Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι μανιφέστο!


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Σ

κέφτηκα νὰ ὁλοκληρώσουμε σήμερα τὸ εἰσαγωγικὸ μέρος τῆς σειρᾶς μας «Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ».

Θὰ τὸ ὁλοκληρώσουμε δὲ ἀναφερόμενοι στὶς πηγὲς καὶ τὴν μέθοδο τῆς Δογματικῆς.

Πηγὲς τῆς Δογματικῆς

Ἔχουμε πεῖ ὅτι στὸ θέμα αὐτὸ δὲν συμφωνοῦν Ὀρθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Προτεστάντες, τὸ προσεγγίζουν διαφορετικά.

Στὰ σχολαστικὰ ἐγχειρίδια τῆς Δύσεως ὡς πηγὲς τῆς Δογματικῆς ἀναφέρονται ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἔχει περάσει καὶ σ' ἐμᾶς τοῦ Ὀρθοδόξους.

Πῶς ὅμως κατανοοῦνται οἱ δύο αὐτὲς πηγές; 

Κάποιοι νομίζουν, λέει ὁ καθηγητὴς Νικόλαος Ματσούκας, ὅτι πρόκειται γιὰ «κώδικες ποὺ ἔπεσαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἢ δόθηκαν ὡς κλειστὲς καὶ τυποποιημένες ἐντολές, γιὰ νὰ πορεύεται σωστὰ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ κάθε Χριστιανὸς» (Ν. Ματσούκας, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Α΄, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985, ἀνατ. 2007, σελ. 181). 

Ἀντιμετωπίζονται δηλαδὴ μὲ πνεῦμα νομικιστικό, ὅπως καὶ οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν τοὺς ἐκλαμβάνουμε ὡς νομικὰ διατάγματα.

Ἀκολουθοῦν πολλοὶ τὸ πνεῦμα αὐτό, διότι τοὺς δημιουργεῖ βεβαιότητες, τυποποιημένες ἐγγυήσεις. Ταμπουρωμένοι πίσω ἀπὸ κανόνες καὶ ἁγιογραφικὰ χωρία νιώθουν ἀσφάλεια, τὴν ἀσφάλεια μιᾶς περιχαρακωμένης ἀλήθειας. Ἐνίοτε μάλιστα ἐξαπολύουν ἐκ τῶν χαρακωμάτων καὶ ἐπιθέσεις ἐναντίον κάθε ἀντιφρονοῦντος, κάνοντας τοὺς κανόνες κανόνια, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης.

Στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ πίστη καταντᾶ ἰδεολογία καὶ ἐν τέλει ἰδεοληψία. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀκολουθοῦν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, χάνουν τὴν γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους, χάνουν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὰ μάτια τους, ὅταν γιὰ οἱονδήποτε λόγο κλονισθεῖ μία ἀπὸ τὶς κωδικοποιημένες αὐτὲς ἀλήθειες.

Π.χ. ὅταν κλονίσθηκε ἡ «ἀλήθεια» ὅτι ὁ ἥλιος κινεῖται γύρω ἀπὸ τὴν γῆ, οἱ διαπνεόμενοι ἀπὸ τὸ ὡς ἄνω πνεῦμα, ἢ ταμπουρώθηκαν μὲ πεῖσμα πίσω ἀπὸ τὰ ἁγιογραφικὰ χωρία καὶ ἔγιναν σφόδρα ἐπιθετικοί, ἢ ἀμφισβήτησαν τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία. 

Τοὺς πρόδωσε ἡ πίστη στὴν κατὰ γράμμα θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Δὲν ἐννόησαν ὅτι·

Ἡ Γραφὴ δὲν εἶναι κατὰ γράμμα θεόπνευστος, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.

Μάλιστα «τὸ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ», ὅπως γράφει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α΄ Κορ. γ΄ 6). 

Ὁ δὲ Κύριος εἶπε· «τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδὲν» (Ἰωάν. ς΄ [6], 63)· σὰρξ τῆς Γραφῆς εἶναι τὸ γράμμα.

Κάποιες ἐπιστημονικὲς ἀναφορὲς τῶν βιβλικῶν κειμένων, ποὺ ἀπηχοῦν γνώσεις καὶ ἀντιλήψεις τῆς ἐποχῆς τους, δὲν τὰ καθιστοῦν αὐτόχρημα ἐπιστημονικὰ συγγράμματα.

Τί νὰ ἔλεγε ἡ Γραφὴ τὰ χρόνια ἐκεῖνα· ὅτι ἡ γῆ κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸ ἥλιο; Δὲν ἔγινε πιστευτὸ 1600 χρόνια μετὰ Χριστόν, θὰ γινόταν τότε;

Ἄλλωστε, ἡ γλῶσσα τῶν Γραφῶν εἶναι ποιητικὴ ἐν πολλοῖς. Στὴν ποίηση καὶ ἐμεῖς χρησιμοποιοῦμε τέτοιες ἐκφράσεις. Λίγες φορὲς στὰ ποιήματά μας γυρίζει ὁ ἥλιος γύρω ἀπὸ τὴν γῆ; Λίγες φορὲς στέκεται πάνω ἀπὸ θάλλασες κι ἀπὸ βουνά; Ἐνοχλήθηκε ποτὲ κανεὶς ποὺ τὸ φεγγάρι στολίζει τὸ ὄμορφο κεφάλι τῆς κοπελιᾶς στὸ ὑπέροχο τραγούδι τοῦ Μίμη Πλέσσα, ποὺ σ' ἕνα στίχο του λέει, «σκέψου τί ὄμορφη ποὺ θά 'σαι μὲ τὸ φεγγάρι στὰ μαλλιά»;  

Σκοπός τῶν Γραφῶν δὲν εἶναι ἡ ἐξήγηση τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἡ νοηματοδότησή του.

Τὸ πῶς ἔγινε ὁ κόσμος καὶ ποιοί οἱ νόμοι ποὺ τὸν διέπουν, θὰ τὸ βρεῖ ἡ ἐπιστήμη.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ πασχίζει νὰ στρέψει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας πρὸς τὸν δημιουργό, ὥστε αὐτὸν νὰ λατρεύουμε, καὶ ὄχι τὴν κτίση. Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας γραμμές της, τὶς πρῶτες σελίδες της, αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ κάνει· νὰ μᾶς μάθει ὅτι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς, τὰ δένδρα καὶ τὰ φυτά, τὰ ζῶα, οἱ ἄνθρωποι καὶ πάντα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα ἀποτελοῦν δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ συνεπῶς ἔχουν ἀρχὴ καὶ τέλος. 

Προσπαθεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μᾶς κάνει θεόφρονες καὶ νὰ μᾶς ἀπαγκιστρώσει ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εἰδωλολατρίας. 

Αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος τῆς Γραφῆς, ὄχι ἡ ἔκθεση ἐπιστημονικῶν γνώσεων [1].

[1] Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ἐπιστήμονες δὲν ἔχουν νὰ ὠφεληθοῦν λαμβάνοντας ὑπ' ὄψιν τὰ ὅσα στὰ ἱερὰ κείμενα γράφονται.

Θὰ πρέπει νὰ διακρίνει κανεὶς τὴν ὁδὸ τῆς γνώσεως τῶν κτιστῶν ὄντων ἀπὸ ἐκείνη τῆς γνώσεως τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ — θὰ μιλήσουμε γι' αὐτὸ εἰς τὸν οἰκεῖον τόπον.

Ὅταν δὲν γίνεται αὐτὴ ἡ διάκριση, ἐμφερῶς δὲ συγχέεται τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς μὲ τὸ γράμμα, δημιουργοῦνται τὰ παραπάνω προβλήματα.

Κάπως ἔτσι καταδικάσθηκε ὁ Γαλιλαῖος τὸ 1633 ἀπὸ τὴν Roman Inquisition (Ρωμαϊκὴ Ἱερὰ Ἐξέταση). Ὑποστήριξε τὸ ἡλιοκεντρικὸ σύστημα τοῦ Κοπέρνικου, θεωρία ποὺ κρίθηκε ἀσυμβίβαστη πρὸς τὴν ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων.

Οἱ Ἱεροεξεταστὲς ἔμειναν προσκολλημένοι στὸ γράμμα· ποτὲ δὲν κατενόησαν τὸ πνεῦμα τῶν Γραφῶν. Τὸ κατενόησε ὁ Γαλιλαῖος ὅμως, λέγοντας ὅτι·

Ἡ Βίβλος δὲν γράφτηκε γιὰ νὰ διδάξει ἀστρονομία, ἀλλὰ γιὰ τὴν σωτηρία μας!

Δὲν εἶναι χάρτα κωδικοποιημένων ἀληθειῶν ἡ Ἁγία Γραφή. 

Δὲν εἶναι μανιφέστο! 

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.

Ἀποδεικνύεται δὲ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ὅσο καὶ ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία, πορεύθηκαν γιὰ χρόνια χωρὶς γραπτὰ κείμενα. 

Τὸ πρῶτο βιβλίο στὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης (κατὰ Ματθαῖον ἱερὸ Εὐαγγέλιο) γράφτηκε τοὐλάχιστον τέσσερις δεκαετίες μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Πῶς πορεύθηκε ἡ Ἐκκλησία μέχρι τότε; Ὅριζαν τὴν ζωή της κανονιστικοὶ κώδικες;

Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Ποιός κατήρτισε τὸν Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς; Ποιός ἀπεφάνθη περὶ τῆς θεοπνευστίας τῶν βιβλίων της. Ποιός τὰ διέκρινε σὲ κανονικὰ καὶ μή; Ποιός καθόρισε τὴν θέση τοῦ καθενός μέσα στὸν Κανόνα; Ἡ Ἐκκλησία φυσικά!

Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε τοὺς κανόνες, ὄχι οἱ κανόνες τὴν Ἐκκλησία. 

Προηγεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἕπεται ἡ ἑρμηνεία της.

Οἱ κώδικες καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας, καὶ γι' αὐτὸ ἔρχονται μετά. Καὶ δὲν ἔρχονται γιὰ νὰ κατασταθοῦν ὡς κανονιστικὲς ἀρχὲς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουν.

Τὰ γραπτὰ κείμενα (οἱ θεῖες Γραφὲς) ἀποτελοῦν ὑπομνηματισμοὺς τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι κώδικες συμπεριφορᾶς, οὔτε πηγὲς ἐπιστημονικῶν γνώσεων.

Οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς ἦταν θεόπνευστοι, ὅμως αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἔγραψαν καθ' ὑπαγόρευσιν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. 

Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν κάνουμε λόγο γιὰ ὑπαγόρευση, ἀλλὰ γιὰ ἐπιστασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ἅγιον Πνεῦμα δὲν εἶπε στὸν εὐαγγελιστή, γιὰ παράδειγμα, «κάθησε καὶ γράψε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ ὑπαγορεύσω». Δὲν εἶναι δακτυλογράφοι τοῦ Θεοῦ οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς. Τὸ ἅγιον Πνεῦμα τοὺς ἐνέπνευσε εἰς κατανόησιν τῶν θείων ἀποκαλύψεων καὶ ἀπλανῆ ἑρμηνεία τους.

Καρπὸς ἐμπειρίας λοιπὸν εἶναι τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ ὄχι καρπὸς ὑπαγορεύσεως. θεοπνευστία δὲν νοεῖται ὡς κίνηση μηχανική, πολλῷ δὲν μᾶλλον μαγική.

Γι' αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ποτὲ δὲν παραπέμπουν μηχανικὰ σὲ χωρία, ἀποσπάσματα καὶ περικοπές. Παραπέμπουν στὰ γεγονότα τῆς θείας παρουσίας (θεοφάνειες), περὶ τῶν ὁποίων οἱ Γραφὴ μαρτυρεῖ.

«Πρῶτα συμβαίνουν τὰ γεγονότα», θὰ μᾶς καὶ πάλι ὁ καθηγητὴς Ν. Ματσούκας, «πρῶτα συντελεῖται ἡ κλήση γιὰ συμμετοχὴ στὴν κοινότητα, καὶ ἔπειτα οἱ χαρισματικοὶ φορεῖς, καὶ διαμέσου αὐτῶν τῶν φορέων ὁλόκληρη ἡ κοινότητα, πλουτίζονται μὲ τὴν ἱκανότητα νὰ δοῦν καὶ νὰ ζήσουν τὴν θεία παρουσία, τὰ θεῖα γεγονότα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ καταγράψουν» (ὅ.π., σελ. 188).

Ὁ ἴδιος σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου του ὑπογραμμίζει ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ κατανοοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση ὡς «δύο ἀνεξάρτητα ἀντικείμενα ἢ δύο πηγὲς ἢ τέλος πάντων δύο φορεῖς ποὺ ἔρχονται ἀπέξω καὶ τοποθετοῦνται πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ρυθμίζοντας καὶ ὀργανώνοντας τὴν ζωή της» (ὅ.π., σελ. 182).

Ἢ ὅπως κάποιος ἄλλος καθηγητὴς συνήθιζε νὰ λέει·

Δὲν εἶναι ὁδηγίες πρὸς ναυτιλομένους!

Οὔτε ὁδηγίες εἶναι, οὔτε κώδικες, οὔτε ἀνεξάρτητες ἀρχές· οὔτε καὶ διαχωρίζονται.

Οὐδέποτε οἱ Πατέρες διεχώρισαν Ἁγία Γραφὴ καὶ Παράδοση.

Οὐδέποτε διέκριναν τὰ βιβλικὰ γεγονότα ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἐμπειρίες. 

Ἡ Παράδοση εἶναι βιβλικὴ καὶ ἡ Βίβλος συνάμα παραδοσιακή.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει νὰ καταλάβουμε ὅτι οἱ ἐπιστολές του ἀποτελοῦν καρπὸ τῆς παραδόσεως. 

Ἡ παράδοση ἔκανε τὶς ἐπιστολές, καὶ ὄχι οἱ ἐπιστολὲς τὴν παράδοση — στὴν συνέχεια βέβαια ἔγιναν καὶ αὐτὲς παράδοση (βλ. Α΄ Κορ. ια΄ [11], 2 καὶ 23. Β΄ Θεσ. β΄ 15).

Ὅλα ἐν τέλει εἶναι παράδοση — ἕνας ἑνιαῖος κορμὸς ἱστορικῆς συνέχειας. Σ' αὐτὸν βλαστάνει καὶ ἡ Ἁγία Γραφή· κομμάτι τῆς παραδόσεως εἶναι, τὸ περίλαμπρο μνημεῖο της. 

Ψευδοδίλημμα 

Ἡ ἐρώτηση περὶ τῶν πηγῶν τῆς θείας ἀποκαλύψεως, ἂν εἶναι δύο ἢ μόνο μία, ἀποτελεῖ ψευδοδίλημμα τῆς Δύσεως. 

Προέρχεται ἀπὸ τὴν διελκυστίνδα ποὺ ἀναπτύχθηκε μεταξὺ Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν μετὰ τὴν Μεταρρύθμιση (16ος αἰ.). 

Οἱ μὲν Ρωμαιοκαθολικοὶ ὑποστήριζαν ὅτι εἶναι δύο οἱ πηγὲς τῆς ἀποκαλύψεως (Ἁγία Γραφὴ καὶ Παράδοση), οἱ δὲ Προτεστάντες, ἔχοντας ἀπορρίψει τὴν αὐθεντία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, εἰσήγαγαν τὴν ἀρχὴ sola scriptura (μόνο μὲ τὴν Γραφή). 

Δυστυχῶς, στὴν διελκυστίνδα αὐτὴ ἔλαβαν μέρος (ἄθελά τους ἴσως πολλὲς φορὲς) καὶ κάποιοι Ὀρθόδοξοι, ἐπηρεασμένοι ἄλλοι μὲν ἀπὸ τὸν Ρωμαιοκαθολικισμό, ἄλλοι ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμὸ [2].

[2] Πολλὲς φορὲς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει εἰσέλθει στὸ παιχνίδι τῶν θεολογικῶν ψευδοδιλημμάτων τῆς Δύσεως, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν διαμάχη Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν. Μαλώνουν μεταξύ τους οἱ Ὀρθόδοξοι ὑποστηρίζοντας, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς θέσεις τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἄλλοι θέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ.

Ποιά ἡ ὀρθόδοξη θέση; 

Θὰ ἀναπτύσσονταν ποτὲ στὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἕνας τέτοιου εἴδους προβληματισμός;

Ὄχι· γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἡ ὀρθόδοξη παράδοση δὲν θεωρεῖ τὴν ἀποκάλυψη ὡς ὑπόθεση διανοητική, ἀλλ’ ὡς βιωματικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. 

Ἡ Γραφὴ καὶ ἡ Παράδοση δὲν ἀντικειμενοποιοῦνται, δὲν ἀντιμετωπίζονται δηλαδὴ ὡς πηγὲς κάποιων ἀντικειμενικῶν ἀληθειῶν, δὲν θεωροῦνται ὡς «ταμεῖα» [3] τῆς ἀληθείας, ὡς «τράπεζες πληροφοριῶν», μέσα στὶς ὁποῖες μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ κωδικοποιημένες ἀλήθειες, ἀλλ’ ὡς πηγὲς ποὺ μαρτυροῦν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον βιώθηκε ἡ προσωπικὴ σχέση τῶν ἁγίων τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ τὸν Θεό.

[3] Τέτοιες ἐκφράσεις συναντοῦμε καὶ σὲ ὀρθόδοξα ἐγχειρίδια. Αὐτὰ εἶναι σαφῶς ἐπηρεασμένα ἀπὸ τὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ — ἂν δὲν μεταφέρουν αὐτούσια ἀποσπάσματα συγγραμμάτων του.

Ἀπὸ τὰ παραπάνω καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι, καὶ ὅταν ἀκόμη κάνουν χρήση τῶν ὅρων Γραφὴ καὶ Παράδοση, τοὺς κατανοοῦν διαφορετικά.

Οἱ Πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, κάθε φορὰ ποὺ παραπέμπουν στὴν Ἁγία Γραφή, σὲ γεγονότα τῆς ἱστορίας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ παραπέμπουν καὶ ὄχι σὲ κωδικοποιημένες φόρμες διδασκαλίας. 

Κεντρικὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς ἱστορίας εἶναι φυσικὰ ὁ Χριστός· αὐτὸς ποὺ χώρισε στὰ δύο ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία: πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν. 

Εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν Θεό· στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς ἄσαρκος Λόγος, στὴν Καινὴ Διαθήκη ὡς ἔνσαρκος Λόγος. 

Ἀποκαλύπτει τὸν ἴδιο Θεό· «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» ὅμως (Ἑβρ. α΄ 1). Ἄλλος ὁ τρόπος ἀποκαλύψεως στὸν Ἀβραὰμ καὶ στὸν Μωϋσῆ, ἄλλος στοὺς ἀποστόλους.

Οἱ ἀπόστολοι ἔγιναν μάρτυρες τῆς πληρεστέρας ἀποκαλύψεως· ὄχι μόνον διότι διδάχθηκαν περὶ τῆς τριαδικότητος τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἔζησαν στιγμὲς τῆς ἐπιφανείας (φανερώσεώς) του, ὅπως στὴν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἀλλὰ καὶ διότι σ' αὐτοὺς ἀπεκαλύφθη ἐν σαρκὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ εἷς τῆς Τριάδος.

Στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου δόθηκε ἡ εὐλογία ὄχι μόνον νὰ ἀκοῦν ἢ νὰ βλέπουν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀγγίζουν, νὰ ψηλαφοῦν, νὰ ὀσφραίνονται, νὰ ἀσπάζονται, νὰ κατανοοῦν δηλαδὴ μὲ ὅλες τους τὶς αἰσθήσεις τὸν ἕνα τῆς Τριάδος.

Γι' αὐτὸ εἴπαμε σὲ πρόσφατη ὁμιλία μας ὅτι ἀποστολικὴ ἐμπειρία ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ πηγὴ τῆς Δογματικῆς, τὸ «πρωταρχικὸν δόγμα».

Ἐπ' αὐτῆς στηρίχθηκαν:

  • Ἡ λατρευτικὴ — καὶ δὴ εὐχαριστιακὴ — ἐμπειρία καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

  • Τὰ βαπτισματικὰ Σύμβολα, ποὺ ἀποτέλεσαν τὴν βάση τῆς Συμβολικῆς θεολογίας (Σύμβολα τῆς Πίστεως).

  •  ἀντιαιρετικὴ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  •  θεολογία τῶν Συνόδων — καὶ δὴ τῶν Οἰκουμενικῶν.

  •  ἐμπειρικὴ μορφὴ θεολογίας, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ κυρίως ἐμπειρία τῶν Πατέρων.

Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν πηγὲς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Δογματικὴ διαχρονικὰ ἀντλεῖ τὸ περιεχόμενό της.

Ὁ Κύριος παρέδωκεν, οἱ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν, οἱ πατέρες ἐφύλαξαν, ἐμεῖς παρελάβομεν.

«Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξε», ὅπως ἀκούσαμε καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μέθοδος τῆς Δογματικῆς

Τοὺς θεολόγους ἀπασχόλησε ἔντονα τὸ θέμα τῆς μεθόδου ἐκθέσεως τῶν δογμάτων, καθὼς καὶ τῆς διδασκαλίας τους.

Μὲ ποιά σειρὰ θὰ πρέπει νὰ ἐκτίθενται καὶ νὰ διδάσκονται τὰ δόγματα; Ἀπὸ ποῦ νὰ ἐκκινεῖ κανείς; Πῶς νὰ γίνεται ἡ διαίρεση τῆς «ὕλης» σὲ κεφάλαια;

Αὐτά, καταλαβαίνετε, ἀπασχόλησαν περισσότερο τὴν ἀκαδημαϊκὴ θεολογία, ἡ ὁποία διακρίνεται γιὰ τὸν συστηματικό της χαρακτῆρα. 

Ἔτσι, στὴν Δύση ἡ Δογματικὴ διαιρέθηκε σὲ διάφορα μέρη ἢ τμήματα (π.χ. Θεολογία - Κοσμολογία - Χριστολογία - Σωτηριολογία - Ἐσχατολογία κ.λπ.), ἀνάλογα μὲ τὴν κρατοῦσα κάθε φορὰ ἀντίληψη.

Ὅμως ἐγείρεται ἕνα ζήτημα ἐδῶ. Ἀκολουθοῦν οἱ διαιρέσεις αὐτὲς κάποια συγκεκριμένη δομή, ἢ εἶναι αὐθαίρετες καὶ ὑποκειμενικές;

Πολλοὶ θεώρησαν ὅτι διαιρέσεις ποὺ δὲν συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν δομὴ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εἶναι ἐπικίνδυνες. 

Ἡ δομὴ τοῦ Συμβόλου εἶναι ἡ μόνη ὀρθή. Τὴν διαμόρφωσε ἡ βαπτισματική, εὐχαριστιακὴ καὶ εὐρύτερη λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ δηλαδὴ καρπὸ βιωματικῆς ἐμπειρίας, καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα συστηματοποιήσεως βάσει λογικῶν κατηγοριῶν.

Ἡ μέθοδος τῆς Δογματικῆς λοιπὸν — αὐτὸ πιστεύουμε καὶ ἐμεῖς — θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθεῖ πιστὰ τὴν σειρὰ μὲ τὴν ὁποία περιέχονται στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως τὰ δόγματα. 

Τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ παρομοιάσουμε μὲ ἕναν ψηφιακὸ δίσκο, στὸν ὁποῖον εἶναι συμπυκνωμένη ὅλη ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔργο τῆς Δογματικῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι ἡ ἑρμηνευτικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἐξήγηση τοῦ περιεχομένου τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.

Κάτι ἄλλο ποὺ χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς εἶναι ἡ δυνατότης ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν ἐπὶ μέρους τμημάτων τῆς Δογματικῆς· νὰ μὴν ὑπάρχουν στεγανὰ ἀνάμεσα στὰ κεφάλαια. 

Νὰ μπορεῖ, ἐπὶ παραδείγματι, στὸ περὶ Θεολογίας κεφάλαιο νὰ γίνει λόγος περὶ Ἐκκλησίας (Ἐκκλησιολογία), καὶ ἀντιστρόφως. Ἢ στὸ περὶ Κοσμολογίας νὰ γίνει λόγος περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ (Χριστολογία) κ.ο.κ. 

Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση, κινδυνεύουμε νὰ πέσουμε στὸν σχολαστικισμό.

Αὐτὴν τὴν μέθοδο λοιπὸν θὰ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς, ὥστε τὰ δόγματα νὰ ἐκτεθοῦν συντρόπως, ἐκ παραλλήλου δὲ νὰ καταδειχθεῖ, ὅση δύναμις, τὸ σωτηριολογικὸ καὶ ὑπαρξιακό τους περιεχόμενο γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁλόκληρη τὴν κτίση.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως