Τὰ πρόσωπα δὲν γνωρίζονται ὡς ἀντικείμενα
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Τ
ὴν προηγούμενη φορὰ περάσαμε τὸ κατώφλι τοῦ κύριου μέρους αὐτῆς τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων καὶ ὁμιλιῶν μας, στὴν ὁποία ἔχουμε δώσει τὸν γενικὸ τίτλο «Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ ἁπλᾶ λόγια».
Θυμίζω ὅτι ἀκολουθοῦμε ὡς μέθοδο ἐκθέσεως τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνη ποὺ στηρίζεται στὴν ἑρμηνεία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.
Εἴδαμε ὅτι ἡ πίστη σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν γνώση· ἀποτελεῖ δὲ ψευδοδίλημμα τὸ ποιά ἀπὸ τὶς δύο προηγεῖται.
Δὲν τίθεται κατὰ τρόπο διαζευκτικὸ τὸ ζήτημα δηλαδή: ἢ γνωρίζεις ἢ πιστεύεις.
Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει δὲν ἐγκαταλείπει τὴν πίστη, καὶ ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει δὲν ἐγκαταλείπει τὴν γνώση.
Ὅσο πιστεύεις, τόσο περισσότερο γνωρίζεις. Καὶ ὅσο γνωρίζεις, τόσο περισσότερο πιστεύεις σὲ ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἡ γνώση σὲ συνεπαίρνει.
Πίστη καὶ γνώση δηλαδὴ ἀκολουθοῦν πορεία κυκλικὴ καὶ ἀνοδική.
Ὅπως δὲ λέγαμε καὶ τὴν προηγούμενη φορά [1], ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ κύκλου (ποὺ δὲν εἶναι φαῦλος ἀλλὰ ἀγαθοτελὴς) ἀποτελεῖ ἡ πίστη.
[1] Τὰ λέγαμε προφορικὰ (στὴ σχετικὴ ὁμιλία μας στὸ YouTube). Ὅπως καὶ ἄλλη φορὰ ἔχουμε σημειώσει, στὶς ὁμιλίες θὰ βρεῖ κανεὶς περισσότερες ἀναφορὲς ἀπ’ ὅ,τι στὰ ἄρθρα. Τοῦτο, διότι ὁ ὁμιλητὴς μπορεῖ, ὅπως εἶναι φυσικό, νὰ σκεφθεῖ ἐκείνη τὴ στιγμή κάτι ποὺ δὲν εἶναι σημειωμένο.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ἀνάμεσα στὴν ἀγάπη καὶ τὴν γνώση.
Ἀρχὴ τοῦ κύκλου εἶναι ἡ ἀγάπη.
Δὲν χρειάζεται νὰ γνωρίσεις γιὰ νὰ ἀγαπήσεις. Ἀγαπᾶς καὶ γνωρίζεις, γνωρίζεις καὶ ἀγαπᾶς.
Φαίνεται ἄλλωστε αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἔρωτα. Μπορεῖ νὰ ἐρωτευθεῖ κανεὶς μὲ μία ματιά, χωρὶς νὰ γνωρίζει τὸ ἐρώμενο πρόσωπο.
Καὶ ναὶ μὲν ὁ ἔρως εἶναι φυσικὸ γεγονός, ὅμως καὶ στὸ πνευματικό, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη στὸν Θεό, τὸ ἴδιο συμβαίνει — καὶ αὐτὸ ἔρως εἶναι.
Δὲν ξεκινᾶ νὰ πιστεύει κανεὶς στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶ ἐπειδὴ τὸν γνώρισε ὡς κάτι ἐπιστητό.
Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.
Ὅπως ἕνα μικρὸ μυστήριο εἶναι καὶ ὁ φυσικὸς ἔρως.
Μοιάζουν δὲ αὐτὰ τὰ δύο καὶ σὲ κάτι ἄλλο:
Τρέλα ὁ ἔρως, τρέλα καὶ ἡ πίστη στὸν Θεό!
Καὶ γιὰ τὸν Πλάτωνα ἄλλωστε (Συμπόσιον) ὁ ἔρως δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα συναίσθημα· εἶναι κινητήριος δύναμη πρὸς τὴν γνώση.
Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ δοῦμε παρακάτω πιὸ ἀναλυτικὰ καὶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐξηγήσουμε τὶς διαστάσεις τους.
Γιὰ νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ μιλήσουμε ὄχι μόνο γιὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν γνώση.
Ξεκινήσαμε μὲ τὸ «πιστεύω», τὴν πρώτη λέξη τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, καὶ περὶ πίστεως ἀσφαλῶς ὁμιλοῦμε. Ὅμως, ἐπειδὴ ἡ πίστη σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν γνώση, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ μιλήσουμε καὶ γι' αὐτήν.
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ πίστη μᾶς ὁδηγεῖ καὶ στὸ πεδίο τῆς γνωσιολογίας.
Πῶς ἀποκτοῦμε τὴν γνώση;
Οἱ περὶ γνώσεως θεωρίες ἀκολουθοῦν δύο βασικὲς κατευθύνσεις.
![]() |
| Πλάτων (427-347 π.Χ.) |
Σύμφωνα μὲ τὴν πρώτη, κύριος ἐκπρόσωπος τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Πλάτων, ἀφετηρία καὶ ὁδὸς πρὸς τὴν ἀληθῆ γνώση εἶναι ἡ νόηση (νοησιαρχικὴ προσέγγιση)· οἱ αἰσθήσεις, ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν μεταβλητὸ κόσμο τῶν φαινομένων, θεωροῦνται ἀπατηλές.
Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε. Ὁ φιλομαθὴς ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ μελετήσει τὸ ἔργο Θεαίτητος τοῦ μεγάλου φιλοσόφου.
![]() |
| Ἀριστοτέλης (384-322 π.Χ.) |
Ἡ δεύτερη αὐτὴ γνωσιολογικὴ θεωρία συμφωνεῖ καὶ μὲ τὴν κοινὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ γνώση ἑνὸς πράγματος συντελεῖται διὰ τῶν αἰσθήσεων. Ἡ ἐμπειρικὴ πληροφορία μετατρέπεται νοητικῶς σὲ γνώση. Ὅσο περισσότερες αἰσθήσεις συμμετέχουν, τόσο περισσότερο γίνεται ἀντιληπτὸ ἕνα πρᾶγμα καὶ τόσο πιὸ πολὺ λέμε ὅτι τὸ γνωρίζουμε.
Κομβικῆς σημασίας γιὰ τὸ θέμα μας ἀποτελεῖ ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸν τρόπο γνώσεως τῶν ἀντικειμένων καὶ σὲ ἐκεῖνον τῆς γνώσεως τῶν προσώπων.
Πῶς γνωρίζουμε τὰ ἀντικείμενα;
Ἀντικείμενο εἶναι κάθε τι ποὺ κεῖται ἀπέναντί μας — ἀντίκειται (ἀντί, κεῖται).
Μποροῦμε νὰ τὸ ἐξετάσουμε, νὰ τὸ περιγράψουμε, νὰ τὸ μελετήσουμε καὶ ἔτσι νὰ τὸ γνωρίσουμε.
Ὅσες περισσότερες ἰδιότητες ἑνὸς ἀντικειμένου γνωρίζουμε, τόσο βαθύτερη ἀναδεικνύεται ἡ γνώση μας γι’ αὐτό.
Παράδειγμα
Ἔχω ἀπέναντί μου ἕνα τραπέζι.
Τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ κάνω εἶναι νὰ τὸ ἐντοπίσω, δηλαδὴ νὰ προσδιορίσω τὴν θέση του μέσα στὸν χῶρο (τόπο): ἐντοπίζω < ἔντοπος < ἐν + τόπος.
Κανένα ἄλλο τραπέζι δὲν μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸ ἴδιο ἀκριβῶς σημεῖο (τόπο) μὲ αὐτὸ ποὺ ἐξετάζω. Ἢ θὰ εἶναι πάνω ἀπὸ αὐτό, ἢ κάτω ἀπ’ αὐτό, ἢ δίπλα του.
Προσδιορίζοντας λοιπὸν τὴν θέση του μέσα στὸν χῶρο, τὸ ἔχω ἤδη καὶ ἐν μέρει ταυτοποιήσει: «εἶναι αὐτὸ καὶ ὄχι κάποιο ἄλλο ἐκ τῶν ὁμοειδῶν του».
Ὁ Ἀριστοτέλης αὐτὸ τὸ ὀνομάζει «πρώτη οὐσία» (ἀτομικὴ οὐσία). «Δεύτερη οὐσία» γιὰ τὸν μεγάλο φιλόσοφο εἶναι τὸ εἶδος, ἐν προκειμένῳ τὸ εἶδος τοῦ «τραπεζιοῦ» — ὄχι τὸ συγκεκριμένο τραπέζι (τόδε τι) [2].
[2] Ἕνα ἄλλο παράδειγμα: Ὁ Σωκράτης, ὡς ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ τὴν «πρώτη οὐσία». Ὁ ἄνθρωπος, ὡς εἶδος, ἀποτελεῖ τὴν «δεύτερη οὐσία».
Εἶναι φανερό, ὅπως καὶ προηγουμένως σημειώσαμε, ὅτι ὅσες περισσότερες ἰδιότητες τοῦ ἀντικειμένου περιγράφω, τόσο πιὸ πολὺ βαθαίνει ἡ γνώση μου γι' αὐτό.
Ἡ περιγραφὴ γίνεται πάντα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου.
Λέω, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι αὐτὸ τὸ τραπέζι εἶναι τετράγωνο. Ἔτσι, τὸ διακρίνω ἀπὸ πολλὰ ἄλλα, ποὺ δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο σχῆμα.
Περιγράφω ἐπίσης ἄλλα συμπληρωματικὰ χαρακτηριστικά του, ὅπως διαστάσεις, ὄγκο, βάρος, χρῶμα, ὑφή, ποιότητα ὑλικοῦ, λειτουργικότητα, αἰσθητική, χρησιμότητα κ.λπ. [3].
- Οὐσία (τί ἐστι, τί εἶναι κάτι· π.χ. ἄνθρωπος, ἵππος).
- Ποσὸν (ποσότης, πόσο μεγάλο εἶναι· π.χ. δύο πήχεις).
- Ποιὸν (ποιότης, τί λογῆς εἶναι· π.χ. λευκὸ πανί, μορφωμένος ἄνθρωπος).
- Πρός τι (σχέσις μὲ κάτι ἄλλο· π.χ. μεγαλύτερο, μικρότερο, μισό, διπλάσιο).
- Ποῦ (τόπος, ποῦ βρίσκεται· π.χ. στὴν ἀγορά, στὴν αἴθουσα).
- Ποτὲ (χρόνος, πότε συνέβη· π.χ. σήμερα, χθές, πέρισυ).
- Κεῖσθαι (θέση, στάση του· π.χ. ὄρθιο, ὕπτιο).
- Ἔχειν (τί φέρει· π.χ. φοράει ὑποδήματα, εἶναι ὁπλισμένος).
- Ποιεῖν (ἐνέργεια, τί κάνει· π.χ. τέμνει, καίει).
- Πάσχειν (πάθος, τί παθαίνει· π.χ. τέμνεται, καίγεται).
Χωρὶς ταυτότητα δὲν ὑπάρχει γνῶσις, ἀλλὰ σύγχυσις.
Τώρα, τὸ ἀπὸ ποῦ ἀντλῶ τὴν ἔννοια τοῦ τετραγώνου (ἢ τοῦ παραλληλογράμμου κ.λπ.) εἶναι ἄλλο θέμα.
Ὁ Πλάτων θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ ἔννοια αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν Ἰδεῶν.
Ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἀντικείμενο, ὡς ἰδιότης του.
Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι τὸ σχῆμα αὐτὸ δὲν τὸ χρησιμοποιῶ μόνο γιὰ τὸ συγκεκριμένο ἀντικείμενο (ἐν προκειμένῳ τὸ τραπέζι). Δὲν εἶναι μόνο τὸ τραπέζι τετράγωνο. Ἐὰν ἦταν, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τὸ ὀνομάσω ἔτσι, οὔτε νὰ ἐπισημάνω αὐτήν του τὴν ἰδιότητα.
Ἄρα, τὴν ἔννοια τοῦ τετραγώνου, καὶ κάθε ἄλλης ἰδιότητος, τὴν δανείζομαι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχω ἐξ ἄλλων ἀντικειμένων, μὲ τὰ ὁποῖα συγκρίνω τὸ δικό μου· οἱ ἰδιότητες αὐτὲς δὲν ὑπάρχουν μόνο στὸ συγκεκριμένο γνωστικὸ ἀντικείμενο [4].
[4] Ἔτσι ἐνεργοῦμε γενικώτερα στὴν ζωή μας. Ὁ μηχανικός, λόγου χάριν, ἐντοπίζει τὴν βλάβη τῆς μηχανῆς συγκρίνοντας τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς δυσλειτουργίας της μὲ ἐκεῖνα παρομοίων περιπτώσεων.
Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ γιατρός: συγκρίνει τὰ συμπτώματα τῆς ἀσθενείας μὲ ἄλλα παρόμοια.
Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Πνευματικός, ὅταν ἐξομολογεῖ.
Δὲν γνωρίζουμε τὸ ἀπολύτως μοναδικό· ἡ γνώση μας βασίζεται στὴν ὑπόθεση ὅτι τὰ ἀντικείμενα ποὺ ἐρευνοῦμε ὁμοιάζουν μεταξύ τους, ἔχουν κοινὰ χαρακτηριστικά.
Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε ὅλως ἰδιαιτέρως. Θὰ μᾶς φανεῖ πολὺ χρήσιμο ὅταν οἱ γνωσιολογικές μας ἀναφορὲς προσεγγίσουν τὸ πρωτεῦον θέμα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ (θεογνωσία).
Νὰ προσθέσουμε τέλος ὅτι δὲν ταυτίζουμε (ταυτοποιοῦμε) μόνον πράγματα ποὺ ὑποπίπτουν ἄμεσα στὶς αἰσθήσεις μας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ποὺ δὲν εἶναι παρόντα. Διότι μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἐντυπώνονται στὸν νοῦ μας οἱ παραστάσεις τους, τὶς ὁποῖες ἀνακαλοῦμε ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς μνήμης ὅποτε θέλουμε, καὶ τὶς περιεργαζόμαστε νοητικῶς.
Ἐδῶ ὑπεισέρχεται ὁ παράγων χρόνος, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὸν χῶρο, ἀπομονώνει τὰ πράγματα καὶ δημιουργεῖ τὴν μεταξύ τους ἀπόσταση, θέτοντας ὅρια, ὥστε νὰ μὴ συγχέονται, ἀλλὰ νὰ διακρίνονται. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, καθίσταται δυνατὴ ἡ ταυτοποίησή τους καὶ ἐν τέλει ἡ γνώση τους.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .