Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἔχει καὶ ἡ ἀποκάλυψη ἱστορία


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Μ

ιλήσαμε τὴν προηγούμενη φορὰ γιὰ τὴν σχέση δόγματος καὶ ἤθους.

Θὰ συνεχίσουμε σήμερα μὲ μία σύντομη ἀναφορὰ στὸν ὅρο Δογματική. 

Τὸν ὅρο αὐτὸν χρησιμοποιοῦμε συνήθως μὲ τὴν σημασία μιᾶς γενικῆς καὶ ἀόριστης ἀναφορᾶς στὰ δόγματα τῆς πίστεως.

Τὸν χρησιμοποιοῦμε ἐπίσης καὶ ὡς ἐπιθετικὸ προσδιορισμὸ ἄλλων λέξεων. Ὁμιλοῦμε, ἐπὶ παραδείγματι, περὶ δογματικῆς διδασκαλίας, δογματικῆς ἀληθείας, δογματικῶν ἀντιλήψεων, δογματικῶν προϋποθέσεων κ.λπ. Γενικῶς, ἡ λέξη παραπέμπει στὰ δόγματα.

Ὅμως στὸν χῶρο τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης ὁ ὅρος Δογματική, ὅταν χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικό, προσλαμβάνει ἕνα πιὸ συγκεκριμένο σημασιολογικὸ περιεχόμενο: δηλώνει τὴν ἐπιστημονικὴ ἔκθεση τῶν δογμάτων. 

Καὶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐκθέσεως. Ἡ Δογματικὴ Θεολογία στοχεύει καὶ στὴν κατάδειξη τοῦ σωτηριολογικοῦ καὶ ὑπαρξιακοῦ περιεχομένου τῶν δογμάτων γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο.

Ὁρισμοὶ τῆς Δογματικῆς

Πολλοὶ ἐκ τῶν θεολόγων μας κατὰ καιροὺς προσπάθησαν νὰ ὁρίσουν τὴν Δογματική. Ἂς δοῦμε τί εἶπαν κάποιοι ἀπὸ αὐτούς.

Χρῆστος Ἀνδροῦτσος. «Δογματικὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔκθεση τῆς περὶ πίστεως χριστιανικῆς διδασκαλίας».

Παναγιώτης Τρεμπέλας. «Δογματικὴ ἢ Δογματικὴ θεολογία εἶναι τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἔρευνα τῶν δογμάτων τῆς πίστεως καὶ στοχεύει στὴν ἐπιστημονικὴ ἔκθεσή τους».

Νικόλαος Μητσόπουλος. «Δογματικὴ εἶναι τὸ μάθημα ἐκεῖνο τοῦ Συστηματικοῦ κλάδου τῆς θεολογίας, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει συστηματικῶς τὰ δόγματα, τουτέστι τὴν περὶ πίστεως διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας. Δογματικὴ μὲ ἄλλες λέξεις εἶναι ἡ συστηματικὴ ἔκθεσις τῶν θεωρητικῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, τῶν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποκεκαλυμμένων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ φυλασσομένων καὶ διδασκομένων. Ὁ συστηματικὸς χαρακτῆρας τῆς Δογματικῆς ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι αὐτὴ προσεγγίζει τὴν δογματικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας κατὰ θέματα καὶ τὴν ἐκθέτει συστηματικά».

Νικόλαος Ματσούκας. «Ἡ Δογματικὴ ὡς ἐπιστήμη ἀσχολεῖται μὲ τὴν περιγραφὴ τῶν ζωντανῶν μνημείων τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας».

Ἰωάννης Ζηζιούλας. «Ἡ Δογματικὴ εἶναι ἰδιαίτερος κλάδος καὶ μάθημα τῆς Θεολογίας, ποὺ ἐμφανίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Δύση καὶ εἰσήχθη στὶς Ὀρθόδοξες Θεολογικὲς Σχολὲς κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ κλάδου αὐτοῦ εἶναι ὁ συστηματικὸς χαρακτῆρας του».

Ἀπὸ τοὺς παραπάνω ὁρισμούς, ποὺ ἐνδεικτικῶς ἀναφέραμε, γίνεται φανερὸ ὅτι οἱ θεολόγοι ὑπογραμμίζουν κυρίως τὸν συστηματικὸ χαρακτῆρα τῆς Δογματικῆς. 

Ἐν τούτοις, στὴν Βίβλο καὶ στοὺς Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων κυριαρχεῖ ἡ περιστατικὴ δογματικὴ θεολογία. Δὲν ἐξέθεσαν δηλαδὴ οἱ Πατέρες μὲ συστηματικὸ (τουτέστιν ἀκαδημαϊκὸ) τρόπο τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἐκπόνησαν διδακτορικὲς διατριβές. Ἡ δογματική διδασκαλία τους εἶναι καρπὸς τῆς ποιμαντικῆς τους διακονίας. Τὴν ἀντλοῦμε μέσα ἀπὸ τὰ κηρύγματά τους, τὰ ὑπομνήματά τους σὲ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὶς ἐπιστολές τους κ.λπ.

Πηγὲς τῆς Δογματικῆς

Ἀπὸ ποὺ πηγάζει ἡ Δογματική; 

Αὐτὸ εἶναι ἕνα πολὺ μεγάλο ζήτημα. Ὀρθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες τὸ προσεγγίζουν διαφορετικά.

Γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους πρωταρχικὴ πηγὴ τῆς Δογματικῆς εἶναι ἡ ἀποστολικὴ ἐμπειρία. Πρωταρχικὸν δόγμα τὴν ὀνομάζει ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Περγάμου, καθηγητὴς Ἰωάννης Ζηζιούλας. Γιατί;

Διότι στοὺς ἀποστόλους ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μὲ τὸν πληρέστερο δυνατὸ τρόπο. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ προστεθεῖ στὴν ἀποκάλυψη αὐτή. Μόνον νὰ ἐμβαθύνει μπορεῖ κανείς· καὶ νὰ ὁριοθετήσει ἐπίσης τὴν ἀκρίβειά της ἔναντι τῆς παρερμηνείας, ὅπως ἔκαναν οἱ Σύνοδοι διατυπώνοντας τὰ δόγματα, ποὺ γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὀνομάσθηκαν ὅροι (= ὅρια).  

Ἔτσι, ἡ ἀποστολικὴ ἐμπειρία γίνεται κανόνας πίστεως μέσα στὴν Ἐκκλησία, θεμέλιό της· τὴν ὁδηγεῖ καὶ φωτίζει τὸ μέλλον της.

Δὲν φωτίζει ὅμως μόνον τὸ μέλλον. Φωτίζει καὶ τὸ παρελθόν, ὅλα τὰ στάδια τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Διότι ἡ ἀποκάλυψη δὲν ἀρχίζει μὲ τοὺς ἀποστόλους, διαπερνᾶ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς θείας οἰκονομίας. Ἂς δοῦμε λίγο τὸ ζήτημα αὐτό.

Ἡ ἱστορία τῆς ἀποκαλύψεως

Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν κόσμο μὲ τὸ ποὺ δημιουργεῖται ὁ κόσμος  ἅμα τῇ δημιουργίᾳ.

Πρὸ τῆς δημιουργίας δὲν ὑπάρχει κάτι ἄλλο, κάποια κτιστὴ ἑτερότης (ἄλλη κτιστὴ πραγματικότης) πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ ἀποκαλυφθεῖ. Ἡ δημιουργία συνιστᾶ τὴν ἴδια τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς ἑτερότητος, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός. Μὲ τὸ ποὺ δημιουργεῖται δηλαδὴ ὁ κόσμος, δημιουργεῖται καὶ ἡ συνθήκη τῆς θείας ἀποκαλύψεως. 

Δημιουργία καὶ ἀποκάλυψη συνδέονται χρονικῶς· εἶναι κοινὴ γιὰ τὶς δύο ἡ ἀφετηρία τοῦ χρόνου: ἅμα δημιουργία, ἅμα ἀποκάλυψις.

Δὲν συνδέονται ὅμως μόνον χρονικῶς. Ἡ δημιουργία ἀποκαλύπτει καὶ τὴν ὀντολογικὴ σύνδεση Θεοῦ καὶ κόσμου. Τὰ ὄντα εἶναι ἀποτελέσματα τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ· δι' αὐτῆς παρήχθησαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι, ἔγιναν δηλαδὴ ἀπὸ μὴ ὄντα ὄντα. 

Οἱ θεῖοι Πατέρες λένε ὅτι ἔχουμε δανεικὸ τὸ εἶναι. Ἐξ ἑαυτοῦ τὸ ἔχει μόνον ὁ Θεός· γι' αὐτὸ καὶ εἶναι ὁ μόνος ποὺ δικαιοῦται νὰ λέγεται ὂν (ὁ Ὤν). Ἐμεῖς ἔχουμε κατὰ μετοχὴν τὰ πάντα. Ἔχουμε ἀγάπη μετέχοντας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε ἐλευθερία μετέχοντας στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε σοφία μετέχοντας στὴν σοφία του κ.ο.κ. Πῶς ἄλλως; Ἀφοῦ δανεικὸ τὸ εἶναι, ἀφοῦ κατὰ μετοχὴν ἡ ἴδια μας ἡ ὕπαρξη, κατὰ μετοχὴν καὶ κάθε τι ἄλλο.   

Αὐτὸ ὅμως σημαίνει ὅτι καὶ ἡ ἀποκάλυψη δὲν συνιστᾶ ἐξωτερικοῦ χαρακτῆρος γεγονός, ἀλλὰ σχέση (μέθεξη)· ταυτίζεται δηλαδὴ μὲ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς σχέσεως Θεοῦ καὶ κόσμου. 

Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ κτίσματα ὄχι μόνον ἔρχονται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν γνωρίζουν μέσῳ αὐτῶν — ὄχι διανοητικὰ ὅμως, ἀλλὰ μετέχοντας σ' αὐτές. Διαφέρει βέβαια ὁ βαθμὸς καὶ ὁ τρόπος γνώσεως· ἄλλος ἐκεῖνος τῶν λογικῶν καὶ ἄλλος ὁ τῶν ἀλόγων ὄντων.

Πάντως, διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του καὶ μόνον ἀποκαλύπτεται ὁ Θεὸς στὴν κτίση. Ἡ οὐσία του εἶναι  καὶ πάντα θὰ εἶναι  ἀπρόσιτος, ἀκατάληπτος καὶ ἀμέθεκτος. 

Εἶναι «πανταχοῦ ἀπὼν» κατὰ τὴν οὐσία του καὶ πανταχοῦ παρὼν διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του. 

Ὁ Θεὸς ἔκανε τὴν δημιουργία καθρέπτη τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του. Ἐκεῖ ἀποκαλύπτει τὴν δύναμή του, τὴν πανσοφία του, τὴν ἀγάπη του, κάθε μαρμαρυγὴ τῆς θείας του δόξης.

Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του «τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» (Ρωμ. α΄ 20). 

Διδάσκει ἐδῶ ὁ ἀπόστολος ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει φανερώσει τὴν ἀλήθεια. Τὴν φανέρωσε μὲ σαφήνεια καὶ καθαρότητα. Διότι ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, οἱ ἄπειρες τελειότητές του μπορεῖ νὰ μὴ βλέπονται μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια, βλέπονται ὅμως μὲ τὰ μάτια τῆς διανοίας, διὰ μέσου τῶν δημιουργημάτων. Μέσῳ αὐτῶν ἀποκαλύπτεται τόσο ἡ δύναμίς του, ποὺ δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος (εἶναι ἀΐδιος), ὅσο καὶ ἡ θειότης, ἡ μεγαλειότης του δηλαδή, ἡ ἄπειρος τελειότης του. Γι' αὐτὸ θεωρεῖ ἀναπολόγητους ὁ Παῦλος ἐκείνους ποὺ δὲν δοξάζουν τὸν Θεό.

Αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποκαλύψεως — διὰ τῶν κτισμάτων — στὴν δυτικὴ συστηματικὴ θεολογία ὀνομάζεται revelatio naturalis (φυσικὴ ἀποκάλυψις). Ἀντιδιαστέλλεται δὲ πρὸς τὴν revelatio supernaturalis (ὑπερφυσικὴ ἀποκάλυψις).

Στὴν πατερικὴ παράδοση συναντοῦμε διάκριση ἀνάμεσα στὴν γνώση τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς κτίσεως καὶ στὴν προσωπικὴ ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη. Ὅμως ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν συνιστᾶ θεωρία δύο αὐτοτελῶν εἰδῶν ἀποκαλύψεως (φυσικὴ - ὑπερφυσική).

Θεογνωσία διὰ τῆς κτίσεως

Ἂς δοῦμε πῶς προσεγγίζουν τὸ θέμα δύο κορυφαῖοι Πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας.

Στὸ ἔργο του Κατὰ Ἑλλήνων [1] ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέει ὅτι ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι ἐκ φύσεως ἀόρατος, διεκόσμησε τὴν κτίση διὰ τοῦ Λόγου του, ὥστε νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του.

[1] Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ καὶ ρωμαϊκὴ περίοδο ὁ ὅρος Ἕλλην σήμαινε κυρίως τὸν εἰδωλολάτρη, ἐκεῖνον δηλαδὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε τὴν πολυθεϊστικὴ θρησκεία, σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Χριστιανούς. Τὸ κριτήριο δηλαδὴ δὲν ἦταν ἐθνολογικό, ἀλλὰ θρησκευτικό· ἦταν ζήτημα πίστεως καὶ λατρείας, ὄχι καταγωγῆς. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ ἐν λόγῳ ἔργο τοῦ Μ. Ἀθανασίου σὲ ὁρισμένες ἐκδόσεις ἀπαντᾶ ὑπὸ τὸν τίτλο Κατὰ Εἰδώλων. Τὸ Κατὰ Ἑλλήνων βέβαια δὲν κρύβει ἐχθρότητα κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅπως ἀδαῶς ἢ καὶ ἀπὸ κακεντρέχεια διαλαλοῦν κάποιοι νεοπαγανιστές. Ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ Πατέρες δὲν ἐστράφησαν ποτὲ ἐναντίον τῶν προγόνων μας, ἀλλ' ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης. Πόσα καὶ πόσα ἔργα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος δὲν διέσωσε ἡ Ἐκκλησία, κυρίως στὰ μοναστήρια της!

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων παραπάνω μᾶς εἶπε, φέρει ὡς παράδειγμα καὶ τοὺς καλλιτέχνες· ὅτι δηλαδὴ αὐτοὶ γνωρίζονται μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα τους, ἀκόμη καὶ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τους.

Τὰ ἔργα τοῦ «ἀγαλματοποιοῦ Φειδίου» [2], λέει χαρακτηριστικά, χάρις στὴν συμμετρία καὶ τὴν ἁρμονία τῶν μερῶν τους ἀποκαλύπτουν τὸν ἴδιο τὸν Φειδία σὲ ὅσους τὰ βλέπουν, ἀκόμη καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν βρίσκεται παρών.

[2] Ὑπῆρξε ὁ διασημότερος Ἕλλην γλύπτης, ζωγράφος καὶ ἀρχιτέκτων τοῦ 5ου αἰ. π.Χ. Φιλοτέχνησε κάποια ἀπὸ τὰ ἀριστουργήματα τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τὸ ἄγαλμα τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία (ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου), τὰ ἀγάλματα τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς στὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν (Ἀθηνᾶ Παρθένος, ἐντὸς τοῦ Παρθενῶνος· καὶ Ἀθηνᾶ Πρόμαχος, μεταξὺ Ἐρεχθείου καὶ Προπυλαίων) κ.ἄ.

Καὶ καταλήγει ὁ σοφὸς Ἱεράρχης τῆς Ἀλεξανδρείας· «οὕτω δεῖ νοεῖν ἐκ τῆς τοῦ κόσμου τάξεως τὸν τούτου ποιητὴν καὶ δημιουργὸν Θεόν, κἂν τοῖς τοῦ σώματος ὀφθαλμοῖς μὴ θεωρῆται»· μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ νοεῖται ἐκ τῆς τάξεως τοῦ κόσμου ὁ ποιητὴς καὶ δημιουργὸς αὐτοῦ Θεός, ἀκόμη κι ἂν δὲν φαίνεται μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος (Μ. Ἀθανάσιος, Κατὰ Ἑλλήνων, PG 25, 69B). 

Δὲν ἄφησε «ἀμάρτυρον» (χωρὶς μαρτυρία) τὸν ἑαυτό του ὁ Θεός, ὅπως διαβάζουμε καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Λέει στοὺς κατοίκους τῶν Λύστρων τῆς Λυκαονίας ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Παῦλος: «Δὲν ἔπαψε ποτὲ ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐεργετεῖ καὶ νὰ σᾶς στέλνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὠφέλιμες βροχὲς καὶ κατάλληλους καιροὺς γιὰ πλούσια καρποφορία· πάντα παρεῖχε ἀφθόνως τροφὴ καὶ εὐφροσύνη στὶς καρδιές σας» (Πράξ. ιδ΄ [14], 17). Μὲ πολλοὺς τρόπους μαρτυρεῖται στὸν κόσμο ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Σὲ ἄλλο ἔργο του πάλι ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέει ὅτι «ὁ Θεὸς ὁ πάντων ἔχων τὸ κράτος» (Παντοκράτωρ), ὅταν δημιουργοῦσε διὰ τοῦ Λόγου του τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, δὲν παρέβλεψε τὴν ἀδυναμία τους νὰ γνωρίσουν μόνοι τους τὸ Θεό· καθ' ὅσον ἐκεῖνος μὲν εἶναι ἄκτιστος, αὐτοὶ δὲ κτίσματα ποὺ ἦλθαν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι· ἐκεῖνος ἀσώματος, αὐτοὶ σωματικοί· καὶ γενικῶς εἶναι μεγάλες οἱ ἐλλείψεις τῶν πλασμάτων στὸ νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ κατανοήσουν τὸν πλάστη καὶ δημιουργό τους. 

Ὅμως, ὡς ἀγαθὸς ὁ Θεὸς εὐσπλαγχνίσθη τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν τοὺς ἄφησε στὴν ἀγνωσία, γιὰ νὰ μὴν ἀποδειχθεῖ ἀνωφελὴς καὶ μάταιη ἡ ὕπαρξή τους. Διότι ποιά θὰ ἦταν ἡ ὠφέλεια τῶν δημιουργημάτων, ἂν δὲν μποροῦσαν νὰ γνωρίσουν τὸν δημιουργό τους; Ἢ πῶς θὰ ἦταν λογικὰ ὄντα, ἂν δὲν τοὺς δίνονταν ἡ δυνατότης νὰ γνωρίσουν τὸν Λόγο τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ δημιουργήθηκαν; Καθόλου δὲν θὰ διέφεραν ἀπὸ τὰ ἄλογα ὄντα, ἐὰν δὲν γνώριζαν τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὰ ἐπίγεια. 

«Καὶ τί θὰ λέγαμε;» συνεχίζει ὁ σοφὸς Ἀλεξανδρινός· «ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζεται; Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ ἀκριβῶς αὐτό, ἀγαθὸς ὢν ὁ δημιουργός, μετέδωσε σ' αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς ἔπλασε κατ' εἰκόνα του καὶ καθ' ὁμοίωσιν· ὥστε διὰ τοῦ χαρίσματος αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀντιληφθοῦν τὴν εἰκόνα  ἐννοῶ ἀσφαλῶς τὸν τοῦ Πατρὸς Λόγον  νὰ μπορέσουν δι' αὐτοῦ νὰ λάβουν ἔννοιαν τοῦ Πατρὸς καὶ γνωρίζοντας τὸν δημιουργό τους νὰ ζοῦν τὴν ὄντως εὐδαίμονα καὶ μακαρία ζωὴ» (Μ. Ἀθανάσιος, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, PG 25, 113D-116B). Παραθέτω εὐθὺς τὸ πρωτότυπο κείμενο.

«Ὁ Θεὸς ὁ πάντων ἔχων τὸ κράτος, ὅτε τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος διὰ τοῦ ἰδίου Λόγου ἐποίει, κατιδὼν πάλιν τὴν ἀσθένειαν τῆς φύσεως αὐτῶν, ὡς οὐχ ἱκανὴ εἴη ἐξ ἑαυτῆς γνῶναι τὸν Δημιουργόν, οὐδ᾿ ὅλως ἔννοιαν λαβεῖν Θεοῦ, τῷ τὸν μὲν εἶναι ἀγένητον, τὰ δὲ ἐξ οὐκ ὄντων γεγενῆσθαι, καὶ τὸν μὲν ἀσώματον εἶναι, τοὺς δὲ ἀνθρώπους κάτω που σώματι πεπλάσθαι, καὶ ὅλως πολλὴν εἶναι τὴν τῶν γενητῶν ἔλλειψιν πρὸς τὴν τοῦ πεποιηκότος κατάληψιν καὶ γνῶσιν· ἐλεήσας πάλιν τὸ γένος τὸ ἀνθρώπινον, ἅτε δὴ ἀγαθὸς ὢν, (sic) οὐκ ἀφῆκεν αὐτοὺς ἐρήμους τῆς ἑαυτοῦ γνώσεως, ἵνα μὴ ἀνόνητον ἔχωσι καὶ τὸ εἶναι. Ποία γὰρ ὄνησις τοῖς πεποιημένοις μὴ γινώσκουσι τὸν ἑαυτῶν ποιητήν; Ἢ πῶς ἂν εἶεν λογικοὶ μὴ γινώσκοντες τὸν τοῦ Πατρὸς Λόγον, ἐν ᾧ καὶ γεγόνασιν; Οὐδὲν γὰρ οὐδὲ ἀλόγων διαφέρειν ἔμελλον, εἰ πλέον οὐδὲν τῶν περιγείων ἐπεγίνωσκον. Τί δὲ καὶ ὁ Θεὸς ἐποίει τούτους, ἀφ᾿ ὧν οὐκ ἠθέλησε γινώσκεσθαι; ῞Οθεν ἵνα μὴ τοῦτο γένηται, ἀγαθὸς ὢν, (sic) τῆς ἰδίας εἰκόνος αὐτοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μεταδίδωσι, καὶ ποιεῖ τούτους κατὰ τὴν ἑαυτοῦ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν· ἵνα διὰ τῆς τοιαύτης χάριτος τὴν εἰκόνα νοοῦντες, λέγω δὴ τὸν τοῦ Πατρὸς Λόγον, δυνηθῶσιν ἔννοιαν δι᾿ αὐτοῦ τοῦ  Πατρὸς λαβεῖν, καὶ γινώσκοντες τὸν ποιητὴν ζῶσι τὸν εὐδαίμονα καὶ μακάριον ὄντως βίον».

(Συνεχίζεται)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως