Γνωρίζω γιὰ νὰ πιστεύσω ἢ πιστεύω γιὰ νὰ γνωρίσω;


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


πὸ τὰ ὅσα εἰσαγωγικὰ ἔχουμε πεῖ μέχρι στιγμῆς περὶ τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔχει γίνει ἀντιληπτό, νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεση καὶ ἡ διδασκαλία τους ταυτίζεται μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.

Ἄλλως εἰπεῖν, ἑρμηνεύοντας τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ἐκθέτουμε μὲ τὸν καλύτερο καὶ πιὸ συστηματικὸ τρόπο τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Πιστεύω - Ὁμολογῶ - Προσδοκῶ

Τὴν ραχοκοκαλιὰ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως συνθέτουν (συναρθρώνουν, ἂν θέλετε) τρία ρήματα: Πιστεύω - Ὁμολογῶ - Προσδοκῶ:

Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν...

Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα...

Προσκοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν...

Πίστη χωρὶς ὁμολογία καὶ προσδοκία εἶναι ἁπλῆ διανοητικὴ πρόσληψη λέξεων.

Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει, ὁμολογεῖ τὴν πίστη του — ἐνίοτε μάλιστα μέχρις αἵματος. 

Οἱ μάρτυρες τῆς Πίστεως αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν· ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους μέχρις αἵματος. Κάποιοι ἀπὸ αὐτούς, ποὺ γιὰ ὁρισμένο λόγο δὲν ἔφθασαν μέχρι τὸ μαρτύριο, παρότι εἶχαν τὴν πρόθεση, ὀνομάζονται ὁμολογητές

Ὅλοι οἱ μάρτυρες εἶναι ὁμολογητές· καὶ ὅλοι οἱ ὁμολογητές, κατὰ πρόθεσιν μάρτυρες.

Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ τρία ρήματα τοῦ Συμβόλου, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν πρώτη λέξη τοῦ πανίερου αὐτοῦ κειμένου, εἶναι τὸ πιστεύω — ἐξ οὗ καὶ «Πιστεύω» τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως*.

* Σύνηθες εἶναι στὴν παράδοσή μας νὰ λαμβάνει ἕνα κείμενο, ἢ καὶ ὁλόκληρο ἔργο, τὸ ὄνομά του ἐκ τῆς πρώτης αὐτοῦ λέξεως ἢ φράσεως.

Πιστεύω 

Σημαίνει: 

  • Ἔχω πίστη, ἐμπιστεύομαι, ἀποδέχομαι κάποιον ἢ κάτι ὡς ἀληθές, ἔχω πεποίθηση σὲ κάποιον ἢ κάτι, τὸν/τὸ ἐμπιστεύομαι ὡς ἀξιόπιστο, ἀναγνωρίζω κάποιον ὡς εἰλικρινῆ. 

  • Παρέχω πίστη, εἶμαι βέβαιος ἢ πεπεισμένος ὅτι ὑπάρχει κάτι ἢ θὰ ὑπάρξει ἢ ὑπῆρξε.

  • Ἐμπιστεύομαι κάτι σὲ κάποιον.

  • Ἀσπάζομαι ὡς ἰδεολογία, πρεσβεύω ἢ ἀκολουθῶ κάτι ὡς προσωπικὸ σύστημα ἀρχῶν.

  • Συμμορφώνομαι, συμφωνῶ, συγκατανεύω, ὑπακούω, πείθομαι.
      • Ἔχω πίστη στὸν Θεό.

      Πολλὲς φορὲς χρησιμοποιοῦμε τὸ «πιστεύω» ὡς οὐσιαστικό, ἐννοῶντας μὲ αὐτὸ τὸ σύνολον τῶν ἀρχῶν, τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἀξιῶν στὶς ὁποῖες κάποιος ἔχει πίστη.

      Ἐμεῖς, μὲ τὴν λέξη «Πιστεύω», ἐννοοῦμε καὶ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖο, ὅταν ἀπαγγέλλουμε, ὁμολογοῦμε, μὲ ὅλες τὶς παραπάνω σημασίες, τὴν πίστη μας στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὴν ἐμπιστοσύνη μας σ' αὐτόν, τὴν ἀναγνώριση τῆς αὐθεντίας του, τὴν ἐγκόλπωση τῶν ἐντολῶν του, τὴν ἀναγνώριση τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκεῖνος ἵδρυσε.

      Πίστις
      Λατινικά: fides

      Τὸ ρῆμα πιστεύω προέρχεται ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ πίστις, τὸ ὁποῖο ἔχει κοινὴ ἐτυμολογικὴ ἀφετηρία μὲ τὸ ρῆμα πείθω/πείθομαι.

      Ἡ λέξη πίστιςσημαίνει:

      • Τὴν ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ πιστεύω.

      • Τὴν βεβαιότητα ὅτι κάτι ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη ἢ ἀνθρώπινη ἀναζήτηση, εἶναι ἀληθές, ὑπάρχει ἢ ἰσχύει.

      • Τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσήλωση σ' αὐτόν.
      • Τὴν πεποίθηση.
      • Τὴν ἐμπιστοσύνη σὲ κάποιον ἢ κάτι.
      • Τὴν ἀφοσίωση.
      • Τὴν δοξασία.
      • Τὴν παραδοχὴ τῆς ἀξίας καὶ σπουδαιότητος κάποιας ἰδέας, ἀρχῆς ἢ θεωρίας, καὶ τὴν ὑποστήριξή της.
      • Τὴν βεβαιότητα περὶ τῆς ἀξιοπιστίας κάποιου προσώπου, πράγματος ἢ καταστάσεως — ὑποκειμενικὴ ἀσφαλῶς στάση.

      • (Στὸ ἐμπόριο) τὴν φερεγγυότητα, τὸ ἀξιόχρεο, τὴν ἐμπορικὴ ὑπόληψη (credito), τὴν ἐπὶ πιστώσει διάθεση ἀγαθῶν.
      • Τὴν ἐντιμότητα, τὴν εὐθύτητα, τὴν εἰλικρίνεια (καλὴ πίστη).
      • Τὴν τήρηση τῶν ὑποσχέσεων καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸν γαμήλιο δεσμὸ (συζυγικὴ πίστη).
      • Τὴν ἀκλόνητη παραδοχὴ ἀληθειῶν ποὺ κεῖνται ὑπεράνω λογικοῦ ἢ ἐμπειρικοῦ ἐλέγχου (ὅπως λέει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν περὶ πίστεως ὁρισμό του — θὰ τὸ δοῦμε σὲ ἑπόμενη εὐκαιρία).
      • Τὸ σύνολον τῶν δογμάτων (δογματικὴ διδασκαλία).

      Θεολογικῶς ἡ πίστη χρησιμοποιεῖται ἐνίοτε ὡς κάτι ἀντίθετο πρὸς τὴν γνώση, ἡ ὁποία ταυτίζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ μὲ τὴν κατ’ ὄψιν (ἐξωτερικὴ) πρόσληψη.

      Οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν προσωποποιήσει τὴν Πίστιν, τὴν τιμοῦσαν ὡς θεά.

      Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ χρήση τῆς λέξεως πίστις μὲ τὴν σημασία τῆς παραθάρρυνσης (ἐνθάρρυνση, ἐγκαρδίωση, ἐνδυνάμωση). 

      Ἀλλὰ μήπως ἡ πίστη δὲν εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς παρέχει θάρρος, μᾶς ἐμψυχώνει, ἀναπτερώνει τὸ φρόνημά μας;

      Τέλος, ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ μὲ τὴν σημασία τῆς παρακαταθήκης: μᾶς παραδίδεται πρὸς φύλαξιν.

      Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐμπιστεύεται ἕναν θησαυρό, τὸν ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ φυλάττουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. 

      Οἱ ἅγιοι μάρτυρες φύλαξαν αὐτὸν τὸν θησαυρὸν ἕως τέλους!

      Πιστὸς

      Συγγενὲς πρὸς τὶς παραπάνω λέξεις εἶναι καὶ τὸ ἐπίθετο (οὐσιαστικοποιημένο ἐνίοτε) πιστός.

      Ἡ πρώτη σημασία του εἶναι πιστευτός, ἀξιόπιστος, ἔμπιστος, ἀληθὴς θυμηθεῖτε τὰ ὄμορφα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν ἀγαπημένο του μαθητὴ Τιμόθεο: «Πιστὸς (ἀξιόπιστος) ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγὼ (Α΄ Τιμ. α΄ 15).

      Καὶ τὸ πιστὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πείθω, ποὺ σημαίνει καταπείθω.

      Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ρῆμα χρησιμοποιεῖται συνήθως μὲ τὴν σημασία τοῦ «καταπείθω μὲ ἤπιο τρόπο», διὰ τῆς πειθοῦς δηλαδή, ὄχι μὲ δόλο, ἢ ἐξαγοράζοντας μὲ χρήματα ἢ δῶρα — γνωστὴ ἡ παροιμία «δῶρα θεοὺς πείθει». 

      Πόσο ταιριάζει αὐτὸ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Κύριος μᾶς πείθει ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός!  καμμία βία δὲν ἀσκεῖ πάνω μας.

      Πείθομαι τέλος σημαίνει ὑπακούω. 

      Πιστὸς ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴν εἶναι ὁ εὐπειθής, ὁ ὑπακούων σὲ κάποιον, ἐκεῖνος ποὺ συμμορφώνεται πρὸς ὅσα ἐντέλλεται ὁ εἰς ὢν πιστεύει.

      Πίστις καὶ γνῶσις

      Εἴπαμε παραπάνω ὅτι θεολογικῶς ἡ πίστη χρησιμοποιεῖται ἐνίοτε ὡς κάτι ἀντίθετο πρὸς τὴν γνώση, ἡ ὁποία ταυτίζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ μὲ τὴν κατ’ ὄψιν (ἐξωτερικὴ) πρόσληψη.

      Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ θὰ δοῦμε τὴν σχέση πίστεως καὶ γνώσεως. 

      Ἡ σχέση αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἐπίκεντρο ἑνὸς ἔντονου προβληματισμοῦ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους. 

      Ἐδῶ τίθεται μετ' ἐπιτάσεως τὸ ζήτημα τῆς προτεραιότητος:

      Ἡ πίστη προηγεῖται τῆς γνώσεως ἢ ἡ γνώση τῆς πίστεως;

      Μὲ ἄλλα λόγια·

      Γνωρίζω γιὰ νὰ πιστεύσω ἢ πιστεύω γιὰ νὰ γνωρίσω;

      Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ἀποτελεῖ ψευδοδίλημμα· εἰσάγει ἐσφαλμένη λογικὴ διχοτόμηση.

      Τὸ ζήτημα δὲν τίθεται κατὰ τρόπο διαζευκτικό: ἢ γνωρίζεις ἢ πιστεύεις.

      Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει δὲν ἐγκαταλείπει τὴν πίστη· καὶ ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει δὲν ἐγκαταλείπει τὴν γνώση.

      Τὸ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» δὲν ἀνταποκρίνεται στὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

      Ἀνάλογο ψευδοδίλημμα ἀποτελεῖ καὶ τὸ περὶ προτεραιότητος ἀγάπης καὶ γνώσεως.

      Προηγεῖται ἡ ἀγάπη τῆς γνώσεως ἢ ἡ γνώση τῆς ἀγάπης; 

      Μποροῦμε νὰ ἀγαποῦμε κάτι ποὺ δὲν γνωρίζουμε;

      Γιὰ νὰ τὸ ἀγαπήσουμε, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ γνωρίσουμε;

      Ἢ γιὰ νὰ τὸ γνωρίσουμε, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ ἀγαπήσουμε;

      Συνεχίζεται

      Σχόλια

      Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

      Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

      Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

      Χωρὶς σταυρό, δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση