Μίαν Ὁμολογία Πίστεως ἀναγνωρίζουμε


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Ε

ἴδαμε πῶς φθάσαμε ἀπὸ τὰ πολλὰ σύμβολα πίστεως τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ Σύμβολον, ποὺ συνέταξε ἡ ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἀνέπτυξε δὲ καὶ συνεπλήρωσε ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος — ἐξ οὗ καὶ Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Παραθέσαμε σὲ ἀντιπαραβολὴ  τὰ κείμενα τῶν δύο Συνόδων. Τονίσαμε ὅτι·

Οἱ Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν συνέταξαν καινούργιο Σύμβολον.

Πότισαν τὸ δενδρύλλιο ποὺ φύτευσαν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὥστε νὰ γίνει δένδρον εὐσκιόφυλλον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐμεῖς κατασκηνώνουμε ἐπ' ἐλπίδι, ἔχοντας ἀκλόνητη τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ πίστη μας ἔχει περιχαρακωθεῖ ἔναντι οἱασδήποτε αἱρετικῆς ἀπειλῆς.

Διότι στὸ Συμβολον τῆς Πίστεως δὲν ἐκφράζεται μόνον καταφατικῶς ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὑποδηλοῦνται ἀποφατικῶς καὶ οἱ διδασκαλίες ποὺ προσβάλλουν τὴν ἀσινῆ πίστη.

Ἔτσι, ὅλες οἱ μετέπειτα ἀπόπειρες τῶν αἱρετικῶν νὰ συνθέσουν νέα σύμβολα πίστεως, διαφορετικὰ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἐθέσπισαν οἱ Πατέρες τῶν δύο πρώτων Συνόδων, ἔπεσε στὸ κενό.

Ἀναθεμάτισε μάλιστα ἡ ἐν Ἐφέσῳ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (431 μ.Χ. ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ) ἐκείνους ποὺ ἀνευλαβῶς εἶχαν τολμήσει κάτι τέτοιο*.

* Συνέθεταν δικά τους σύμβολα καὶ τὰ παρέδιδαν στοὺς εἰδωλολάτρες, στοὺς Ἰουδαίους ἢ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ προσέρχονταν ἢ ἐπέστρεφαν στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ δυσσεβὴς Νεστόριος, τὸν ὁποῖον καὶ κατεδίκασε ἡ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου.

Ποτὲ βέβαια δὲν ἔπαψαν κάποιοι ἐκ τῶν μὴ Ὀρθοδόξων νὰ δέχονται καὶ ἄλλα σύμβολα πίστεως, ὅμοια μὲ ἐκεῖνα ποὺ προαναφέραμε. 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὰ σύμβολα αὐτὰ οὔτε χρησιμοποιεῖ οὔτε ἀναγνωρίζει ὡς κείμενα αὐθεντικοῦ δογματικοῦ περιεχομένου. 

Ἀναγνωρίζει καὶ χρησιμοποιεῖ μόνον τὸ Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, τὸ κατ' ἐξοχὴν Σύμβολον, ἐκεῖνο ποὺ ἐκθέτει μὲ τρόπον εὐσύνοπτο τὰ δόγματα τῆς πίστεως, τὰ καθιστᾶ εὐληπτότερα καὶ παιδαγωγεῖ συντόμως καὶ ὀρθοτόμως πρὸς εὐχερῆ κατανόησή τους.

Τὸ Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως ἀποτελεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία κανόνα πίστεως ἀκλόνητον καὶ ἀμετάβλητον (regulam fidei immobilem et irreformabilem)· δὲν ἐπιδέχεται ἄλλην ὑποτύπωση, οὔτε περαιτέρω βελτίωση. Ἔχει σφραγίσει καθοριστικὰ τὴν δογματικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας· γι' αὐτὸ καὶ  προσέλαβε κῦρος ἀλάθητου καὶ παγχριστιανικοῦ ὅρου, κατέστη τὸ μοναδικὸν Σύμβολον πίστεως ποὺ ἀναγνωρίζεται καὶ τιμᾶται ἀπὸ ὅλες τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες — μὲ τὶς γνωστὲς βέβαια διαφορές.

Ἡ ὡς ἄνω Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ ὅρισε ὡς τὸ ἀποκλειστικὸν βαπτιστήριον Σύμβολον τῆς Ἐκκλησίας.

Οὐδεμία δὲ Σύνοδος προσέθεσε ἔστω καὶ μία συλλαβὴ στὸ Σύμβολον αὐτό, παρότι πολλὲς φορὲς ἦταν ἀναγκαῖο. 

Ἡ Γ΄ Οἰκουμενική, γιὰ παράδειγμα, θὰ μποροῦσε νὰ προσθέσει τὸν ὅρον Θεοτόκος καὶ τὴν διδασκαλία περὶ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ. Δὲν τόλμησε ὅμως νὰ ἀλλοιώσει τὸ ἱερὸν Σύμβολον. Ὑποτύπωσε τὰ συναφῆ νοήματα σὲ δικά της, χωριστὰ κείμενα.

Οὔτε ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος προέβη σὲ προσθήκη ὅρων γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.

Οὔτε ἡ Ε΄ προσέθεσε τὸ αἰώνιον τῆς κολάσεως.

Οὔτε ἡ ΣΤ΄ τὶς δύο ἐνέργειες καὶ τὰ δύο θελήματα τοῦ Χριστοῦ.

Οὔτε ἡ Ζ΄ τὴν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

Ὅλες «ἀκαινοτόμητον ἐτήρησαν τὸ κοινὸν τῆς πίστεως Σύμβολον», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ Πηδάλιόν του (ἔκδ. ΑΣΤΗΡ, σελ. 174).

Καὶ τὸ ἐτήρησαν ἀκαινοτόμητον, παρότι οἱ δικές τους «φωνὲς» δὲν θὰ συνιστοῦσαν προσθήκη κατὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὶς λέξεις, ἁπλῆ δηλαδὴ ἀνάπτυξη ἀληθειῶν ποὺ περιέχονταν ἤδη στὸ Σύμβολον.

Οἱ Πατέρες ἔδειξαν ἀπόλυτο σεβασμὸ πρὸς τὸ ἱερὸν Σύμβολον καὶ πλήρη ὑπακοὴ εἰς τὸν ὅρον τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἔθετε ὑπὸ ἀνάθεμα ἐκεῖνον ποὺ θὰ τολμοῦσε οἱανδήποτε προσθήκη, εἴτε κατὰ τὴν πίστιν, εἴτε κατὰ τὶς λέξεις.

Δυστυχῶς ὅμως τὸ ἔκανε ἡ τῶν Δυτικῶν Ἐκκλησία· προσέθεσε τὸ Filiouqe.

Λένε μάλιστα οἱ Δυτικοί: «ἀφοῦ δὲν ἔσφαλε ἡ Β΄ Σύνοδος προσθέτοντας στὸ Σύμβολον τῆς Νικαίας, οὔτε ἐμεῖς σφάλλουμε»!

Ὁμοιότης ἀνόμοιος!

Τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ δὲν ἐμπόδιζε κάποιος Κανὼν νὰ τὸ πράξει. Τὶς ἄλλες ὅμως ἐμπόδιζε ὁ Ζ΄ Κανὼν τῆς Γ΄ Συνόδου. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν· σεβάσθηκαν τὸν Κανόνα. Τοὺς δικούς τους ὅρους ἀποτύπωσαν σὲ χωριστὰ κείμενα.

Νὰ ποῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι ὅλες οἱ Σύνοδοι δέχθηκαν καὶ ἐπικύρωσαν ὡς ἕνα Σύμβολον τὰ κείμενα ποὺ συνετάγησαν ὑπὸ τῶν δύο πρώτων Συνόδων.

Χρησιμοποιοῦνταν βέβαια οἱ ὀνομασίες Σύμβολον ἢ Πίστις τῆς Νικαίας, Σύμβολον ἢ Πίστις τῶν τιη΄ (318) Πατέρων· καθὼς καὶ Σύμβολον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Σύμβολον ἢ Πίστις τῶν ρν΄ (150) Πατέρων. Ὅμως ποτὲ στὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας αὐτὰ δὲν εἶχαν διαχωρισθεῖ.

Ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἐπίσης εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ οἱ Σύνοδοι ἀναφέρονται στὸ ὁλοκληρωμένο Σύμβολον (αὐτὸ ποὺ ἔφερε στὴν μορφὴ ποὺ τὸ γνωρίζουμε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἐμεῖς ὀνομάζουμε Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως), τὸ ὀνομάζουν Σύμβολον τῆς Νικαίας ἢ τῶν Νικαέων (Πατέρων)· οὔτε κἂν ὡς Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως δὲν τὸ ἀναφέρουν.

Ὁ μονολεκτικὸς αὐτὸς τίτλος ἐπεκράτησε προφανῶς ἕνεκα τοῦ μείζονος κύρους τῆς μεγαλωνύμου ἐκείνης ἐν Νικαίᾳ Α΄ Συνόδου.

Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν τὸν τίτλο αὐτὸν προσθετικά· συνυπονοῶντας δηλαδὴ καὶ τὰ ὑπὸ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατυπωθέντα.

Καὶ σήμερα τὸ κάνουμε αὐτό.

Ἐν τέλει, μποροῦμε ἐλεύθερα νὰ χρησιμοποιοῦμε ὡς ἰσοδύναμες καὶ ὁμόσημες τὶς ὀνομασίες·

  • Σύμβολον τῆς Νικαίας
  • Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως 
    (Symbolum Nicaeno-Constantinopolitanum)
  • Σύμβολον τῆς Πίστεως
  • Πιστεύω

Ἐπίλογος

Πέρασαν τρεισήμισι αἰῶνες γιὰ νὰ συνταχθεῖ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας καὶ νὰ φθάσει στὴν τελική, πλήρη μορφή του.

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στὴν ἀρχὴ ἀπαγγέλονταν μόνον κατὰ τὴν Μ. Παρασκευή, τὴν ὥρα ποὺ πραγματοποιοῦνταν ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου οἱ κατηχήσεις, ἐν ὄψει τῶν βαπτίσεων τοῦ Μ. Σαββάτου. 

Σιγὰ σιγὰ καθιερώθηκε ἡ ἀπαγγελία του κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ἐν πρώτοις ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Τιμοθέου τὸ 515 μ.Χ., ὁριστικῶς δὲ ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ, ὁ ὁποῖος διόρισε νὰ λέγεται πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς.

Σήμερα τὸ λέμε, ὡς γνωστόν, μετὰ  τὸ παρακέλευσμα τοῦ διακόνου· «Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν». Ἀμέσως μετὰ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν «ἁγίαν ἀναφοράν», εἰς τὴν καρδιὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας δηλαδή.

Δὲν γίνεται νὰ εἰσέλθουμε εἰς τὴν «ἁγίαν ἀναφοράν», ἐὰν δὲν ὁμολογήσουμε τὴν πίστη μας πρῶτα.

Ἐὰν κανεὶς πεῖ· «καὶ πῶς τελοῦνταν ἐπὶ τόσους αἰῶνες ἡ Θεία Λειτουργία χωρὶς τὸ Πιστεύω;» θὰ τοῦ θυμίσουμε ὅτι τὸ Σύμβολον αὐτὸ καταρτίσθηκε καὶ καθιερώθηκε γιὰ τοὺς λόγους ποὺ παραπάνω ἀναφέραμε, καὶ γιὰ ἄλλους πολλούς.

Ἡ πρώτη Ἐκκλησία δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ σύμβολα.

Πολλοὶ ἀγαθοὶ τῇ καρδίᾳ πιστοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ σύμβολα, κώδικες καὶ ὁμολογίες· οὔτε ἀπὸ γνώση γραμματικῆς καὶ συντακτικοῦ.

Μοῦ ἔρχεται τώρα στὸν νοῦ, ὡς παράδειγμα, ὁ πέρα ὡς πέρα ἀγράμματος Ἀντώνιος ὁ Μέγας, καθηγητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ καὶ διδάσκαλος, παρακαλῶ, τοῦ λογιωτάτου καὶ ὑπὲρ τρισμυρίους ἄλλους ἐγγραμμάτου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου!

Ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν κωδικοποιεῖται. Εἶναι ζωή, καὶ ἡ ζωὴ δὲν ὁρίζεται, δὲν ὁριοθετεῖται.

Ἐν τούτοις, παρέστη ἀνάγκη νὰ συνταχθεῖ τὸ Σύμβολον· καὶ τώρα τὸ ἔχουμε καὶ τὸ φυλάττουμε ὡς θησαυρὸν περιφίλητον!

Εἶναι ἡ σημαία μας, τὸ φλάμπουρό μας, κατὰ τὸν ὡς ἄνω σοφώτατο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη.

Ὅπως οἱ στρατιῶτες, λέει, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ σύμβολα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ὡς στρατιῶτες Χριστοῦ· «ἐκ μεταφορᾶς τῶν στρατιωτικῶν συμβόλων ὠνομάσθη καὶ τὸ τῆς πίστεως Σύμβολον» (ὅ.π., σελ. 122).

Τὸ Πιστεύω μας

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.

Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

Τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.

Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα.

Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς Γραφάς.

Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.

Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς· οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.

Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.

Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.

Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἠθική, ἀρετές. Δὲν τὶς ἔχουμε ἐκ φύσεως