Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἀντίδωρον - Ὕψωμα - Ὕψωμον

 

π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Θεία Λειτουργία μᾶς διδάσκει μὲ τὸν πλέον καταφανῆ τρόπο ὅτι κάποια πράγματα δὲν μποροῦν νὰ γίνουν ἐξ ἀποστάσεως. Αὐτὸ εἴδαμε τὴν προηγούμενη φορά.

Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μᾶς «δένουν» μὲ ὁρισμένο τόπο. Γίνονται τὸ κέντρο τῆς εὐχαριστιακῆς μας συνάξεως, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν φυσική μας παρουσία. Δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐξ ἀποστάσεως μποροῦμε νὰ κάνουμε — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, μία  συμπροσευχή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ καὶ ἐκ τοῦ μακρόθεν μὲ τὸν καθορισμὸ συγκεκριμένης ὥρας, χωρὶς καὶ αὐτὸ νὰ εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ.

Ἀναφερθήκαμε τὴν προηγούμενη φορὰ ἐπίσης στὸ τί πρέπει νὰ προσέχει κανεὶς παρασκευάζοντας ἕνα πρόσφορο.

Καὶ εἴπαμε ὅτι σήμερα θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ ἀντίδωρο.

Τί εἶναι τὸ ἀντίδωρο;

Εἶναι ὕψωμα, μὲ μία λέξη.

Ἀλλὰ τί εἶναι τὸ ὕψωμα; 

Ἀπὸ ποῦ προῆλθε; Ποιά ἡ σημασία του; 

Μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή, κάθε φορὰ ποὺ οἱ ἀπόστολοι συνήσθιον (ἔτρωγαν μαζί), κρατοῦσαν στὴν τράπεζα καὶ μία θέση γιὰ τὸν Κύριο. Στὴν θέση ἐκείνη τοποθετοῦσαν (ἐπὶ τῆς τραπέζης) ἕνα κομμάτι ἄρτου.

Μετὰ τὸ ἄριστον (κύριο γεῦμα τῆς ἡμέρας), ἀφοῦ σηκώνονταν ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεό, ὕψωναν τὸν ἄρτο λέγοντας: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθει ἡμῖν. Στὴν συνέχεια κατέλυε ὁ καθένας ἕνα κομμάτι ἐκ τοῦ ἄρτου εἰς ἁγιασμὸν καὶ ἐνίσχυσίν του.

Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Παρεκάθησαν σὲ κοινὴ τράπεζα, κρατῶντας φυσικὰ καὶ πάλι ἄρτο γιὰ τὸν Κύριο.

Ὅταν ὅμως σηκώθηκαν γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν καὶ νὰ ὑψώσουν τὸν ἄρτο ἐκεῖνον, μὲ τὸ ποὺ εἶπαν «Μέγα τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος», συνέβη κάτι ὑπερφυὲς καὶ παράδοξο. Ἐπεφάνη μετὰ νεφέλης καὶ φωτοποιῶν ἀγγέλων ἄνωθεν αὐτῶν ἡ Θεοτόκος λέγουσα: «Χαίρετε, ὅτι μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας». 

Τότε οἱ μαθητὲς ἀντὶ τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθει ἡμῖν», εἶπαν· Παναγία Θεοτόκε βοήθει ἡμῖν. 

Ἀμέσως δὲ ἔτρεξαν στὸν τάφο τῆς Θεομήτορος καὶ διεπίστωσαν ὅτι αὐτὸς ἦταν κενός. Ἡ εἰς οὐρανοὺς ἔνδοξος μεταστασή της ἦταν γεγονός. Οἱ θεῖοι ἀπόστολοι στέκονταν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ  μπροστὰ σὲ ἕνα κενὸ μνημεῖο — κάτι ἀπολύτως ἀναμενόμενο ἄλλωστε, ἀφοῦ «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε τὴν μητέρα τῆς ζωῆς», ὅπως ψάλλουμε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Δεκαπενταυγούστου.

Τὴν συνήθεια αὐτὴ τῆς ὑψώσεως τηροῦσε ὁ κάθε ἀπόστολος καὶ ὅταν βρισκόταν μόνος του.

Εἶναι λογικὸ δὲ νὰ σκεφτοῦμε πὼς καὶ οἱ πρῶτες χριστιανικὲς οἰκογένειες τὸ ἴδιο ἔκαναν.

Ἔτσι, ἡ Ὕψωσις τῆς Παναγίας ἔγινε παράδοση· μία παράδοση ποὺ φυλάσσεται ἀνελλιπῶς μέχρι σήμερα στὰ μοναστήρια μας. Ἐκεῖ οἱ μοναχοὶ ὑψώνουν μετὰ τὸ ἄριστον τὸν ἄρτον καὶ λένε: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος· Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν. Κατόπιν λέγουν τὸ «Μακαρίζομέν σε» καὶ ψάλλουν τὸ «Ἄξιόν ἐστι».

Κατὰ τὰ παλαιὰ Τυπικὰ καὶ Ὡρολόγια, τὴν ὕψωση τελεῖ ὁ τραπεζάρης ἢ «ὁ εἰς τοῦτο τεταγμένος (ἢ ταχθεὶς) μοναχός». Πρόκειται, ὡς φαίνεται, γιὰ τὸν μοναχό, στὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἔχει ἀνατεθεῖ καὶ τὸ διακόνημα τῆς ἀναγνώσεως στὴν τράπεζα.

Πάντως δὲν κάνει τὴν ὕψωση οὔτε ὁ ἡγούμενος οὔτε ὁ ἐφημερεύων ἱερεύς. 

Ὁμοίως στὰ γυναικεῖα μοναστήρια, ἡ τραπεζάρισσα «ὑψώνει τὴν Παναγία».

Εἶναι χαρακτηριστικὸ δὲ ὅτι ἡ ἀκολουθία τῆς τραπέζης ἀρχίζει μὲ τὸ «Ὑψώσω σε, ὁ Θεός μου», ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος στίχος τοῦ ρμδ΄ [146] ψαλμοῦ [1].

[1] Γιὰ περισσότερες πληροφορίες ὁ φιλομαθὴς ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ προστρέξει στὸ «Ὡρολόγιον τὸ Μέγα». Ἐκεῖ θὰ βρεῖ ἐνδιαφέροντα καὶ χρήσιμα στοιχεῖα γιὰ τὶς εὐχὲς τῆς τραπέζης (βλ. π.χ. τὸ Ὡρολόγιον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἔκδ. ΣΤ΄, 2005, σελ. 130-135 καὶ 156-157).

Γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἡ κοινὴ τράπεζα εἶναι κάτι ἱερὸ καὶ σπουδαῖο. Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ θέση της· βρίσκεται ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικὸν τῆς μονῆς, ἀπέναντι δηλαδὴ ἀπὸ τὸν χῶρο ὅπου παρατίθεται ἡ πνευματικὴ τράπεζα, ὁ οὐράνιος ἄρτος. 

Δὲν εἶναι ὅμως μόνον γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τὰ μοναστήρια ἱερὰ ἡ κοινὴ τράπεζα καὶ οἱ εὐχές της. Εἶναι γιὰ ὅλους. Ὅλοι θὰ πρέπει νὰ οἰκονομοῦμε τὸν χρόνο μας ἔτσι ὥστε νὰ καθόμαστε στὸ ἴδιο τραπέζι μὲ τὴν οἰκογένειά μας  ὅσο φυσικὰ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ συνθῆκες σήμερα. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, παρότι εἰδωλολάτρες, πολὺ σέβονταν τὴν κοινὴ τράπεζα. Δὲν εἶχαν θεοποιήσει τυχαῖα τὴν ἑστία, γύρω ἀπὸ τὴν ὁποία συνήρχετο ἡ οἰκογένεια· ἦταν θεὰ γι' αὐτοὺς ἡ Ἑστία.

Πρέπει νὰ σεβόμαστε τὴν στιγμὴ ἐκείνη. Νὰ κάνουμε τὸν σταυρό μας, νὰ σταυρώνουμε καὶ τὸ φαγητό, νὰ τρῶμε ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό.

Ἐπανερχόμενοι στὴν «Ὕψωση τῆς Παναγίας», νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἔχει μόνο μοναστικὸ παρελθὸν καὶ ἱστορία. Καὶ στὶς ἐνορίες τελεῖται, μὲ ἀμέτρητες παραλλαγὲς βέβαια, ποὺ διαφέρουν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο.

Στὸ Μέγα Εὐχολόγιον τῆς Ἐκκλησίας ἀπαντᾶ εἰδικὴ ἀνεπτυγμένη ἀκολουθία «Περὶ τῆς Ὑψώσεως τῆς Παναγίας, ὅταν μέλλῃ ἀποδημῆσαί τις ἐν ταξειδίῳ».

Καλοῦσαν δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι στὸ στίτι τους τὸν ἱερέα νὰ «ὑψώσει τὴν Παναγία», ὥστε αὐτὴ νὰ συνοδεύει τὸν ἀγαπημένο τους στὸ ταξίδι ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πραγματοποιήσει.

Ὕψωση βέβαια τελοῦσαν καὶ κατὰ τὶς ἑόρτιες ἡμέρες. Ὁ ἱερεὺς καλοῦνταν στὰ σπίτια τῶν ἑορταζόντων νὰ σηκώσει τὸ ὕψωμα. 

Στὴν Αἰτωλία, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἱερεὺς καλοῦνταν (χρησιμοποιῶ παρελθοντικὸ χρόνο, διότι κατὰ τὰ παλαιὰ χρόνια συνέβαινε περισσότερο αὐτὸ) στὸ σπίτι τοῦ ἑορτάζοντος, ὅπου ἡ νοικοκυρὰ εἶχε φροντίσει νὰ ὑπάρχει πάνω στὸ τραπέζι σιτάρι, λειτουργιὰ καὶ δυὸ ποτήρια κρασί. Ὁ ἱερεὺς εὐλογοῦσε, ἔκοβε ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ ἔδινε εὐλογία (σὰν ἀντίδωρο) στοὺς παρευρισκομένους. Ἔπειτα ἔβαζε δύο κομμάτια καὶ στὰ ποτήρια μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὰ προσέφερε στοὺς νοικοκυραίους, ἕνα στὸν ἄνδρα καὶ ἕνα στὴν γυναῖκα γιὰ νὰ πιοῦν. Ἐκεῖνοι κρατῶντας μὲ τὸ ἀριστερό τους χέρι τὸ ποτήρι, σήκωναν μὲ τὸ δεξὶ τὸ πιάτο ποὺ εἶχε τὸ σιτάρι καὶ τὴν λειτουργά. Ὁ ἱερεύς διάβαζε τὶς εὐχὲς κρατῶντας καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς παρευρισκόμενους τὸ πιάτο. Στὸ τέλος ἔλεγαν ὅλοι τὰ «χρόνια πολλά».

Παρόμοιο ἔθιμο τηροῦνταν καὶ στὸν Πολύγυρο τῆς Χαλκιδικῆς. Διαβάζουμε στὴν ἱστοσελίδα gnoristetinellada.gr:

«Στον Πολύγυρο τα Χριστούγεννα «σήκωναν Ύψωμα» στα σπίτια που γιόρταζαν. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας πήγαινε ο παπάς στο σπίτι της οικογένειας, η οποία συγκεντρωνόταν στο «καλό» δωμάτιο, το γιορτινό. Επάνω στο τραπέζι η νοικοκυρά είχε φροντίσει να υπάρχουν κεριά, θυμιατό, σταφίδες, ένα ποτήρι κρασί και το πρόσφορο. Αφού ο ιερέας έλεγε το τροπάριο της γιορτής, ο νοικοκύρης σήκωνε ψηλά το πρόσφορο, επαναλαμβάνοντας 3 φορές τη φράση: «μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος…». Ο ιερέας στη συνέχεια έκοβε το πρόσφορο και το μοίραζε στους παρευρισκόμενους, οι οποίοι το έτρωγαν, αφού το βουτούσαν στο ποτήρι με το κρασί. Κατόπιν όλοι παρακάθονταν σε κοινό τραπέζι για το γεύμα. Στα σπίτια των κτηνοτρόφων, όταν σήκωναν Ύψωμα την ημέρα των Χριστουγέννων, άνοιγαν και τα «δερμάτια» με το «κατίκι» το οποίο ήταν νοστιμότατο παρασκεύασμα. Μέρος από αυτό αποτελούσε και την αμοιβή του ιερέα που ευλογούσε το Ύψωμα». https://www.gnoristetinellada.gr/paradosi/ethima/6542-xalkidiki-oi-paradoseis-stin-patrida-tou-aristoteli

Σὲ ἄλλες περιπτώσεις (π.χ. Γιαννιώτικο ὕψωμα) ὁ ἱερεὺς ὄφειλε νὰ πηγαίνει (ἄνευ προσκλήσεως) στὸ σπίτι τοῦ ἑορτάζοντος γιὰ νὰ σηκώσει τὸ ὕψωμα.

Σήμερα οἱ συνήθειες αὐτὲς κατὰ κανόνα ἔχουν ἐκλείψει. Οἱ πιστοὶ προσκομίζουν τὰ «ὑψώματά» τους στοὺς ναούς. Ἐκεῖ ἀνταλλάσσουν καὶ τὶς εὐχές του. Τὸ νὰ πάει δὲ μία νοικοκυρὰ ὕψωμα στὴν ἐκκλησία, δὲν ἀποτελεῖ πλέον δεῖγμα ὅτι ἡ οἰκογένειά της γιορτάζει καὶ δέχεται ἐπισκέψεις, ὅπως ἴσχυε τὰ παλιὰ χρόνια σὲ πολλὰ χωριὰ τῆς Δυτικῆς Θεσσαλίας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας.

Εἶναι δὲ τὸ «ὕψωμα» τριγωνικὴ μερίδα ἄρτου ποὺ κόβεται ἀπὸ τὸ πρόσφο πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου [2].

[2] Εἴπαμε ὅτι τὸ πρόσφορο συμβολίζει τὴν Θεοτόκο, ἐξ ἧς ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ, ὁ τρέφων, συντηρῶν καὶ ἁγιάζων ἡμᾶς, ὁ Κύριος τῆς δόξης Ἰησοῦς Χριστὸς δηλαδή.

Μαζὶ μὲ τὴν τριγωνικὴ μερίδα προσκομίζεται καὶ κόκκινο κρασί, καθὼς ἐπίσης καὶ βρασμένο σιτάρι, «ζακχαροσκεπὲς» καὶ «ὀπωροσκεπές», ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ μακαριστὸς π. Κων. Καλλίνικος, δηλαδὴ σκεπασμένο μὲ ζακχαρώδη προϊόντα ἢ ὀπῶρες — συνήθως μὲ ἀποξηραμένα φροῦτα ἢ ξηροὺς καρποὺς τὸ ποικίλλουν οἱ νοικοκυρές. 

Νὰ ποῦμε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅτι σιτάρι βράζουμε:

α) Γιὰ τοὺς κεκοιμημένους (νεκρικὰ κόλλυβα).

β) Στὶς πανηγύρεις τῶν ἱερῶν ναῶν (πανηγυρικὰ κόλλυβα).

γ) Πρὸς τιμὴν ἑορταζομένου ἁγίου.

δ) Ὑπὲρ ὑγείας ἑορτάζοντος πιστοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του.

Τὰ δύο τελευταῖα συνήθως συμπίπτουν· συνδέονται δὲ μὲ τὸ «ὕψωμα», γιὰ τὸ ὁποῖο ὁμιλοῦμε.

Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, τὸ Σάββατο τῆς πρώτης ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν, τὰ κόλλυβα ποὺ προσάγονται, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου, δηλαδὴ πανηγυρικὰ κόλλυβα, προσφέρονται ὡς νεκρικά, ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων δηλαδή. Αὐτό, ὡς φαίνεται, γίνεται ἐκ συγχύσεως καὶ καθ' ἕλξιν. Ἐκ συγχύσεως μέν, διότι εἶναι Σάββατο, ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων· καθ' ἕλξιν δέ, διότι ἔχει προηγηθεῖ τὸ Ψυχοσάββατο τῶν Ἀπόκρεω (ἕλκεται, τουτέστι παρασύρεται λειτουργικῶς ἡ ἡμέρα ἀπὸ τὸ προηγηθὲν Ψυχοσάββατο). Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι κάποιοι δὲν προσφέρουν καὶ ἑόρτια κόλλυβα κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ τὰ ξεχωρίζει ὁ ἱερεὺς καὶ νὰ τὰ εὐλογεῖ κατὰ τὴν οἰκείαν τάξιν.

Σὲ κάποια χωριὰ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πανηγύρεως τοῦ ναοῦ γίνεται καὶ Ὕψωσις τῆς εἰκόνος. Εἶναι κάτι σὰν δημοπρασία. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ δώσει τὴν μεγαλύτερη προσφορὰ (λάδι, λόγου χάριν, τὰ παλαιὰ χρόνια, χρήματα ἴσως σήμερα) κρατάει τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὑψώνει στὸν ἅγιο. Στὴν συνέχεια, ἀνάλογα μὲ τὸ ἔθιμο, μπορεῖ καὶ νὰ τὴν κρατήσει στὸ σπίτι του γιὰ μία ἢ περισσότερες ἡμέρες.

Ὕψωμα σηκώνουν καὶ οἱ ἀνήκοντες σὲ ἐπαγγελματικὲς συντεχνίες, συλλόγους κ.λπ., κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ προστάτου τῆς συντεχνίας τους ἁγίου.

Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἀντλοῦμε πληροφορίες ἀπὸ πολλοὺς συγγραφεῖς καὶ λειτουργικὰ βιβλία.

Ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.), μέγας λειτουργιολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ «Ὕψωσις τῆς Παναγίας» γινόταν καθημερινὰ στὰ μοναστήρια. Στὶς ἐνορίες δὲ «ὕψωναν τὴν Παναγία» κάθε φορὰ ποὺ τὸ ζητοῦσε κάποιος πιστός. Τὴν συνήθεια αὐτὴ ἐπιδοκιμάζει ὁ ἅγιος. 

Ἀλλὰ ἡ «Ὕψωσις τῆς Παναγίας» δὲν τελεῖται μόνον ἐκτὸς τῆς Θείας Λειτουργίας, εἶναι καὶ μέρος της. Πῶς ἄλλως, ἀφοῦ ἐκ τοῦ σώματος τῆς Παναγίας τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸ πρόσφορο ὁ ἀμνός;

Ἔτσι, ἀμέσως μετὰ τὸ «Ἐξαιρέτως»  τὴν ἐκφώνηση δηλαδὴ τοῦ ἱερέως «Ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας»  καὶ καθ’ ἣν ὥραν ὁ χορὸς ψάλλει τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», τὸ «Ἐπὶ σοὶ χαίρει» ἢ ὅποιο ἄλλο τροπάριο προβλέπει τὸ τυπικό, προσφέρονται στὸν ἱερέα οἱ ἄρτοι τῆς προθέσεως (ποὺ ἔχουν κοπεῖ γιὰ νὰ διανεμηθοῦν ὡς ἀντίδωρο) καὶ ἐκεῖνος τοὺς ὑψώνει ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τραπέζης.

Δὲν εἶναι τυχαία ἀσφαλῶς ἡ θέση αὐτὴ τῆς ὑψώσεως. Τὴν ὥρα ποὺ ὑμνοῦμε τὴν Παναγία ζητοῦμε καὶ τὴν βοήθειά της. Γι’ αὐτὸ λέγεται καὶ ἄρτος τῆς βοηθείας τὸ ὑπὸ τοῦ ἱερέως ὑψούμενον. Ἐπικαλούμεθα τὴν ἁγία Τριάδα καὶ μαζὶ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας: «Μέγα τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος· Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν».

Τὰ παλιὰ χρόνια μάλιστα ὁ ἱερεὺς εἶχε δύο τεμάχια ἄρτου:

α) Τὴν μερίδα τῆς Παναγίας στὸ ἅγιο δισκάριο —  ὅπως σὲ κάθε Θεία Λειτουργία. Πρόκειται γιὰ τὸ τριγωνάκι ποὺ βρίσκεται δεξιὰ τοῦ μεσαίου ἀμνοῦ, ἀριστερὰ ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε (φωτογραφία παραπλεύρως). Περισσότερα θὰ ποῦμε, ὅταν μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Προθέσεως.

β) Τὸν ἄρτο τῆς προθέσεως. Τὸ πρόσφορο δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔχει ἀφαιρεθεῖ τὸ «μεσαίτατον» (ὁ μεσαῖος ὁ ἀμνός).

Κατὰ μία μαρτυρία, οἱ ἱερεῖς ὕψωναν κατὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα τὴν μερίδα τῆς Παναγίας ποὺ βρισκόταν ἐπάνω στὸ δισκάριο. Τὸ ἔκαναν γιὰ νὰ τὴν τιμήσουν «Ἐξαιρέτως». Κάποιοι βέβαια ἐξ ἀμαθείας πίστευαν ὅτι ἡ μερίδα αὐτὴ ἔχει μεταβληθεῖ σὲ σῶμα τῆς Παναγίας!

Κάτι τέτοιο φυσικὰ δὲν ἰσχύει. Ἄλλωστε, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κοινωνοῦμε, ὄχι τῆς Παναγίας! Μπορεῖ ἀπὸ τὸ δικό της σῶμα νὰ συνέπηξε σάρκα γιὰ τὸν ἑαυτό του ὁ Κύριος, ὅμως δὲν προσφέρεται σ' ἐμᾶς τὸ σῶμα τῆς Παναγίας «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον»!

Τὸ πανάχραντο καὶ πανακήρατο ἐκεῖνο σῶμα ἁπλῶς συμβολίζεται διὰ τοῦ ἄρτου τῆς προθέσεως. Τὸ ἔχουμε ξαναπεῖ ἄλλωστε. Ὅπως  ἐκείνη εἰσήχθη εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Ναοῦ, ἔτσι καὶ ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως (τὸ πρόσφορο) εἰσάγεται, τουτέστι προσφέρεται εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ Χριστιανικοῦ Ναοῦ, εἰς τὸ Ἱερὸν Βῆμα, γιὰ νὰ τὸν προσκομίσει ὁ Ἱερεύς. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄρτον ἐξάγεται ὁ ἀμνὸς — ὅπως ἀπὸ τὴν κοιλία ἐκείνης ἐτέχθη ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ καὶ στρογγύλου σχήματος τὸ πρόσφορο. Συμβολίζει τὴν κοιλία τῆς Παναγίας. Ἔτσι τοὐλάχιστον τὸ ἀντιλαμβάνεται τὸ πλεῖστον μέρος τῆς παραδόσεώς μας.

Ὁ ἄρτος αὐτὸς (τῆς προθέσεως), ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξάγεται ὁ ἀμνὸς (τὸ τετραγωνάκι δηλαδὴ ποὺ φέρει τὸν σταυρὸ καὶ τὰ γράμματα ΙΣ - ΧΣ - ΝΙ - ΚΑ στὶς τέσσερες γωνίες, τὸ ὁποῖο καὶ συμβολίζει, ὅπως εἴπαμε, τὸ πανάγιον σῶμα τῆς παναχράντου Μητρός), μοιράζονταν στὸ τέλος ὡς ἀντίδωρον.

Καταλαβαίνετε βέβαια ὅτι αὐτὸ προϋπέθετε περιορισμένο ἀριθμὸ πιστῶν. Σήμερα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει, ἰδιαίτερα τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες τοὐλάχιστον ἑορτές, ποὺ ἐκκλησιάζονται πολλοί, καὶ μάλιστα στοὺς μεγάλους ναούς. Χρειάζεται νὰ κοποῦν πολλὰ πρόσφορα γιὰ νὰ εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ἀντίδωρο. Καί, δόξα τῷ Θεῷ! οἱ πιστοί μας προσκομίζουν πρόσφορα στοὺς ναούς, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὰ ζυμώνουν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ τὰ ἀγοράζουν ἀπὸ τὰ ἀρτοποιεῖα. Ὁ ἱερεὺς βέβαια ἐπιλέγει, ὅπως εἴπαμε, κάποιο ἀπὸ τὰ ζυμωτὰ γιὰ τὴν προσκομιδή· ὅμως δι’ ἐκείνου ὅλα εὐλογοῦνται καὶ χρησιμεύουν κατόπιν ὡς ἀντίδωρο.

Αὐτὰ γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ δὲν ἀρκεῖ ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως — ὅπερ καὶ τὸ σύνηθες, ὁ κανών.

Τί γίνεται ὅμως ὅταν αὐτὸς περισσεύσει· ὅταν εἶναι πολὺ μικρὸ τὸ ἐκκλησίασμα;

Τότε μπορεῖ νὰ διανεμηθεῖ σὲ μεγάλα κλάσματα. Μπορεῖ νὰ καταλύσει ὁ ἴδιος ὁ ἱερεὺς ὅ,τι περισσεύει. Μπορεῖ νὰ τὸν μοιράσει στὰ μικρὰ παιδιὰ — συνήθως βέβαια αὐτὰ ἀπουσιάζουν τέτοιες ἡμέρες. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ τὸν φυλάξει γιὰ νὰ τὸν διανείμει κατὰ τὴν ἑπομένη λειτουργία.

Κάποιοι ἱερεῖς βέβαια φροντίζουν ὥστε σὲ τέτοιες περιπτώσεις νὰ προσκομίζουν μικρὰ πρόσφορα  ὅπως γίνεται στὸ ἅγιον Ὄρος ἢ στὶς σλαβικὲς ἐκκλησίες.

Ὁ κανόνας πάντως εἶναι ὅτι τὰ κάνιστρα (κάλαθοι) ποὺ βλέπουμε νὰ προσφέρονται στὸν ἱερέα γιὰ νὰ τὰ ὑψώσει στὸ «Ἐξαιρέτως», δὲν ἔχουν μέσα μόνον τὸν ἕναν ἄρτο τῆς προθέσεως, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους, πάμπολλους τὸ πιὸ συχνά.

Αὐτοὶ ὅλοι ἔχουν ἁγιασθεῖ ἤδη ὡς προσφερόμενοι εἰς τὸν Κύριον, ἐξ ἀρχῆς. Εὐλογοῦνται δὲ καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς προθέσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ λαμβάνουμε εὐλογία διὰ τοῦ ἀντιδώρου· εἶναι ἁγιασμένος ἄρτος. 

Δὲν εἶναι φυσικὰ ἡ ἴδια εὐλογία μὲ ἐκείνη τῆς θείας μεταλήψεως. Δὲν πρόκειται γιὰ σῶμα Χριστοῦ ἐδῶ, ἀλλὰ διὰ τύπον (σύμβολον) τοῦ παρθενικοῦ καὶ πανάγνου σώματος τῆς ἀπειράνδρου Μητρός. Ἂς τὸ ποῦμε μιὰ φορὰ ἀκόμη. Μπορεῖ ἀπὸ τὰ ἄχραντα ἐκείνης αἵματα νὰ προῆλθε τὸ σωτήριον πρόσλημα, ἤτοι τὸ πανάσπιλον σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅμως ἐκεῖνο ἐν τέλει κοινωνοῦμε, ὄχι τὸ τῆς Μητρός.

Στὸ ἀντίδωρο, μὲ ἄλλα λόγια, ἔχουμε συμβολισμό. Ἐνῷ στὴν Θεία Κοινωνία, ταυτότητα πράγματος· εἶναι σῶμα Χριστοῦ — ὄχι δὲ συμβολικῶς, ὅπως κάποιοι πιστεύουν .

Πολὺ φυσικὸ λοιπὸν νὰ ὑψώνεται κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὑμνοῦμε τὴν Θεοτόκο στὴν Θεία Λειτουργία ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως. Ἀφοῦ ἐκείνη συμβολίζει, ἡ ὥρα ἐκείνη εἶναι καὶ ἡ κατάλληλη. Ἔτσι, ἡ ὕψωσις συνδέεται καὶ μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀφετηρία της.

Ὕψωση ἄρτου βέβαια ἔχουμε καὶ στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅταν ὁ ἱερεὺς ἐκφωνεῖ: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», ὑψοῖ συγχρόνως καὶ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ἔχουμε ἕναν ἀκόμη συμβολισμὸ τῆς σταυρώσεως — τῆς ὑψώσεως δηλαδὴ τοῦ Κυρίου ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ἡ ὕψωσις δὲν εἶναι εὐλογία 

Ὅταν ὁ ἱερεὺς ὑψώνει τὸ ἀντίδωρο, δὲν χρειάζεται καὶ νὰ τὸ εὐλογεῖ. 

Πρῶτα πρῶτα, νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως (αὐτὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξάγεται ὁ ἀμνὸς) ἔχει ἤδη ὑψωθεῖ στὴν ἀρχὴ τῆς προσκομιδῆς (θὰ τὸ δοῦμε στὴν ὥρα του). 

Ἔχει ἐπίσης ἁγιασθεῖ (τὸ εἴπαμε ἤδη), ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀφορίσθηκε, ἤτοι ξεχωρίσθηκε, ἀφιερώθηκε στὸν Θεό. 

Αὐτὸ ὅμως ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ἄρτους, καθ’ ὅσον ὅλοι ἀνετέθησαν στὸν Κύριο.

Θὰ λέγαμε ὅτι ὁ ἄρτος ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ὁ ἀμνός, ἀντιπροσωπεύει τοὺς ἄλλους — ὁ καθένας τους θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἐπιλεγεῖ ἀντ’ αὐτοῦ. 

Ἔτσι, εἶναι σὰν ὅλοι νὰ σφραγίσθηκαν μὲ τὴν ἁγία λόγχη καὶ νὰ ἱερολογήθηκαν, νὰ δέχθηκαν δηλαδὴ ρήματα ἱερά. Ἡ ὅλη ἀκολουθία τῆς Προθέσεως ὅλους τοὺς ἁγιάζει. Γι’ αὐτὸ καὶ μποροῦν μὲ τὴν σειρά τους οἱ ἴδιοι νὰ μεταδώσουν τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν θεία δωρεὰ στοὺς πιστοὺς ποὺ τοὺς λαμβάνουν ὡς ἀντίδωρο.

Ἄλλωστε, παλαιότερα ἡ Εὐχὴ τῆς Προθέσεως ποὺ σήμερα ἀναφέρεται στὸν ἕναν ἄρτο καὶ περιέχει τὰ λόγια «εὐλόγησον τὴν πρόθεσιν ταύτην», ἀναφερόταν σὲ ὅλους τοὺς προσφερθέντες ἄρτους, ποὺ γι’ αὐτὸ ὀνομάζονταν «εὐλογίαι». 

Συνεπῶς, ἡ σταυροειδὴς διὰ χειρὸς εὐλογία τοῦ ἱερέως κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὑψώσεως τοῦ ἀντιδώρου παρέλκει.

Τὸ ἀντίδωρο εἶναι ἤδη εὐλογημένο ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, καθ' ὅσον εὐλογημένοι εἶναι καὶ οἱ ἄρτοι ποὺ χρησιμοποιήθηκαν σ’ αὐτήν.

Γιὰ ἄλλον λόγο ὑψοῦται τὸ ἀντίδωρο, ὄχι γιὰ νὰ εὐλογηθεῖ.  Ὑψοῦται ὡς ἄρτος τῆς Παναγίας, κατὰ τὸ ἔθιμο καὶ σύμφωνα μὲ τὸν συμβολισμὸ ποὺ ἔχει, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἀναφερθήκαμε. Ἡ ὕψωσις τοῦ ἀντιδώρου εἶναι «ὕψωσις τῆς Παναγίας».

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερεὺς τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ κάνει εἶναι νὰ ὑψώσει σταυροειδῶς τὰ προσφερόμενα κλάσματα τοῦ ἄρτου, ὅπως κάθε φορὰ κάνει ὅταν τελεῖ τὴν «Ὕψωσιν τῆς Παναγίας». Ἄλλωστε·

Εὐλογία χωρὶς εὐχὴ ὑπάρχει; 

Καὶ ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν διαβάζουμε κάποιαν εὐχή. Λέμε ἁπλῶς «Μέγα τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος· Ὑπεραγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν». Αὐτὸ δὲν εἶναι εὐχή, εἶναι ἐπίκλησις.

Ἐπειδὴ ὅμως τὴν στιγμὴ ἐκείνη δὲν προσάγεται στὸν ἱερέα ἕνας ἄρτος (ὁ εἷς τῆς προθέσεως), ἀλλὰ πολλοὶ (ὑπὸ μορφὴν κλασμάτων), αὐθόρμητα, καὶ ἀπὸ κεκτημένη ταχύτητα, θὰ λέγαμε, τοὺς εὐλογεῖ. 

Δὲν εἶναι πρὸς θάνατον αὐτό. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀκριβές. Ἀποτελεῖ πλεονασμό.

Ὅπως δὲν θὰ εὐλογούσαμε ξανὰ τὸν ἕναν ἄρτο, αὐτὸν ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήχθη ὁ ἀμνός, ἔτσι δὲν εὐλογοῦμε καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ προσφερομένους ὡς ἀντίδωρον.

Ἀλλὰ καθόλου κατακριτέοι δὲν εἶναι οἱ ἱερεῖς μας (ἢ οἱ ἐπίσκοποι) ποὺ τὸ κάνουν. Παλαιότερο Ἱερατικὸν περιεῖχε τὴν ἑξῆς ὑποσημείωση: «Εἴθισται ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς φρικτῆς ταύτης Θυσίας ὁ Ἱερεὺς νὰ εὐλογῇ ὑψώνων πρὸ τῶν τιμίων Δώρων τὸ Ἀντὶ-δωρον. Τὸ Ἀντίδωρον ὀνομάζεται Κατακλαστόν, Μερισμὸς τῆς Εὐλογίας, Κλάσμα ἱεροῦ Ἄρτου καὶ Εὐλογία» (Ἱερατικόν, ἔκδ. Ἀπ. Διακονίας, Ἀθῆναι 11962, ἀνατύπ. ΣΤ΄ 1998, σελ. 127).

Κατακλαστὸν βέβαια ἔχει ἐπικρατήσει νὰ ὀνομάζεται τὸ κομμάτι τοῦ ἄρτου ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ ἱερεὺς ἐξάγει τὶς μερίδες ὑπὲρ τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων. Ὅ,τι περισσεύει ἀπὸ αὐτό, τὸ καταλύει μόνον ἐκεῖνος (ὁ ἱερεὺς) ἢ ὁ ἐπίσκοπος, ἐννοοεῖται, ἢ ὁ διάκονος· οὐδεὶς ἄλλος. Εἶναι μάλιστα καὶ πρακτικῶς πολὺ χρήσιμο τὸ κατακλαστὸν γιὰ τὸν λειτουργὸ ποὺ καταλύει στὸ ἅγιον Ποτήριον· τὸν βοηθάει στὴν καλύτερη κατάποση αὐτοῦ ποὺ κατέλυσε, στὸ νὰ μὴν παραμείνουν δηλαδὴ στὸ στόμα του οἱ μαργαρῖτες τῆς θείας κοινωνίας.

Κοντολογίς, θὰ λέγαμε ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τὰ χειρόγραφα, τὶς ἔντυπες ἐκδόσεις τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τὰ ἑρμηνευτικὰ ἔργα τῶν Πατέρων δὲν μαρτυρεῖται εὐλόγησις ἀντιδώρου μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων δώρων. 

Μαρτυρεῖται μόνον ἡ ὕψωσις, ὅπως καὶ ἡ διαμονή του στὸν λαό, μὲ τὰ λόγια «Εὐλογία Κυρίου καὶ ἔλεος ἔλθοι ἐπὶ σὲ (ἢ ἐφ’ ὑμᾶς)», ποὺ λέει ὁ ἱερεὺς στὸν κάθε πιστό, ἐπιλέγοντας στὸν τελευταῖο· «Τῇ αὐτοῦ θείᾳ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». 

Τὸ ἀντίδωρον προσφέρεται ἀντὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου δώρου τῆς φρικτῆς Κοινωνίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀντίδωρον (ἀντὶ τοῦ δώρου).

Εἶναι δηλαδὴ ὡς μία παρηγορία, θὰ λέγαμε, γιὰ ἐκείνους ποὺ ἐξ αἰτίας οἱουδήποτε λόγου δὲν μπόρεσαν νὰ γίνουν μέτοχοι τοῦ ἁγίου Ποτηρίου.

Γι’ αὐτό, ἂς μὴ νιώθει κανεὶς ἐπάρκεια, ὅταν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, «παρακολουθεῖ» [3] τὴν Θεία Λειτουργία, παίρνει τὸ ἀντίδωρο καὶ φεύγει.

[3] Τὸ ἀκοῦμε συχνὰ αὐτό. Π.χ. «Ὁ πρωθυπουργὸς παρακολούθησε (sic) τὴν Θεία Λειτουργία στὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Τήνου». Δὲν παρακολουθοῦμε ὅμως τὴν Θεία Λειτουργία, μετέχουμε σ’ αὐτήν, εἴμαστε συλλειτουργοί!

Ἐκεῖνος ποὺ ἀρκεῖται στὸ ἀντίδωρο, μοιάζει μὲ τὸν ἀθλητὴ ποὺ πηγαίνει στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες καὶ δὲν ἀγωνίζεται γιὰ κάποιο μετάλλιο, ἀλλὰ συμβιβάζεται μὲ ἕνα ἀναμνηστικὸ συμμετοχῆς — λογικὴ τῆς ἥσσονος προσπαθείας!   

Ἂς μὴν ἀρκούμαστε στὸ σπρέϊ (ψεκασμὸ) οὔτε στὸ ἁπλὸ ντοὺς (ξέβγαλμα). Νὰ ἐπιζητοῦμε τὸ λουτρό, τὴν ἐμβάπτιση, τὴν βουτιὰ στὸν ὠκεανὸ τῆς θείας χάριτος.

Πῶς νὰ παίρνουμε τὸ ἀντίδωρο

Πρῶτα πρῶτα τὸ ἀντίδωρο θὰ πρέπει νὰ τὸ παίρνουμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἱερέως.

Ὄχι μόνοι μας. Δὲν ἁπλώνουμε τὸ χέρι, παίρνουμε ἀπὸ τὸ κάνιστρο ἕνα ἀντίδωρο καὶ φεύγουμε!

Δὲν τὸ παίρνουμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἐπιτρόπου! Δὲν ἔχει καμμιὰ δουλειὰ ὁ ἐπίτροπος νὰ μοιράζει ἀντίδωρα.

Δὲν λέμε σὲ κάποιον ἄλλον «πάρε καὶ γιὰ μένα ἀντίδωρο», ἐπειδὴ βαριόμαστε νὰ περιμένουμε στὴν σειρά.

Θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε μὲ ὑπομονὴ ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλον. Νὰ προσφέρουμε δὲ μᾶλλον τὴν σειρά μας, παρὰ νὰ παραγκωνίζουμε τοὺς ἄλλους γιὰ νὰ πάρουμε τὴν δική τους!

Τὸ ἀντίδωρο λαμβάνουμε ἀπὸ τὸ χέρι τοὺς ἱερέως μὲ κάθε εὐλάβεια. 

Θέτουμε τὴν δεξιὰ παλάμη μας πάνω στὴν ἀριστερή, σὲ σχῆμα σταυροῦ, καὶ περιμένουμε χωρὶς βιασύνη νὰ ἐναποθέσει ὁ ἱερεὺς τὸν ἄρτο στὸ χέρι μας.

Ἀσπαζόμαστε τὴν δεξιὰ τοῦ ἱερέως. Εἶναι βουτηγμένη στὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας καὶ ἔχει ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη χάρη καὶ εὐλογία ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἀντίδωρο (πρβλ. Ματθ. κγ΄ [23], 16-23).

Δὲν χρειάζεται νὰ πάρουμε περισσότερα τοῦ ἑνὸς ἀντίδωρα. Ἀκόμη κι ἂν πρέπει νὰ δώσουμε σὲ κάποιον ἄλλον, ἂς κόψουμε λίγο ἀπὸ τὸ δικό μας — δὲν εἶναι γιὰ χόρταση! 

Εἶναι πολὺ καλὴ συνήθεια νὰ πίνουμε κάθε πρωῒ ἁγιασμὸ καὶ νὰ καταλύουμε λίγο ἀπὸ τὸ ἀντίδωρο τῆς Κυριακῆς ἢ τῆς παρελθούσης ἑορτῆς. Αὐτὸ ὅμως δὲν προϋποθέτει ποσότητα. Ἕνα ψιχουλάκι ἀρκεῖ· ὅπως καὶ μιὰ γουλιὰ ἁγιασμοῦ.

Ἂν γιὰ κάποιον λόγο πρέπει νὰ πάρουμε καὶ δεύτερο ἀντίδωρο, ἂς τὸ ζητήσουμε εὐγενικὰ ἀπὸ τὸν ἱερέα. Τὸ καλύτερο δὲ θὰ ἦταν θὰ περιμένουμε νὰ τελειώσει ἡ διανομὴ καὶ μετὰ νὰ πάρουμε καὶ ἄλλο. Διότι, σκεφτεῖτε νὰ πάρετε ἐσεῖς δεύτερο καὶ τρίτο ἀντίδωρο, καὶ γιὰ κάποιους ἄλλους ἀδελφοὺς νὰ μὴ φθάσει. Δὲν εἶναι σίγουρο πὼς πάντα ἐπαρκεῖ!

Προσωπικά, καὶ ὡς κίνηση δὲν μοῦ ἀρέσει τὸ νὰ ἁπλώνει κανεὶς τὸ χέρι του καὶ νὰ παίρνει ἀντίδωρα μόνος του.

Νὰ προσέχουμε ἐπίσης ποῦ καὶ πῶς καταλύουμε τὸ ἀντίδωρο· νὰ μὴ πέφτουν κάτω τρίμματά του καὶ καταπατοῦνται — ἁγιασμένος ἄρτος εἴπαμε πὼς εἶναι.

Ὕψωμον

Ἂς ποῦμε δυὸ λόγια καὶ γιὰ τὸ λεγόμενον ὕψωμον. Τί εἶναι;

Εἶναι, θὰ λέγαμε, μία ἐκλεκτὴ μερίδα ἐκ τοῦ ἄρτου τῆς προθέσεως, ποὺ δίνεται στὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας τιμῆς ἕνεκεν σ’ ἐκείνους ποὺ παρασκεύασαν καὶ προσεκόμισαν στὴν ἐκκλησία τὰ πρόσφορα· σὰν μία ἀνταμοιβὴ γιὰ τὸν κόπο τους.

Συνηθίζεται, γιὰ παράδειγμα, νὰ δίνεται στοὺς συγγενεῖς ἑνὸς κεκοιμημένου, ὅταν αὐτοὶ προσκομίζουν πρόσφορα γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μνημοσύνου του. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, πλὴν μνημοσύνου δηλαδή.

Κάποιοι κατακρίνουν αὐτὴν τὴν συνήθεια. Ἀφοῦ ὁ ἄρτος προσφέρεται στὴν ἐκκλησία, λένε, γιατί νὰ γίνονται τέτοιες διακρίσεις;

Ἄλλοι πάλι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ συνήθεια αὐτὴ δημιουργεῖ μίαν εὐγενῆ ἅμιλλα μέσῳ τῆς ὁποίας ἐνθαρρύνεται ἡ παρασκευὴ προσφόρων ἀπὸ τὶς νοικοκυρές. Τιμοῦμε, λένε, αὐτοὺς ποὺ ἐκοπίασαν παρασκευάζοντας τὸ πρόσφορο καὶ προσκομίζοντάς το στὴν ἐκκλησία [4].

[4] Κάτι τέτοιο ἰσχύει γενικῶς γιὰ τὸ ἀντίδωρο. Δὲν προσφέρεται μόνον ἀντὶ τοῦ δώρου τοῦ Θεοῦ (θεία κοινωνία) πρὸς ὅσους δὲν προσῆλθαν στὸ ἅγιο Ποτήριο, ὅπως παραπάνω εἴπαμε, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τοῦ δώρου ποὺ ἐμεῖς προσφέραμε στὸν Θεό. Διότι κανεὶς δὲν εἰσέρχεται στὴν ἐκκλησία μὲ ἄδεια χέρια. Ἂν δὲν προσφέρει ἄρτο ἢ οἶνο ἢ ἔλαιο κ.λπ., θὰ προσφέρει χρήματα· κάτι θὰ ρίξει στὸ παγκάρι μὲ τὰ κεριὰ ἢ σὲ κάποιο ἄλλο κυτίο τοῦ ναοῦ. Ἔχει διττὴ σημασία δηλαδὴ τὸ ἀντὶ τῆς λέξεως ἀντίδωρον.

*

Ἐδῶ ὅμως θὰ σταματήσουμε. Εἴπαμε ἀρκετὰ γιὰ τὸν ἄρτο — ὄχι πὼς ἐξαντλεῖται αὐτὸ τὸ θέμα· ὅμως πόσα νὰ ποῦμε!

Τὴν ἐρχομένη φορὰ θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸ «σπίτι τῆς νοικοκυρᾶς», ἀπὸ ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου ἑτοιμάζεται ἡ «λειτουργιά», καὶ θὰ πᾶμε ἐκεῖ ὅπου τελεῖται ἡ «λειτουργία», στὸν ναὸ δηλαδή. Θὰ δοῦμε πῶς ὁ ἱερεὺς ἑτοιμάζεται γιὰ τὴν ἀναίμακτη θυσία.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως