα ἀναστάσεως ὑπῆρξαν ἀρκετὰ κατὰ τὸ παρελθὸν (ἂν καὶ βέβαια διαφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου), γέννησις ὅμως ἐκ Παρθένου ποτὲ δὲν ἀκούστηκε.

Ὅπως σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἀλλ’ οὐδὲ αὐτὴ ἡ μήτηρ ἐξενεγκεῖν τοῦτο ἐτόλμησεν»· δηλαδή, οὔτε ἡ ἴδια ἡ μητέρα του τόλμησε νὰ τὸ πεῖ (Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, Ὁμιλία Γ΄, PG 57, 33A). Μάλιστα, ὅταν δωδεκαετῆ τὸν ἀναζήτησαν κάποτε (τότε ποὺ δὲν εἶχε ἐπιστρέψει μαζί τους ἀπὸ τὸ προσκύνημα στὰ Ἱεροσόλυμα) καὶ τὸ βρῆκαν ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων στὸν ναό, ἐκείνη εἶπε· «τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε» (Λουκ. β΄ 48)· ἀποκαλεῖ τὸν Ἰωσὴφ πατέρα τοῦ Ἰησοῦ.

Μόνον ἡ Μαρία καὶ ὁ Ἰωσὴφ γνώριζαν αὐτὴν τὴν ὑπὲρ νοῦν ἀλήθεια. Οὔτε στοὺς ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ τὸ βράδυ τῆς γεννήσεως τὴν ἀπεκάλυψε ὁ ἄγγελος.

Ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ λοιπὸν εἶναι τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ ἀναλαμβάνει ἐκ θείας προνοίας νὰ ὑπηρετήσει τὸν τόσο καίριο γιὰ τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας ρόλο τοῦ φύλακα καὶ προστάτη τῆς Μαρίας καὶ τοῦ παιδίου. Ἡ παρουσία του σκεπάζει καὶ ἀποκρύπτει τὸ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως, καὶ ἔτσι ἡ Παρθένος διασώζεται καὶ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ κάθε πονηρὰ καὶ ἀνήθικη ὑπόνοια. 

Ἡ μνηστεία λοιπὸν ἀσφαλίζει τὴν Παρθένο. Τὴν σώζει ἀπὸ τὴν μανία τοῦ διαβόλου, ποὺ ξεγελιέται ἀπὸ τὴν συγκατοίκηση τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας. Ποῦ νὰ καταλάβει ὅτι σχήματι καὶ ὄχι πράγματι ὁ γάμος ἐκεῖνος ὑφίστατο.

Πλανᾶται ὁ Πλάνος! Ὁ λευκὸς ἐκεῖνος γάμος, ὅπως θὰ τὸν λέγαμε ἐμεῖς σήμερα, τὸν ἀποπροσανατολίζει.

«Τὰ ἔξυπνα πουλιὰ ἀπὸ τὴν μύτη πιάνονται», λέει ὁ λαός μας γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ περνιοῦνται γιὰ ἔξυπνοι. Πρῶτος διδάξας, ὁ διάβολος. Ἐδῶ ὅμως πιάνεται στ’ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν μύτη! Καμαρώνει γιὰ τὴν σοφία του (πονηρία δάβασε, πανουργία), στὰ δίχτυα τῆς ὁποίας  συλλαμβάνει τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου τούτου, ὅμως νὰ ποὺ πιάνεται τώρα στὴν ξόβεργα τῆς πανσοφίας τοῦ Θεοῦ.

Στὸν στίχο ποὺ μελετᾶμε, ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς ἔθεσε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση («σφόδρα» λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος) τὴν φράση εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα. Τὸ «εὑρέθη» (ἔτυχε) λέγεται συνήθως γιὰ τὰ παράδοξα, γιὰ ἐκεῖνα ποὺ παρ’ ἐλπίδα συμβαίνουν, τὰ ἀπροσδόκητα.

Γι’ αὐτό, ὅπως συμβουλεύει ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης, δὲν χρειάζεται νὰ προχωρήσουμε περαιτέρω. Ἂς μὴ ζητοῦμε περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐλέχθησαν. Δὲν ὠφελεῖ νὰ ρωτᾶμε περὶ τοῦ πῶς τὸ Πνεῦμα εἰργάσατο τὴν ἐκ Παρθένου γέννηση. Ἐδῶ δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐργάζεται ἡ φύση γιὰ τὴν διάπλαση τοῦ ἐμβρύου μέσα στὴν μήτρα τῆς γυναικός, καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ θαῦμα; 

Διότι, ναί· καὶ τὰ περὶ τῆς κατὰ φύσιν συλλήψεως, κυοφορίας καὶ τοκετοῦ ἕνα μυστήριο εἶναι γιὰ μᾶς — καὶ ὄχι μόνο κατὰ τὴν σωματικὴ διάσταση τοῦ πράγματος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχική. Ποιός μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει αὐτὸ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν γίνεται γονιός; Καὶ πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ τὸ μεταδώσει σὲ κάποιον ποὺ δὲν ἔχει τὴν ἐμπειρία, δὲν τὸ ἔχει βιώσει; Δὲν εἶναι ἕνα μυστήριο λοιπὸν καὶ αὐτό; «Τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς» δὲν λέμε σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι ἀνερμήνευτο, τὸ ὑπερφυὲς ἐκεῖνο νὰ ἑρμηνευθεῖ;

Γι’ αὐτὸ εἶναι λιτὸς ὁ τρόπος ἀναφορᾶς τοῦ εὐαγγελιστοῦ στὸ γεγονός. Εἶπε τὸ κ Πνεύματος Ἁγίου καὶ προχώρησε σὲ ἄλλο θέμα. Αὐτό, λέει, γνωρίζω, αὐτὸ σᾶς λέω· ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔγινε. Σᾶς λέω τὸ ποιός. Τὸ πῶς δὲν τὸ γνωρίζω. Ὅπως λέγαμε καὶ στὴν ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μᾶς μιλάει στὴν Γένεση ὁ Μωϋσῆς γιὰ τὸ ποιός ἔφτιαξε τὸν κόσμο, ὄχι γιὰ τὸ πῶς αὐτὸς ἔγινε. Τὸ πῶς τὸ ἀνακαλύπτουμε μὲ τὴν ἐπιστήμη. Ἐκεῖ ὅμως. Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει κάτι. Ἀπεναντίας, μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει (καὶ ἱκανοὺς ὁδήγησε) σὲ πλάνες πολλὲς καὶ μεγάλες.  

Μὴ ζητεῖς λοιπὸν νὰ μάθεις τὸ «πῶς». 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς συνδυάζοντας τὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὴν μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου στὴν θεία εὐχαριστία, λέει: «Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ Πνεύματος ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διὰ Πνεύματος ἁγίου ἑαυτῷ, καὶ ἐν ἑαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεστήσατο· καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ’ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθής ἐστι, καὶ ἐνεργής, καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος» (Ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 1145A).

Θὰ ποῦμε ὅμως περισσότερα γι' αὐτὸ τὴν ἑπομένη φορά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως