Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δὲν εἶναι ὅλα ἐπιστημονικά!

π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Ε

ἴδαμε τὴν περασμένη φορὰ πῶς πλανήθηκε ὁ Πλάνος, ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην δηλαδή, ὁ μισόκαλος καὶ μισάνθρωπος διάβολος, νομίζοντας ὅτι πραγματικὸς καὶ ὄχι σχηματικὸς ἦταν ὁ γάμος τοῦ Ἰωσὴφ μὲ τὴν Μαρία.

Ξεγελάστηκε καὶ ἔψαξε ἀλλοῦ νὰ βρεῖ αὐτὸ ποὺ γιὰ ὀκτὼ αἰῶνες κυνηγοῦσε, τὴν παρθένο δηλαδὴ γιὰ τὴν ὁποία εἶχε πεῖ ὁ Ἡσαΐας, «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ» (Ἡσ. ζ΄ 14).

Ἔτσι, διεσώθη ἀπὸ τὴν μανία του ἡ Θεομήτωρ καὶ ἔτεκε κατὰ τὸν ὁρισμένο χρόνο τὸν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἐν αὐτῇ συλληφθέντα.

Γιὰ τὴν παράδοξη αὐτὴ σύλληψη, εἴχαμε πεῖ, δὲν χρειάζεται νὰ πολυπραγμονοῦμε. Ἂς ἀρκούμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελιστοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν πληροφορία, ἀμέσως προχώρησε σὲ ἄλλο θέμα. Μᾶς ἀπεκάλυψε ἁπλῶς τὸ ποιός ἐνήργησε, ὄχι τὸ πῶς.

*

Τελειώσαμε, θὰ θυμόσαστε, τὴν προηγούμενη ὁμιλία μας ἀναφέροντας ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο περὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος συνδύασε τὸ παραπάνω θέμα μὲ τὴν μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου στὴν θεία εὐχαριστία. Σᾶς θυμίζω τὸ χωρίο αὐτό.

«Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ Πνεύματος ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διὰ Πνεύματος ἁγίου ἑαυτῷ, καὶ ἐν ἑαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεστήσατο· καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ’ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθής ἐστι, καὶ ἐνεργής, καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος» (Ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 1145A).

Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε στὸ κείμενο αὐτό, διότι μᾶς ἀποκαλύπτει ἀλήθειες ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὸ θέμα μας καὶ μὲ πᾶσαν σαφήνειαν παριστᾶ ὁ μέγας ἐκεῖνος τῆς Δαμασκοῦ θεολόγος.

Πρώτη στάση μας τὸ ρῆμα ὑπεστήσατο. Τὸ ὑπεστήσατο εἶναι ἀόριστος τοῦ ρήματος ὑφίσταμαι, ποὺ σημαίνει «ὑπάρχω, εἶμαι, ἔχω ὑπόσταση» — ἡ ὑπόστασις ἐκ τοῦ ὑφίσταμαι ἄλλωστε. Δηλώνει δηλαδὴ τὸ ρῆμα αὐτὸ τὴν βάση τοῦ εἶναι, τὴν ὀντολογικὴ πραγματικότητα, τὴν ἀληθινὴ ὕπαρξη, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ φαινόμενο, τὴν φαντασία, τὴν κατ’ ἀνάκλασιν εἰκόνα.

Δὲν τὸ χρησιμοποιεῖ τυχαῖα ἐδῶ ὁ Ἰωάννης. Μὲ τὴν φράση σάρκα ὑπεστήσατο θέλει νὰ δηλώσει τὴν πραγματικὴ καὶ ὄχι κατὰ φαντασίαν ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου. Διότι, ὅπως γνωρίζουμε, ὑπῆρχαν καὶ οἱ αἱρετικοὶ δοκῆτες, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριζαν ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν χωρὶς σάρκα καὶ ὀστᾶ. Αὐτὸ ποὺ ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ ἦταν γι' αὐτοὺς ἕνα φαινόμενο, ἕνα φάσμα (φάντασμα), μία εἰκόνα, μία δόκησις (ἐξ οὗ καὶ δοκητισμὸς) καὶ ὄχι κάτι τὸ πραγματικό. 

Ὅμως ὁ Χριστὸς συνελήφθη μὲν ἀσπόρως (ἄνευ σπορᾶς, ἄνευ θελήματος ἀνδρός), ἐγεννήθη ὅμως κατὰ φύσιν, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀνέκφραστος καὶ ἀπόρρητος ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον συνελήφθη στὴν μήτρα τῆς Παρθένου, ὄχι ὅμως μυθικός. Μύθους ἔπλασαν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ χωρέσουν στὸ σύνολό του τὸ μυστήριον τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Ἔφθασαν δὲ κάποιοι μυθολογῶντας νὰ ποῦν ἀκόμη καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἐκτίσθη, ὅπως ἡ Εὔα, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Θεοτόκου! 

Τί τοὺς ὁδήγησε σ' αὐτὸν τὸν παραλογισμό; Ἡ ἀπουσία τῆς συνάφειας (ἕνωση) καὶ στὶς δύο περιπτώσεις: τὸ ὅτι δηλαδὴ χωρὶς συνάφεια ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ἡ πρώτη Εὔα, χωρὶς συνάφεια ἐγεννήθη ἐκ τῆς νέας Εὔας ὁ νέος Ἀδάμ. Ἐγεννήθη ὅμως, δὲν ἐπλάσθη ἐκ τῆς πλευρᾶς! Συνάφεια (συνεύρεση) δὲν ὑπῆρξε. Τοκετὸς ὅμως κατὰ φύσιν ἐπέστη.

Ἀλλὰ γιατί νὰ πιστεύσουν σὲ τέτοια μυθεύματα οἱ ἄνθρωποι; Διότι ὡς εἰδωλολάτρες ἐθεωροῦσαν ἀδιανόητη τὴν μίξη Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Εἶχε κυριαρχήσει τὸ πλατωνικό, «θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται» (Πλάτων, Συμπόσιον, 203a).

Καὶ δὲν μποροῦσαν βέβαια (οὔτε ἀκόμη μποροῦν κάποιοι) νὰ χωρέσουν τὸ ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου: «καὶ πρὸ τόκου παρθένος καὶ ἐν τόκῳ παρθένος καὶ μετὰ τόκον παρθένος». Λὲς καὶ ἦταν ἀδύνατο στὸν Θεὸ νὰ διέλθει διὰ τῆς «πύλης» χωρὶς νὰ παραβλάψει τὶς σφραγῖδες της. Ἢ σὰν νὰ μὴν τὸ εἶχε προαναγγείλει διὰ τοῦ προφήτου του. «Ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι' αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι' αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη», εἶχε πεῖ ὁ παράξενος ἐκεῖνος ἐπισκέπτης στὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ δείχνοντάς του τὴν πύλη τοῦ ναοῦ· δηλαδὴ ἡ πύλη αὐτὴ ποὺ βλέπεις, θὰ παραμένει κλειστή. Δὲν πρόκειται νὰ ἀνοιχθεῖ, καὶ κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ περάσει μέσα ἀπὸ αὐτήν· διότι θὰ διέλθει δι’ αὐτῆς ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ θὰ μένει πλέον κλεισμένη (Ἰεζ. μδ΄ [44], 2). 

Ναὸς ἁγιώτατος ἡ Θεόπαις Μαριὰμ καὶ πύλη ἄφθορος ἡ παρθενία της. Διῆλθε δι’ αὐτῆς ὁ Κύριος τοῦ Ἰσραήλ, καὶ αὐτὴ ἔμεινε ἑρμητικὰ κλειστή. 

Μηδὲν ταπεινὸν λοιπὸν ὑποπτεύσεις δι’ αὐτήν. Καμμία ταπεινὴ ὑποψία ἂς μὴν κερδίσει τὸν λογισμό σου. Ἡ Παρθένος ἥνωσε κτιστὸ καὶ ἄκτιστο, μητρότητα καὶ παρθενία. Εἶναι ἡ ἀνύμφευτος Νύμφη, ἡ ἀειπάρθενος, ὄχι κατὰ τὸ σῶμα μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ στὴν ψυχή.

Ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία σύλληψη ὑπερφυᾶ ἐδῶ. Ἡ ἀγαθὴ γῆ δὲν γονιμοποιεῖται διὰ σπορᾶς ἀνδρός. Τὸν ρόλο αὐτὸν ἀναλαμβάνει τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα θαῦμα· συστέλλεται καὶ σμικρύνεται τόσο τὸ ἄπειρον Πνεῦμα, ὥστε νὰ χωρέσει σὲ ἕνα ἀνθρώπινο κύτταρο.

Διότι, ἂν θὰ θέλαμε νὰ μιλήσουμε μὲ σύγχρονους ἐπιστημονικοὺς ὅρους, θὰ λέγαμε ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔγινε τόσο μικρό, τόσο μικροσκοπικό, ὅσο ἕνα ἀνδρικὸ ἀναπαραγωγικὸ κύτταρο (σπερματοζωάριον). Καὶ ξέρουμε ὅτι τὸ γονιμοποιὸ αὐτὸ κύτταρο (ὁ ἄρρην γαμέτης) μεταφέρει τὸ γενετικὸ ὑλικὸ τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἑνώνεται μὲ τὸ ὠάριον τῆς γυναικὸς γιὰ νὰ σχηματισθεῖ τὸ λεγόμενο ζυγωτόν. Ἔτσι καὶ τὸ Πνεῦμα, μετέφερε τὸ «γενετικὸ ὑλικὸ» τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὥστε ὁ πρὸ τῶν αἰώνων ἐξ αὐτοῦ (ἐκ τοῦ Πατρὸς) γεννηθεὶς νὰ φωλιάσει μέσα στὰ σπλάγχα τῆς Πανάγνου Μητρὸς γιὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ ὡς ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ ἐκστατικοὶ ψάλλουμε: «Ὁ ἀχώρητος παντὶ πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί»! «Ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρὸς πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός»!

Στὸ θαυμάσιο τροπάριο, ἐκ τοῦ ὁποίου οἱ δύο παραπάνω στίχοι, ὁ ἴδιος ὁ ὑμνογράφος ἐρωτᾶ (ὡς ἄνω) καὶ συγχρόνως ἀπαντᾶ: «Πάντως ὡς οἶδεν, ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς ηὐδόκησεν». Τὸ θαῦμα δηλαδὴ ἔγινε ὅπως ἐκεῖνος (ὁ Θεὸς) «οἶδεν» (γνωρίζει), «ἠθέλησε» καὶ «ηὐδόκησεν» (ἔκρινε πῶς εἶναι καλὰ νὰ γίνει).

Καὶ ὁ ποιητὴς λοιπὸν τὸ ἴδιο λέει· Μὴ ζητεῖς περισσότερα, ἀρκέσου εἰς τὸ ὅτι ἔγινε ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Δὲν μπορεῖς νὰ γνωρίσεις ὅλα ὅσα «οἶδεν, ἠθέλησε καὶ ηὐδόκησεν» ὁ Θεός. Ἀρκέσου εἰς αὐτὰ ποὺ μπορεῖς νὰ προσεγγίσεις μὲ τὶς δικές σου ταπεινὲς ἀνθρώπινες δυνάμεις· καὶ δὲν εἶναι λίγα.

Διότι συμπλέκεται καὶ ἐδῶ τὸ θεῖο μὲ τὸ ἀνθρώπινο, τὸ οὐράνιο μὲ τὸ γήϊνο.  Ὑπερφυὴς ἡ γονιμοποίηση. Κατὰ φύσιν ἡ κύηση (ἐννεάμηνος, ὅπως σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες). Ὑπὲρ λόγον ἡ τήρησις τῆς παρθενίας. Κατὰ τὴν φύσεως τάξιν ἡ βρεφουργία. Ἀφαίρεσε μόνον τὶς ὠδῖνες. «Ἧς γὰρ ἡδονὴ οὐ προηγήσατο, οὐδὲ ὠδὶν ἐπηκολούθησε»· ἀφοῦ τῆς γεννήσεως δὲν προηγήθηκε ἡδονὴ δηλαδή, οὔτε πόνοι τὴν ἀκολούθησαν (Ἱερὸς Δαμασκηνός, ὅ.π.). Τὸ εἶχε γράψει καὶ ὁ Ἡσαΐας (κεφ. ξς΄ [66], 7): «Πρὶν ἐλθεῖν τὸν καιρὸν τῶν ὠδίνων, ἐξέφυγε καὶ ἔτεκεν ἄρσεν» (προτοῦ νὰ ἔλθουν οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ, ξέφυγε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἐγέννησε ἄρρεν τέκνον) — ἡ προφητεία βέβαια ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἂς ἔλθουμε ὅμως ξανὰ στὸ ἀπόσπασμα τοῦ Δαμασκηνοῦ. Δὲν χρησιμοποιεῖ τυχαῖα, εἴπαμε, τὴν φράση «σάρκα ὑπεστήσατο». Σὺν τοῖς ἄλλοις, θέλει μὲ αὐτὴν νὰ ὑποδηλώσει τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ λέξις σάρκα δὲν χρησιμοποιεῖται μόνον μὲ τὴν σημασία τοῦ σώματος, δηλώνει ὡς ἀνθρωπολογικὸς ὅρος καὶ τὸν ὅλον ἄνθρωπον (σῶμα + ψυχή), καὶ μὲ αὐτὴν τὴν σημασία τὴν χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ὁ Ἰωάννης. 

Ὑπεστήσατο δὲ τὴν σάρκα αὐτὴν ὁ Κύριος, λέει, «ἑαυτῷ» καὶ «ἐν ἑαυτῷ». Ἂς δοῦμε τί σημαίνουν αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις.  

Τὸ ἑαυτῷ σημαίνει «γιὰ τὸν ἑαυτόν του». Ποιός εἶναι ὁ ἑαυτός του; Τί εἶναι ὡς ἑαυτὸς ὁ Κύριος; Ποιά ἡ ὑποστατική του ταυτότης; Εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι. Ὑπεστήσατο λοιπὸν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς παναχράντου μητρὸς σάρκα (ἀνθρωπίνη φύση) τὴν ὁποίαν προσέλαβε ὡς Θεός, ὡς τὸ δεύτερον πρόσωπον τῆς ἁγίας Τριάδος, καὶ ἑνώθηκε ὑποστατικῶς μαζί της.

Τὸ ἐν ἑαυτῷ τώρα εἶναι πιὸ δύσκολο καὶ νὰ μεταφρασθεῖ καὶ νὰ ἑρμηνευθεῖ. Δύσκολο νὰ μεταφρασθεῖ, διότι ἡ δοτικὴ δὲν ἀποδίδεται πάντα ἱκανοποιητικὰ στὴν νεοελληνική. Πῶς νὰ μεταφράσουμε ἐδῶ; «Μέσα στὸν ἑαυτό του»; Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Χάνει τὴν δύναμή της ἡ φράση, ἐξασθενεῖ ἡ ἐκφραστική της ἰσχὺς [1]. 

[1] Ἀφαιρέσαμε ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό μας τὴν δοτικὴ καὶ πτωχύναμε. Εὐτυχῶς τὰ τελευταῖα χρόνια ἄρχισε κάπως νὰ ξεπερνιέται αὐτὸ τὸ συμπλεγματικὸ στ’ ἀλήθεια σύνδρομο τοῦ ἄκρατου καὶ ἄκριτου δημοτικισμοῦ — διότι περὶ συνδρόμου πρόκειται (κόμπλεξ) τὸ νὰ χρησιμοποιεῖς κάποια λόγια ἔκφραση καὶ ἀμέσως νὰ λὲς «συγγνώμη γιὰ τὴν καθαρεύουσα»· αὐτὸ γινόταν πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια!

Τέλος πάντων, ἂν εἶναι δύσκολο νὰ μεταφρασθεῖ τὸ «ἐν ἑαυτῷ», πολὺ δυσκολώτερο εἶναι νὰ ἑρμηνευθεῖ. 

Ποιός εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὸ προσθέτει στὴν πρότασή του ὁ σοφὸς Ἰωάννης; Γιατί δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ «ἑαυτῷ»; Τί σημαίνει τὸ ὑπεστήσατο σάρκα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μέσα στὸν ἑαυτό του. Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ «μέσα στὸν ἑαυτό του» (πῶς ἀλλιῶς νὰ μεταφράσουμε τὸ «ἐν ἑαυτῷ»); 

Ἂς προσπαθήσουμε νὰ καταλάβουμε τὴν θεολογία τῆς φράσεως. Διότι ἔχει βάθος θεολογικὸ καὶ τὸ νόημά της εἶναι πολὺ σχετικὸ μὲ τὸ χωρίο τοῦ Ματθαίου ποὺ μελετοῦμε. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἦταν θεολόγος μέγας (ὁ μεγαλύτερος δογματολόγος ὅλων τῶν ἐποχῶν γιὰ κάποιους) καὶ δὲν θέλει νὰ ἀφήνει κενὰ στὸν λόγο του. 

Ὅταν λοιπὸν λέει ἐδῶ ὅτι ὁ Κύριος ὑπεστήσατο σάρκα ἐν ἑαυτῷ, θέλει νὰ τονίσει τὴν ὑποστατικὴ ἑνότητα τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ στὸ ἕνα πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Λόγου. Προσθέτοντας τὸ ἐν ἑαυτῷ δὲν ἀφήνει κανένα περιθώριο στὸν ἀναγνώστη νὰ ἐννοήσει νεστοριανικῶς τὰ λεγόμενά του. Τί σημαίνει αὐτό;

Ὁ Νεστόριος ἔλεγε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἕνα ξεχωριστὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο πρόσωπο δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς, ἄλλο ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἀναφερόταν, μὲ ἄλλα λόγια, σὲ δύο πρόσωπα ὁ Νεστόριος.

Τὸ ὀρθὸν ὅμως πιὸ εἶναι; Ὅτι ἡ Παρθένος δὲν ἔφερε στὸν κόσμο ἕνα καινούργιο πρόσωπο, ἀλλὰ τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ. 

Κάθε γυναῖκα, ὅταν  τίκτει, φέρνει στὸν κόσμο ἕνα καινούργιο πρόσωπο. Ἡ Θεοτόκος δὲν ἔφερε ἕνα καινούργιο πρόσωπο, ἀλλὰ τὸν πρὸ αἰώνων ὑπάρχοντα Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὰ πάναγνα αἵματά της συνέπηξε γιὰ τὸν ἑαυτό του σάρκα ἐμψυχωμένη. Ἐκεῖνο δηλαδὴ στὸ ὁποῖο συνήργησε ἡ Παρθένος, ἦταν ἡ δημιουργία, ὄχι ἑνὸς νέου προσώπου, ἀλλὰ μιᾶς νέας ἀνθρωπίνης φύσεως (σῶμα + ψυχή), τὴν ὁποίαν καὶ προσέλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Θὰ τὸ πῶ ἀλλιῶς. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο εἶναι ἕνα καινούργιο πρόσωπο ποὺ ὑποστασιάζει μίαν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα + ψυχή). Ὁ γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου δὲν ἦταν ἕνα καινούργιο πρόσωπο, ἀλλὰ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ποὺ προσέλαβε τὴν ἐκ Παρθένου νέα ἀνθρωπίνη φύση. Ἦταν φορέας τῆς θείας φύσεως καὶ ἔγινε φορέας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης· ντύθηκε, θὰ λέγαμε, τὴν ἀνθρωπίνη φύση.

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὑποστασιάζει δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρωπίνη. Εἶναι τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ ὑποστασιάζει δύο φύσεις. Ὁ Θεὸς Πατὴρ ὑποστασιάζει μόνον τὴν θεία φύση. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὑποστασιάζει ὡσαύτως μόνον τὴν θεία φύση. Ὁ ἄγγελος (ὁ κάθε ἄγγελος) ὑποστασιάζει τὴν ἀγγελικὴ φύση, καὶ μόνον αὐτή. Ὁμοίως καὶ ὁ κάθε ἀνθρωπος, ὑποστασιάζει μόνον τὴν ἀνθρωπίνη φύση.

Ὁ μόνος ποὺ ὑποστασιάζει δύο φύσεις (φορεὺς δύο φύσεων) εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν προσθέτει τὸ «ἐν ἑαυτῷ» ὁ Δαμασκηνός. Δὲν ἤθελε λέγοντας μόνον τὸ «ἑαυτῷ» (=γιὰ τὸν ἑαυτό του) νὰ ἀφήσει περιθώριο σκέψεως ὅτι ὁ Κύριος ὑπεστήσατο ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Δὲν ὑπεστήσατο ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ μία καινούργια ἀνθρώπινη φύση. 

Θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε πάντα εἰς γνῶσιν ὅτι τὸ ὄνομα ἄνθρωπος ὑποδηλώνει τρεῖς ἔννοιες: πρόσωπον - ψυχὴ - σῶμα.

Ὅταν λοιπὸν λέμε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἑνώθηκε μὲ ἕναν καινούργιο ἄνθρωπο, ἐννοοῦμε ὅτι δὲν ἑνώθηκε μὲ ἕνα ἀνθρώπινο ὂν ποὺ ἦταν ἕνα καινούργιο πρόσωπο + μία καινούργια ψυχὴ + ἕνα καινούργιο σῶμα.

Ἑνώθηκε ἁπλῶς μὲ μία καινούργια ψυχὴ + ἕνα καινούργιο σῶμα, μὲ μία καινούργια φύση δηλαδή. Ἀφαιροῦμε συνεπῶς τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ἀπὸ τὸ πρόσλημα (αὐτὸ ποὺ προσέλαβε ὁ Κύριος). Προσέλαβε μία φύση (τὴν ἀνθρώπινη) καὶ τὴν ἥνωσε μὲ τὴν δική του (τὴν θεία). Ἔτσι, ἔγινε διπλοῦς τὴν φύσιν. Ἀλλ' οὐ τὴν ὑπόστασιν. Εἶναι «διφυής», ὄχι ὅμως διπρόσωπος! Σύνθετος κατὰ τὴν φύσιν, ἁπλοῦς  κατὰ τὴν ὑπόστασιν.  «Ὁ ἐξ ἀμφοῖν Χριστὸς» εἷς καὶ ὁ αὐτὸς (βλ. ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, Ἀντιρρητικὸς Γ´, Κατὰ εἰκονομάχων, PG 99, 392BC).

Δὲν ἑνώθηκε μὲ καινούργιον ἄνθρωπο λοιπόν, ἀλλὰ μὲ καινούργια ἀνθρώπινη φύση (σῶμα + ψυχή). Τὸ καινούργιο σῶμα καὶ τὴν καινούργια ψυχὴ ποὺ ἐκτίσθησαν μέσα στὰ σπλάγχνα τῆς Παρθένου, δὲν τὰ ὑποστασιάζει κάποιο νέο πρόσωπο (ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους), ἀλλὰ κάποιο ποὺ ὑπῆρχε ἀπὸ πάντα, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Τὸ «ἐν ἑαυτῷ» λοιπὸν σημαίνει τὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι τὴν (ἠθική, ἐξωτερικὴ) ἕνωση μὲ ἕνα νέο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας θεοφόρος ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἀλλὰ Θεὸς σεσαρκωμένος. 

«Ἐν ἑαυτῷ» (μέσα στὸν ἑαυτό του) ὑπεστήσατο τὴν σάρκα (φύση), ὄχι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μέσα στὴν δική του προαιώνια ὕπαρξη χωράει τὴν ἀνθρώπινη φύση. Εἶναι ἐσωτερική, ὄχι ἐξωτερικὴ ἡ ἕνωση.

Θὰ μεταφράσουμε λοιπὸν ἐδῶ τὸ «ἐν ἑαυτῷ» ὡς «μέσα στὸν ἑαυτό του», ὅπως εἴπαμε. 

Τὸ «ὑπεστήσατο» ὅμως πῶς νὰ τὸ μεταφράσουμε; Νὰ ποῦμε «ἔκτισε», «δημιούργησε», «συνέπηξε»; Κανένα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει μὲ τὴν ἴδια ρωμαλεότητα τὸ «ὑπεστήσατο». Ἂν θέλουμε ὅμως νὰ τὸ μεταφράσουμε, κάπως ἔτσι θὰ τὸ κάνουμε. Σίγουρα πάντως, μετὰ τὰ ὅσα εἴπαμε, δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσει ἡ μετάφραση, νομίζω, στὴν ἑρμηνεία τῶν λεγομένων. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε εἴπαμε ὅσα εἴπαμε· διότι ἡ ἑρμηνεία μᾶς ἐνδιαφέρει προεχόντως, ὄχι ἡ μετάφραση. Προηγεῖται σὲ ἀξία ἡ ἑρμηνεία τῆς μεταφράσεως. Παρότι εἶναι μεγάλη ἡ σπουδαιότης τῶν λέξεων, πολὺ μεγαλυτέρα εἶναι ἐκείνη τοῦ νοήματός των. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔλεγε: «Οὐ γὰρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθειά τε καὶ ἡ εὐσέβεια, κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον. Περὶ δογμάτων δὲ καὶ πραγμάτων τὸν ἀγῶνα ποιοῦμαι. Κἄν τις ἐπὶ τῶν πραγμάτων ὁμοφωνῇ, πρὸς τὰς λέξεις οὐ διαφέρομαι» (Λόγοι Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ εἰς τὸν Συνοδικὸν Τόμον τοῦ 1351). Ἂν ὁμοφωνεῖ κανεὶς ὡς πρὸς τὰ πράγματα (τὸ βαθύτερο νόημα τῶν λέξεων), λέει, δὲν ἐνδιαφέρομαι γιὰ τὶς λέξεις αὐτὲς καθ' ἑαυτές.

Ὑπὸ τὶς παραπάνω λοιπὸν προϋποθέσεις, ἡ μετάφραση τοῦ ἀποσπάσματος ἐκ τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ θὰ ἔχει κάπως ἔτσι.

«Ἂν ἐπιζητεῖς τὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἄρτος γίνεται σῶμα Χριστοῦ καὶ ὁ οἶνος αἷμα, σοῦ ἀρκεῖ νὰ ἀκούσεις ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος γίνεται, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου πάλιν διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁ Κύριος ἔκτισε (δημιούργησε / συνέπηξε) σάρκα γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ μέσα στὸν ἑαυτόν του· καὶ δὲν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο, παρὰ μόνον ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀληθὴς καὶ ἐνεργὴς καὶ παντοδύναμος, ὅμως ὁ τρόπος εἶναι ἀνεξερεύνητος».

Ἀρκέσου λοιπὸν σ’ αὐτὸ, λέει ὁ Ἰωάννης. Διότι κάποιοι ἄλλοι ποὺ δὲν ἀρκέσθησαν καὶ ἀναζήτησαν τὸ «πῶς» εἰσάγοντας λογικὲς κατηγορίες στὰ τοῦ Θεοῦ μυστήρια, ἔπεσαν σὲ πλάνες, πολλὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδείχθηκαν γκάφες μεγάλες· καὶ ἔτρεχαν μετὰ νὰ συμμαζέψουν τὰ ἀσυμμάζευτα.

Κραυγαλέο παράδειγμα οἱ Σχολαστικοὶ τοῦ Μεσαίωνα, ποὺ προσπάθησαν μὲ ἀριστοτελικοὺς ὅρους νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριον τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου στὴν θεία εὐχαριστία. Στὴν βάση αὐτὴ διατυπώθηκε ἡ περίφημη θεωρία περὶ μετουσιώσεως (transubstantiatio), ὅτι δηλαδὴ μεταβάλλεται ἡ οὐσία (substantia) τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου (μετ-ουσίουσις), ἐνῷ τὰ «συμβεβηκότα» (accidentia), τὰ αἰσθητά τους γνωρίσματα δηλαδὴ (χρῶμα, γεύση, ὀσμή, ποσότης κ.λπ.) παραμένουν ὡς ἔχουν (mutatur substantia, manent accidentia) [3].

[3] Οὐσία στὸν Ἀριστοτέλη εἶναι τὸ ὄν, αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καθ’ ἑαυτό· ἐνῷ συμβεβηκὸς εἶναι ὅ,τι συνοδεύει τὴν οὐσία, ἀλλὰ δὲν τὴν καθορίζει.

Νόμιζαν πὼς εἶχαν διατυπώσει κάτι μεγαλειῶδες οἱ Σχολαστικοί. Τοὺς ἔκανε ὅμως χαλάστρα ἡ «κρασίλα», ἡ μυρωδιὰ δηλαδὴ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ καὶ ἡ γεύση του· δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν ἐξαϋλώσουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔπαψαν σιγὰ σιγὰ νὰ προσφέρουν τὸ Ποτήριο στοὺς λαϊκούς, τοὺς στέρησαν τὴν μετοχὴ σ’ αὐτό.

Ὅσο γιὰ τὸ ψωμί, τὸ ἀντικατέστησαν μὲ τὴν ὄστια, τὸ δισκίο ἐκεῖνο τοῦ ἀζύμου ἄρτου. Πόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ καθημερινὸ ψωμὶ τῶν ἀνθρώπων!

Ἐκεῖ καταλήγουμε ὅταν δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ ἁπλότητα: «διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Θέλουμε νὰ ἐξηγήσουμε διανοητικῶς τὰ ἀνεξήγητα, τὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ ἔννοιαν μυστήρια. Βλέπουμε παντοῦ οὐσίες καὶ ἀντικειμενικότητες, καὶ ἔτσι εἰσάγουμε διανοητικὰ σχήματα, μέσα στὰ ὁποῖα ὅμως ἐν τέλει ἐγκλωβιζόμαστε.

Δὲν μεταβάλλεται τελικὰ καμμία οὐσία στὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Δὲν ἔφτιαξε τὰ ὄντα ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μεταβάλλουν τὴν οὐσία τους. Ἐκεῖνο ποὺ καλοῦνται νὰ μεταβάλλουν εἶναι ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεώς τους. Καὶ αὐτὸ βέβαια δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν μόνα τους τὰ ἄλογα καὶ ἄψυχα ὄντα. Αὐτὸ ἀνετέθη στὸν ἄνθρωπο, τὸν βασιλέα καὶ ἱερέα τῆς κτίσεως. Αὐτὸς ἐκλήθη νὰ μεταβάλει τὸν κόσμο· ἀπὸ φθαρτὸ καὶ θνητὸ νὰ τὸν κάνει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο διὰ τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν φύσει ἀθάνατο Θεό. Δὲν τὸ κατόρθωσε ὁ πρῶτος Ἀδάμ, τὸ κατόρθωσε ὁ δεύτερος. Αὐτὸς μεταβάλλει, ὄχι τὴν φύση τῶν ὄντων — τὸ ξαναλέω — ἀλλὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς της. Ἐμπλουτίζει τὴν φύση, ναί. Τὴν μεταβάλλει, ὄχι!

Σ' αὐτὴν τὴν βάση λοιπὸν ἂς κατανοήσουμε καὶ τὴν μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου στὴν θεία εὐχαριστία. «Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ», λέμε. Τὸ μεταβάλλω χρησιμοποιοῦμε, ὄχι τὸ μετουσιῶ (μετουσιώνω). Δὲν κάνουμε λόγο γιὰ μετουσίωση, ἀλλὰ γιὰ μεταβολή. Καὶ μὲ τὴν λέξη μεταβολὴ δὲν ἀναφερόμαστε στὴν φύση, ἀλλὰ στὸν τρόπο τῆς  ὑπάρξεως.

Πέρασε βέβαια καὶ στὸ λεξιλόγιο ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων, διαπότισε οὐκ ὀλίγον τὴν γραμματεία μας αὐτὸς ὁ ὅρος (ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποκτήσει καὶ μεταφορικὴ χρήση βέβαια). Ὅμως μέχρι ἐκεῖ. Δὲν ἔφερε ἀλλαγὲς στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἰσήγαγε ποτὲ τὴν ὄστια στὴν λειτουργικὴ ζωή της ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οὔτε στέρησε ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς τὴν μετοχὴ στὸ Ποτήριον.

Προσοχὴ λοιπόν! Δὲν χωροῦν τὰ πάντα στὴν λογική μας. Δὲν εἶναι ὅλα ἐπιστημονικά. Δὲν ἑρμηνεύονται μὲ ὅρους τῆς καθ' ἡμᾶς ἐμπειρίας. Κάποια μεταβολίζονται πνευματικῶς μόνον διὰ τῆς πίστεως. Ἂς μᾶς ἀρκεῖ ποὺ τὰ βιώνουμε. Ἂς εὐχαριστοῦμε πρὸς τοῦτο τὸν Θεόν!

Ρωτᾶς πῶς γίνεται ἡ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου; 

Διὰ Πνεύματος ἁγίου. 

Ἀρκεῖ σοι!

Πῶς μέσα στὴν μήτρα τῆς Παρθένου συνετελέσθη τὸ μέγα μυστήριον τῆς οἰκουμένης, ἡ ἀνάκρασις κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου; 

Πῶς ἑνώθηκε Θεὸς καὶ ἄνθρωπος; 

Πῶς ὁ Θεὸς ἔζησε ἀνάμεσά μας ὡς ἄνθρωπος καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς Θεός; 

Πῶς καὶ οἱ δυὸ φύσεις τοῦ Θεανθρώπου εἶχαν κοινὸ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως;

Διὰ Πνεύματος ἁγίου. 

Ἀρκεῖ σοι!

Μὴ ψάχνεις γιὰ μίξεις καὶ μεταβολὲς οὐσιῶν. Ψάξε γιὰ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεώς σου.

Ἑνώσου μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ ζεῖς συγχρόνως ὡς ἄνθρωπος καὶ Θεός, ὅπως ἐκεῖνος ἔζησε ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως