Ἀπὸ τὰ πολλὰ εἰς τὸ ἕνα Σύμβολον τῆς Πίστεως
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ὁ
λοκληρώσαμε προσφάτως τὸ εἰσαγωγικὸ μέρος τῆς σειρᾶς μας αὐτῆς, στὴν ὁποία ἔχουμε δώσει τὸν τίτλο: «Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ».
Γιὰ νὰ ἐκθέσουμε ἀκριβῶς τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ ἁπλᾶ λόγια, θὰ στηριχθοῦμε, εἴπαμε, στὴν δομὴ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, αὐτὴν τὴν μέθοδο θὰ ἀκολουθήσουμε.
Στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἄλλωστε βρίσκεται συμπυκνωμένη ὅλη ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὄχι μόνον, καθόσον τὰ σύμβολα γενικῶς συμπτύσσουν ὁλότητες νοημάτων.
Π.χ. ἡ σημαία μας, ὡς σύμβολο, συγκεφαλαιώνει κάθε τι ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν Ἑλλάδα: τὴν ἱστορία της, τοὺς ἀγῶνες γιὰ ἀνεξαρτησία, τὸν πολιτισμό, τὴν γλῶσσα, τὶς παραδόσεις, τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα.
Σύμβολον
Ἡ λέξη σύμβολον παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα συμβάλλω (σὺν + βάλλω = βάζω μαζὶ) καὶ σημαίνει τὸ κομμάτι ἑνὸς ὅλου.
Παράδειγμα
Αὐτὸ ἀποτελοῦσε σύμβολον, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι μποροῦσε νὰ συμβληθεῖ, ἤτοι νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ ἄλλο μισὸ καὶ νὰ ἀνακαλέσει στὴν μνήμη τὸ ὅλον, τὸ ἀρχικὸ ἀκέραιο ἀντικείμενο, καὶ κατ' ἐπέκτασιν τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης· ἦταν σύμβολον τῆς εἰρήνης.Τοιουτοτρόπως καὶ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, παραπέμπει στὸ σύνολον τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καὶ ζωῆς· ἀποτελεῖ τελεία παράστασή της.
Γιατί συντάχθηκε τὸν Σύμβολον τῆς Πίστεως;
Προϊόντος τοῦ χρόνου ὅμως, καὶ καθὼς εἰσήρχοντο στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἄνθρωποι ἀπὸ διαφόρους πολιτισμούς, ἀνέκυψε ἡ ἀνάγκη ἑρμηνείας καὶ κατανοήσεως τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλυφθείσης καινοφανοῦς διδασκαλίας.
Μετὰ δὲ μάλιστα τὴν ἐμφάνιση τῶν ποικιλωνύμων ἑτεροδιδασκαλιῶν καὶ αἱρέσεων, ἡ ἀνάγκη οἰκειώσεως τῆς νέας διδασκαλίας ὑπὸ τῶν πιστῶν κατέστη ἀκόμη πιὸ ἐπιτακτική.
Ἰδιαίτερα οἱ προσερχόμενοι καὶ μέλλοντες βαπτισθῆναι ἔπρεπε νὰ διδάσκονται ἐπακριβῶς περὶ τῆς ἀληθοῦς πίστεως, νὰ κατηχοῦνται.
Ἡ κατήχηση κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες διαρκοῦσε περὶ τὰ δύο ἢ τρία ἔτη. Οἱ κατηχούμενοι ἔπρεπε νὰ κατανοήσουν τὴν νέα πίστη, ὥστε νὰ φθάσουν ἀβίαστα στὴν δημόσια ὁμολογία της.
Ἡ ἀνάγκη τῆς κατηχήσεως καὶ τῆς ὁμολογίας ὁδήγησε στὴν διαμόρφωση τῶν λεγομένων βαπτιστηρίων συμβόλων.
Βαπτιστήρια σύμβολα
Αὐτὰ ἀποτελοῦσαν σύντομες ὁμολογίες πίστεως, τὶς ὁποῖες διδάσκονταν οἱ κατηχούμενοι καὶ ἀπήγγελλαν κατὰ τὴν βάπτισή τους — ὅπως κάνουμε ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως.
Στὴν ἀρχὴ ἦταν πολὺ σύντομες, σχεδὸν μονολεκτικές, καὶ ἀποτελοῦσαν, τὶς πιὸ πολλὲς φορές, μονοθεματικοῦ χαρακτῆρος συμβολικὲς διατυπώσεις, ἀναφερόμενες δηλαδὴ σὲ μία μόνον ἀλήθεια τῆς πίστεως, λόγου χάριν στὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ.
Ἀργότερα ἔγιναν πιὸ σύνθετες στὴν διατύπωσή τους καὶ ἀναφέρονταν σὲ περισσότερα θέματα.
Παραδείγματα
α) Μονομεροῦς μορφῆς ὁμολογία εἶναι ἐκείνη τοῦ εὐνούχου Αἰθίοπος ποὺ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο, ὅπως μᾶς διηγοῦνται οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (η΄ 37).
Ὅταν ζήτησε νὰ βαπτισθεῖ, καὶ ὁ Φίλιππος τὸν ρώτησε ἂν πιστεύει ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐκεῖνος ἀπήντησε μὲ τὰ παρακάτω λόγια, ποὺ σημαίνουν· πιστεύω ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ:
β) Θυμηθεῖτε ἐπίσης τὴν ὁμολογία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Ματθ. ις΄ [16], 13-20).
Ὅταν ὁ Κύριος ρώτησε τοὺς μαθητές, «τί λένε οἱ ἄνθρωποι γιὰ μένα, ποιός νομίζουν ὅτι εἶμαι;» ἐκεῖνοι ἀπήντησαν· «ἄλλοι λένε ὅτι εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, ἄλλοι ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι ὅτι εἶσαι ὁ Ἱερεμίας ἢ ἕνας τῶν προφητῶν».
«Καὶ ἐσεῖς τί λέτε· ποιός εἶμαι;» τοὺς ρώτησε ξανά.
Τότε ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος καὶ εἶπε·
γ) Στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (δ΄ 5-6) διαβάζουμε:
δ) Μία πιὸ ἐκτεταμένη ἀναφορὰ ὑπάρχει στὴν πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολὴ (β΄ 5-11):
ε) Στὴν δὲ Α΄ πρὸς Τιμόθεον (γ΄ 16) ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος ἑξηγεῖ μὲ τὰ παρακάτω λόγια γιατί εἶναι μέγα τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον:
Δὲν χρησιμοποιοῦνταν ἀπαραίτητα ὡς βαπτιστήρια σύμβολα. Πιθανότατα ἐντάσσονταν στὸ λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως ἀποτέλεσαν τὸν πυρῆνα καὶ τὴ βάση γιὰ τὴν μεταγενέστερη διαμόρφωση τῶν βαπτιστηρίων συμβόλων.
Νὰ ποῦμε ἐπίσης καὶ τοῦτο. Δὲν γνωρίζουμε ἂν οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς εἶχαν ἤδη ὑπ' ὄψιν τους τέτοιες ὁμολογιακὲς διατυπώσεις καὶ τὶς ἐνσωμάτωσαν στὰ ἔργα τους (π.χ. ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του), ἢ ἂν ἡ Ἐκκλησία τὶς ἀνέδειξε ἀργότερα ὡς ὁμολογίες πίστεως, ἐρανιζόμενη ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα τὰ σχετικά χωρία.
Δὲν ἔχει ὅμως μεγάλη σημασία γιὰ μᾶς· εἶναι ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν περισσότερο τοὺς εἰδικούς ἐπιστήμονες.
Ἀπὸ τὰ πολλὰ εἰς τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸν Σύμβολον τῆς Πίστεως
Πρῶτος χρησιμοποίησε γιὰ τὶς ὁμολογίες πίστεως τὸν ὅρον σύμβολον ὁ ἅγιος Κυπριανὸς (3ος αἰ.).
Τὸν 4ο αἰ. ὁ Ρουφῖνος ἐκάλεσε Ἀποστολικὸν σύμβολον τὴν ὁμολογία πίστεως ποὺ ἀποδίδονταν στοὺς Ἀποστόλους. Κατὰ κρατοῦσα παράδοση, τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ δώδεκα ἄρθρα — πίστευαν ὅτι καθένας ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους εἶχε συμβάλει μὲ τὴν σύνταξη ἑνὸς ἄρθρου.
Ἄλλη γνωστὴ ὁμολογία ἦταν ἡ λεγομένη Ἀθανασιανὴ (δηλαδὴ τοῦ Μ. Ἀθανασίου). Ὀνομάσθηκε Ἀθανασιανὸν σύμβολον.
Ἐπίσης, οἱ Διαμαρτυρόμενοι τὸν ΙΣΤ΄ αἰ. ἐκάλεσαν τὴν Αὐγουσταία ὁμολογία σύμβολον. Τὸ ἴδιο ἔπραξαν ἀργότερα καὶ μὲ ἄλλες ὁμολογίες· τὶς ὀνόμασαν σύμβολα ἢ συμβολικὰ βιβλία.
Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία στὴν ἱστορία της ἔχει καταγεγραμμένα ἀμέτρητα σύμβολα.
Δὲν ἦταν ὅλα βαπτιστήρια· ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν χρησιμοποιοῦνταν ὅλα ἀποκλειστικῶς στὴν βάπτιση, ἀλλὰ ἐντάσσονταν στὸ γενικώτερο λειτουργικὸ καὶ κατηχητικὸ πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ παραπάνω σημειώσαμε.
Τὰ σύμβολα ἦταν ἐκθέσεις περὶ πίστεως, οἱ ὁποῖες, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἐπεσήμαιναν ὑποτύπωση ὑγιαινόντων λόγων, προφύλασσαν ἀπὸ τὶς ἑτεροδιδασκαλίες καὶ καταπολεμοῦσαν τὶς αἱρέσεις.
Τὰ σύμβολα αὐτὰ — πολλὰ ἔστω ἀπὸ αὐτὰ — εἶχαν ὑπ' ὄψιν τους οἱ θεοφόροι Πατέρες τῶν δύο πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ σύμβολο εἶχαν ἀποτυπωθεῖ καὶ οἱ κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου· μάλιστα τὸ σύμβολο αὐτὸ ἀνεγνώσθη στὴν Σύνοδο τῆς Νικαίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξεγερθοῦν οἱ Πατέρες.
Ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τῆς ὁποίας δὲν σώζονται Πρακτικὰ (ἴσως καὶ δὲν τηρήθηκαν), φαίνεται ὅτι ὡς βάση γιὰ τὶς θεολογικὲς συζητήσεις ἔθεσε τὸ βαπτιστήριο σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καισαρείας, τὸ ὁποῖο καὶ ὑπέβαλε ὁ ἐπίσκοπός της Εὐσέβιος ὡς ὁμολογία πίστεως. Τὸ σύμβολο αὐτὸ συγκέντρωνε καθολικὴ ἀποδοχή. Δὲν ἀρκέσθηκε βέβαια ἡ Σύνοδος μόνο σ' αὐτό. Ἔλαβε ὑπ' ὄψιν της καὶ ἄλλα παρεμφερῆ βαπτιστήρια σύμβολα, ὅπως τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων [1].
[1] Δὲν θὰ κάνουμε λεπτομερεῖς ἀναφορὲς σὲ αὐτά· οὔτε καὶ σὲ ἄλλα γνωστὰ ἀπὸ τὶς σχετικὲς πηγές.
Ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος χρησιμοποίησε μᾶλλον βαπτιστήριο σύμβολο τῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως, παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὑπέβαλε ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου. Τὸ σύμβολο αὐτὸ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους εἶχε ἤδη συμπληρωθεῖ ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συμβόλου τῆς ἐν Νικαίᾳ πρώτης Συνόδου.
Τὸ Σύμβολον τῆς Νικαίας
Ἔχοντας ὑπ' ὄψιν της τὶς ὁμολογίες πίστεως ποὺ παραπάνω ἀναφέραμε, συνέταξε, μετὰ ἀπὸ ἔντονους θεολογικοὺς διαλόγους, τὸ «κοινόν, καὶ ἐγνωσμένον παρὰ πᾶσι θεῖον, καὶ ἱερὸν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως Σύμβολον», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ Πηδάλιόν του καὶ συγκεκριμένα στὰ Προλεγόμενα περὶ τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πρώτης Συνόδου (ἔκδ. ΑΣΤΗΡ, σελ. 121).
Κατὰ τὸν ὅσιο Νικόδημο, τὸ ἱερὸ κείμενο «ἔχει ἐπὶ λέξεως οὕτω»·
Τὸ κείμενον τοῦ Συμβόλου ἔχουμε παραθέσει αὐτούσιον, χωρὶς ὀρθογραφικὲς παρεμβάσεις [2].
[2] Θὰ τὸ συναντήσετε ἀλλοῦ ἐλαφρῶς παρηλλαγμένο. Οἱ ὅποιες παραλλαγὲς ὀφείλονται στοὺς κώδικες ἐκ τῶν ὁποίων ἔχει ἀντιγραφεῖ.
Τί παρατηροῦμε;
Τὸ Σύμβολον τῆς Νικαίας ὁμοιάζει πρὸς αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς γνωρίζουμε καὶ ἀπαγγέλουμε στὴν Θεία Λειτουργία, στὸ Βάπτισμα καὶ σὲ ἄλλες Ἀκολουθίες, συγχρόνως ὅμως διαφέρει.
Ναί· διότι στὴν σημερινή του ἀπαράλλακτη μορφὴ καὶ τάξη τὸ ἔφερε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Οἱ Νικαεῖς Πατέρες, μὲ τὸ Σύμβολον ποὺ συνέταξαν ἐξέφρασαν προεχόντως τὴν καθολικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν ἀΐδιον σχέσιν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θέλησαν νὰ ἀποκλείσουν κάθε ὑποψία ἀρειανικῆς κακοδοξίας.
Γι' αὐτὸ ἄλλωστε καὶ στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου παραθέτουν τὸ σχετικὸ ἀνάθεμα.
Ὡστόσο, οἱ κακόβουλοι καὶ κακοξύνετοι (εὐφυεῖς εἰς τὸ κακὸν) αἱρετικοὶ δὲν ἔπαψαν νὰ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία· ταχέως ἀνασυντάχθηκαν.
Πρῶτα πρῶτα προσπάθησαν νὰ προσβάλουν τὸ Σύμβολον τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων ἐγείροντες ἐνστάσεις περὶ τοῦ «ὁμοουσίου». Ἔλεγαν δηλαδὴ ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι «ἄγραφος», τουτέστι δὲν ἀπαντᾶ στὴν Γραφὴ [3].
[3] Τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσαν οἱ θεῖοι Πατέρες θὰ ἐξετάσουμε κάποιαν ἄλλη στιγμή· πρόκειται γιὰ θέμα μεγάλης σπουδαιότητος.
Κατέφυγαν ἐπίσης σὲ ἄλλες κακόδοξες διδασκαλίες, περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος αὐτὴν τὴν φορά.
Τίς πλάνες τους ἐκλήθη νὰ ἀντιμετωπίσει ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος [4].
[4] Συγκροτήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 μ.Χ. ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ὀνομάζεται καὶ Α΄ Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως, διότι εἶναι ἡ πρώτη ποὺ πραγματοποιήθηκε στὴν Βασιλεύουσα.
Τὸ ἔργον τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ Α΄ Κανὼν τῆς Συνόδου, διὰ τοῦ ὁποίου δηλώνεται μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἡ σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη προσήλωσή της στὴν «πίστη» καὶ στὴν αὐθεντία τῶν Νικαέων Πατέρων.
Στὴν βάση αὐτὴ ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ ἀναφανεῖσες αἱρέσεις καὶ τὰ ὑπ' αὐτῶν ἀναρριφθέντα νέα δογματικὰ ζητήματα.
Ἔτσι, οἱ ὅποιες «παρεμβάσεις» τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ἱερὸ κείμενο (Σύμβολον) τῆς Νικαίας ἔχουν ὡς ἀποκλειστικὸ σκοπὸ τὴν πλατυτέρα, πληρεστέρα καὶ ἀκριβεστέρα διατύπωσή του, ὥστε νὰ τεθεῖ ὁριστικὸ τέρμα στὸν σάλο ποὺ δημιουργοῦσαν κατὰ καιροὺς οἱ ποικιλώνυμες ἑτεροδιδασκαλίες καὶ αἱρέσεις.
Προσοχὴ λοιπόν!
Γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται λόγος περὶ δύο διακεκριμένων ἀπ' ἀλλήλων Συμβόλων, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ.
Τὸ Σύμβολον αὐτὸ ἐξέδωσε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἐβεβαίωσε δὲ καὶ συνεπλήρωσε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Δὲν ἦταν ἀνορθόδοξο, γιὰ νὰ τὸ διορθώσουν οἱ Πατέρες· δὲν ἐξέφραζε διαφορετικὴ πίστη.
Ἡ Β΄ Σύνοδος ἁπλῶς τὸ ἀνακαίνισε — ὅπως ἀνακαινίζει κανεὶς ἕνα σπίτι τοῦ ὁποίου ἡ στατικὴ ἐπάρκεια εἶναι δεδομένη· ἁπλῶς τὸ ἀνακαινίζει.
Οἱ Κωνσταντινουπολῖτες Πατέρες ἀνανέωσαν τὴν «πίστιν» τῶν Νικαέων.
Ἐμπλούτισαν τὸ ἱερὸν καὶ πανσεβάσμιον ἐκείνων κείμενον.
Τὸ ἀνέπτυξαν καὶ τὸ ἀνεπλήρωσαν, τουτέστι συνεπλήρωσαν· ἀνέπτυξαν δηλαδὴ τὰ συνεπτυγμένα — στὸ κείμενον τῆς Β΄ Συνόδου ἐμπεριέχονται ἀνεπτυγμένως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνεπτυγμένως ἐμπεριέχονται στὸ κείμενον τῆς Α΄.
![]() |
«Σαφηνίσαντες ἐτράνωσαν τὸ τῆς Νικαίας Σύμβολον».
«Ἐφηρμήνευσαν μὲ τὴν σύμπνοια τοῦ ἁγίου Πνεύματος τὸ μέγα καὶ σεβάσμιον Σύμβολον».
«Ἀνέπτυξαν ἐκτυπώτερον τὰ περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἐβεβαίωσαν ὅτι εἶναι Θεός».
«Προσδιαρθροῦντες (ἑρμηνεύοντας λεπτομερῶς) ἀνέπτυξαν, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, ἐκεῖνο ποὺ εἶχε ἐλλειπῶς ἀπὸ τοὺς Νικαεῖς Πατέρες λεχθεῖ».
Στὸ ἄρθρον περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀναφέρεται κυρίως ἐδῶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.
Οἱ Νικαεῖς Πατέρες περὶ ἁγίου Πνεύματος εἶχαν συμπεριλάβει στὸ Σύμβολον μόνον τὴν ἀκροθιγῆ ἀναφορά: «Καὶ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα».
Λογικό· διότι τοὺς ἀπασχόλησε περισσότερο (καθ' ὁλοκληρίαν μᾶλλον) ἡ καταδίκη τῶν Χριστομάχων Ἀρειανῶν.
Οἱ Πατέρες τῆς Β΄ Συνόδου ὅμως εἶχαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς Πνευματομάχους, τοὺς ὁποίους καὶ κατεδίκασαν ἐν τέλει.
Ἔτσι, ἀνέπτυξαν στὴν συνέχεια καὶ τὸ περὶ ἁγίου Πνεύματος βραχύτατο ἄρθρο τῶν Νικαέων.
Ἀνέπτυξαν, δὲν προσέθεσαν! Ἄλλο ἀνάπτυξις, ἄλλο αὐθαίρετος προσθήκη.
Αὐτὰ ποὺ ἀνέπτυξαν καὶ συμπλήρωσαν, δὲν ἀποτελοῦν προσθῆκες.
Ἂν πάλι θέλετε νὰ τὶς ὀνομάσουμε ἔτσι, τότε εἶναι κατὰ τὶς λέξεις μόνον προσθῆκες, ὄχι κατὰ τὴν πίστιν.
Ὅπως καὶ ὁ ὅρος «ὁμοούσιος», ποὺ προσετέθη ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Α΄ Συνόδου στὸ Σύμβολον τῆς Νικαίας· παρότι δὲν ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, δὲν ἀποτελεῖ αὐθαίρετη προσθήκη, ἀλλὰ ἑρμηνευτικὴ ὑποτύπωση τῆς οὐσιαστικῆς σχέσεως Πατρὸς καὶ Υἱοῦ.
Προσθήκη, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, σημαίνει ἑρμηνεία.
Ἀναπτύσσοντας λοιπὸν (τροποποιῶντας, ἂν θέλετε) οἱ Πατέρες τὸ 8ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ συμπληρώνοντας τὰ ὑπόλοιπα 4, μᾶς χάρισαν σὲ 12 ἄρθρα (δώδεκα ἁπλὲς καὶ σύντομες προτάσεις), τὴν πιὸ ἐπίτομη ἑρμηνεία τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.
Ἐν ἀντιπαραβολῇ τὰ δύο κείμενα
Ἐπειδὴ ἡ ἐποπτικὴ καὶ σχηματικὴ παρουσίαση πάντα ἀποδεικνύεται πολύτιμος ἀρωγὸς στὴν κατανόηση τῶν λεγομένων, παραθέτουμε εὐθὺς ἀμέσως ἐν ἀντιπαραβολῇ τὰ κείμενα τῶν δύο Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Στὴν ἀριστερὴ στήλη τοῦ πίνακα ποὺ ἀκολουθεῖ, παρατίθεται τὸ Σύμβολον ποὺ διετύπωσε ἡ ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος· πρόκειται γιὰ τὸ κείμενο ποὺ ἔχουμε ἤδη παραθέσει ἐν πλαισίῳ παραπάνω, ἐδῶ δὲ παρουσιάζεται διαρθρωμένο (κατ' ἄρθρον).
Στὴν δεξιὰ στήλη παρατίθεται τὸ Σύμβολον στὴν τελική του μορφή, ἔτσι δηλαδὴ ὅπως διαμορφώθηκε στὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸ γνωστό μας Σύμβολον τῆς Πίστεως, τὸ Πιστεύω. Τὸ ἀντιγράψαμε ἀπὸ τὸ Ἐγκόλπιον Ἀναγνώστου καὶ Ψάλτου (ἔκδ. Ἀπ. Διακονία, Ἀθῆναι ⁶2005, σελ. 189).
Στὴν μεσαία στήλη παρατίθεται ἡ ἀρίθμηση τῶν ἄρθρων, ὥστε νὰ διευκολύνεται ἡ σύγκριση.
Βλέπουμε ὅτι τὸ δενδρύλλιο ποὺ φύτευσαν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Συνόδου ἔγινε δένδρο στὴν Β΄ Σύνοδο.
Ὑπὸ τὸ εὐσκιόφυλλον αὐτὸ δένδρο κατασκηνώνουμε μὲ ἀσφάλεια· τὸ Σύμβολον τῶν θείων Πατέρων περιφρουρεῖ τὴν γνησιότητα τῆς πίστεώς μας ἀπὸ κάθε κενοφωνία, ἀποκρούει κάθε ἀπόπειρα νοθεύσεως μὲ ξένα καὶ ὀθνεῖα δόγματα, γίνεται κυματοθραύστης πάσης ἑτεροδιδασκαλίας καὶ αἱρέσεως.
(Συνεχίζεται)




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .