Ὁ Θεὸς ὡς χρηστικὸ ἀντικείμενο
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ε
ἴδαμε ὅτι τὰ ἀντικείμενα γνωρίζονται βάσει τῶν ἰδιοτήτων τους.
Ὅσες περισσότερες ἰδιότητες ἑνὸς ἀντικειμένου περιγράφουμε (χρῶμα, σχῆμα, ὑφή, βάρος, ἦχος κ.λπ.), τόσο περισσότερο βαθαίνει ἡ γνώση μας γι' αὐτό.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν αἰσθήσεων. Κάθε μία ἀποκαλύπτει καὶ διαφορετικὴ ὄψη ἑνὸς γνωστικοῦ ἀντικειμένου. Ὅλες δὲ μαζὶ συνθέτουν τὶς ἐπὶ μέρους πληροφορίες καὶ μᾶς ὁδηγοῦν σὲ βαθύτερη καὶ πιὸ ἀξιόπιστη κατανόηση.
Παράδειγμα
Ἔχω ἀπέναντί μου ἕνα μῆλο.
Κάθε μία ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μοῦ παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες.
Ἡ ὅραση, ὅτι εἶναι κόκκινο, λόγου χάριν, καὶ στρογγυλό.
Ἡ ἁφή, ὅτι εἶναι σκληρὸ ἢ μαλακό.
Ἡ ὄσφρηση, ὅτι εἶναι ἀρωματικὸ ἢ ὄχι.
Ἡ γεύση, ὅτι εἶναι γλυκό, ὑπόξινο, τραγανὸ κ.λπ.
Ἡ σύνθεση τῶν μεμονωμένων ἰδιοτήτων ὁδηγεῖ σὲ ἑνιαῖο νοητικὸ σχῆμα.
*
Πᾶμε τώρα νὰ δοῦμε ἂν ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε περὶ γνώσεως τῶν ἀντικειμένων μποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ ἐπὶ τῶν προσώπων.
Πῶς γνωρίζουμε τὰ πρόσωπα;
Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ κατ' ἐξοχὴν πρόσωπον ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς (τρία βέβαια εἶναι τὰ θεῖα πρόσωπα).
Μποροῦμε στὴν γνώση τοῦ Θεοῦ (θεογνωσία) νὰ ἐφαρμόσουμε ὅλα ὅσα εἴπαμε γιὰ τὰ ἀντικείμενα;
Μποροῦμε νὰ ἐντοπίσουμε τὸν Θεό, νὰ τὸν θέσουμε ἐντὸς τοπικῶν καὶ χρονικῶν ὁρίων;
Μποροῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε σ' αὐτὸν τὴν ἀρχὴ τῆς ταυτότητος (α = α ≠ β);
Κάτι τέτοιο θὰ προϋπέθετε δίπλα στὸν Θεὸ μίαν ἄλλη συνύπαρκτη πραγματικότητα, τὴν ὁποία καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσουμε.
Μία τέτοιου εἴδους ἀντίληψη δὲν θὰ διέφερε σὲ τίποτε ἀπὸ τοὺς κοσμολογικοὺς μύθους τῶν εἰδωλολατρῶν περὶ πάλης θεῶν καὶ χάους.
Ἀτυχῶς ὅμως ὁρισμένοι κάπως ἔτσι ἀντελήφθησαν τὸ ζήτημα, μὴ μπορῶντας νὰ ἀπαντήσουν στὸ ἐρώτημα· «τί εἶναι αὐτὸ τὸ μηδέν, ἀφοῦ γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός του;»
Τὸν Θεὸ λοιπὸν δὲν μποροῦμε νὰ τὸν ὁρίσουμε.
Οὔτε ὅμως καὶ νὰ τὸν περιγράψουμε μὲ βάση τὶς ἰδιότητές του.
Καὶ ἐδῶ χρειάζεται πολὺ μεγάλη προσοχή!
Πρὸς στιγμὴν φαίνεται ὅτι ἴσως μποροῦμε νὰ κάνουμε κάτι τέτοιο. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ πολλὰ θεολογικὰ ἐγχειρίδια συναντοῦμε ὁλόκληρους καταλόγους μὲ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ [2].
Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μία φυσικὴ ἰδιότης τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι κάτι ποὺ πηγάζει ἀναγκαστικὰ ἀπὸ τὴν οὐσία του. Ἐὰν ἦταν ἔτσι, ὁ Θεὸς θὰ ἀγαποῦσε κατ' ἀνάγκην, ὡς ὑποτεταγμένος στὴν φύση του.
Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ μποροῦσε νὰ ἀγαπᾶ ἔστω καὶ ἂν ἦταν μόνος. Ποιὸν θὰ ἀγαποῦσε ὅμως τότε; Τὸν ἑαυτό του;
Ἀλλ' ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος.Εἶναι ἕνας, ἀλλ' ὄχι μόνος· εἶναι κοινωνία τριῶν προσώπων.
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ κοινωνία, αὐτὴ ἡ σχέση, εἶναι ἡ ἀγάπη. Πρόκειται γιὰ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ δηλαδή. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν»· ὑπάρχει ὡς ἀγάπη, καὶ ὄχι ὡς ἐνδεχόμενο ἰδίωμα.
Καὶ δὲν ἀγαπᾶ ἀναγκαστικά, ἀλλὰ ἐλεύθερα· θέλει καὶ ἀγαπᾶ. Διότι εἶναι πρόσωπον (πρόσωπα) ἐν πρώτοις καὶ ὕστερα φύσις, ὅπως καὶ σὲ ἑπόμενες ὁμιλίες θὰ ἀναφέρουμε ἐκτενέστερα.
Τὰ σημειώνουμε δὲ ἀπὸ τώρα αὐτὰ καὶ θὰ τὰ ὑπογραμμίζουμε μὲ κάθε εὐκαιρία, διότι εἶναι ἐξόχως σοβαρά. Εἶναι ζητήματα ποὺ ἅπτονται ὁριακῶν πτυχῶν τῆς ὑπάρξεώς μας.
Εἴπαμε ἐπίσης πιὸ πρὶν ὅτι ἀποδίδουμε σὲ ἕνα γνωστικὸ ἀντικείμενο ἰδιότητες, βασιζόμενοι στὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε ἀπὸ ἄλλα ἀντικείμενα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ συγκρίνουμε. Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἀντλοῦμε τὶς ἰδιότητες· μὲ βάση τὰ γνωστὰ προσεγγίζουμε τὰ ἄγνωστα.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν προσπαθοῦμε νὰ περιγράψουμε κάτι καινούργιο, λέμε ὅτι εἶναι «σὰν τὸ τάδε». Αὐτὸ τὸ «σὰν» δηλώνει ὅτι τὸ ἄγνωστο προσεγγίζεται διὰ τοῦ γνωστοῦ [3].
Θὰ ταυτίσουν δηλαδὴ τὸ ἀεροπλάνο (θὰ τοῦ ἀποδώσουν ταυτότητα), περιγράφοντάς το μὲ βάση τὶς ἰδιότητες κάποιου ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖο γνωρίζουν ἐξ ἐμπειρίας. Αὐτὴν τὴν γνωστικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσουν ἀσφαλῶς.
Ὅταν λοιπὸν λέμε γιὰ τὸν Θεὸ ὅτι εἶναι καλός, ἀγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος κ.λπ., ἀπὸ ποῦ ἀντλοῦμε αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν συνυπάρχει μὲ κάτι ἄλλο;
Εἶναι ἀγαθὸς σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἀγαθὸ κύρ' Ἀντώνη τῆς γειτονιᾶς;
Κάτι τέτοιο μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἀνθρωπομορφικὲς προβολές, δηλαδὴ προβολὴ τῆς δικῆς μας ἐμπειρίας στὸν Θεὸ. Καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο, καθόσον ὁ Θεὸς γίνεται δημιούργημα τῆς δικῆς μας φαντασίας καὶ ἐμπειρίας [4].
Καὶ ἔτσι, φαίνεται πρὸς στιγμὴν ὅτι δικαιώνονται ἐκεῖνοι ποὺ λένε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δημιούργημα τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι, ὅταν ἐξετάζουμε τὸν Θεὸ ὡς ἀντικείμενο, σ' αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγουμε. Διότι τοῦ ἀποδίδουμε ἰδιότητες ποὺ δὲν εἶναι μοναδικὲς γι' αὐτόν, ἀλλὰ ἀπαντοῦν καὶ ἀλλοῦ.
Λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δυνατός. Ὅμως, τὴν ἔννοια τοῦ δυνατοῦ τὴν συναντοῦμε καὶ στὰ φυσικὰ φαινόμενα (ἀστραπή, βροντή, κεραυνός, σεισμός, ἡφαίστειο κ.λπ.) ἢ καὶ στοὺς ἀνθρώπους (γίγαντες κ.λπ.). Γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ καιροὺς ἔχουν θεοποιηθεῖ ποικίλες φυσικὲς ἢ ἀνθρώπινες δυνάμεις.
Ὁ Θεὸς εἶναι δυνατός, ἀλλὰ καὶ ὁ κεραυνὸς εἶναι δυνατός· γιατί νὰ μὴ θεοποιηθεῖ καὶ αὐτός; Καὶ οἱ δύο εἶναι δυνατοὶ καὶ τοὺς δύο τοὺς φοβοῦμαι καὶ τοὺς δύο τοὺς θεοποιῶ!
Γιὰ νὰ ξεπερασθεῖ, ξέρετε, αὐτὸς ὁ κίνδυνος, στὴν γλῶσσα τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν Θεὸ τὸ προθεματικὸ «ὑπὲρ» — «ὑπεράγαθος», «ὑπερούσιος», «ὑπέρλογος» κ.ἄ., ἀκόμη καὶ «ὑπέρθεος».
Καὶ πάλι ὅμως παραμένει δύσκολο νὰ ἀποφύγουμε πλήρως τὸν ἀνθρωπομορφισμό.
Παράδειγμα
Μαθαίνουμε στὸ παιδὶ ἀπὸ μικρὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας. Μεγαλώνοντας αὐτό, ἀποδίδει στὸν Θεὸ ἰδιότητες ποὺ ἔχει ὁ πατέρας του (εἶναι δυνατός, τὸ προστατεύει, γνωρίζει πιὸ πολλὰ πράγματα κ.λπ.). Τὸ παιδὶ δημιουργεῖ μία τέτοια εἰκόνα περὶ Θεοῦ.
Ὅταν φθάσει στὴν ἐκρηκτικὴ ἡλικία τῆς ἐφηβείας (τότε ποὺ μηδενίζει τὰ πάντα, γιὰ νὰ τὰ ἐξετάσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕνα πρὸς ἕνα καὶ νὰ σχηματίσει μόνο του γνώμη γιὰ τὸ κάθε τι, νὰ κτίσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν κόσμο μέσα του· τότε ποὺ ἐπαναστατεῖ ἐναντίον κάθε αὐθεντίας καὶ κηδεμονίας — καὶ ὁ πατέρας εἶναι ἡ πρώτη αὐθεντία ποὺ ἔχει ἐνώπιόν του)· τότε ἐπαναστατεῖ καὶ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν ταυτίζει μὲ τὸν πατέρα καὶ τὸν αἰσθάνεται ὡς αὐθεντία. Τότε ἔρχεται ἡ κρίση τῆς πίστεως στὸν Θεό. Τότε εἶναι ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ καὶ στὴν ἀθεΐα.
Θὰ πεῖ κανείς· δὲν πρέπει νὰ καλοῦμε τὸν Θεὸ «πατέρα»; Τότε γιατί ὁ Ἰησοῦς μᾶς δίδαξε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»;
Ναί, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς μᾶς δίδαξε καὶ τὸ «πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. κγ΄ 9).
Μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ λέμε τὸν Θεὸ «πατέρα», «ἀγαθό», «δίκαιο» κ.τ.ὅ. Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε καταφατικῶς περὶ Θεοῦ δηλαδή. Προσοχὴ ὅμως στὴν παγίδα τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ.
Μποροῦμε νὰ περιγράφουμε τὸν Θεὸ μὲ λέξεις. Προσοχὴ μόνο νὰ μὴ γίνουν αὐτὲς περιγράμματα — περιγράφω (περὶ + γράφω) αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει: θέτω σὲ περιγράμματα, σὲ ὅρια.
Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ἀπερίγραπτος· δὲν περι-γράφεται, δὲν κλείεται σὲ ὅρια. Δὲν μποροῦμε γιὰ τὸν Θεὸ νὰ δώσουμε περίγραμμα, ὅπως στὴν περίπτωση ἑνὸς ἀντικειμένου.
Γνῶσις καὶ χρῆσις
Ὅλα αὐτὰ ὑποκρύπτουν καὶ ἕναν ἄλλον μεγάλο κίνδυνο: νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν Θεὸ ὡς χρηστικὸ ἀντικείμενο.
Κοιτάξτε πῶς.
Τὰ ἀντικείμενα ἀξιολογοῦνται, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ μὲ βάση τὴν χρησιμότητά τους. Ἡ ἐπισήμανση τῶν ἰδιοτήτων τους μᾶς ὁδηγεῖ στὴν δυνατότητα τῆς χρήσεώς τους καὶ τῆς ἐξ αὐτῆς ὠφελείας.
Πολλὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς ἀντικειμένου ποὺ περιγράφουμε, ἀναφέρονται στὴν χρησιμότητά του.
Π.χ. ἔχω ἕνα γραφεῖο ξύλινο, χρώματος καφέ, φαρδύ, εὐρύχωρο, ἄνετο, λειτουργικό, κομψὸ κ.λ.π.
Λέω ὅτι εἶναι καλὸ καὶ χρήσιμο σὲ μένα, διότι μπορῶ νὰ γράφω καὶ νὰ διαβάζω πάνω σ’ αὐτό, νὰ ἀκουμπῶ ἢ νὰ ἀποθηκεύω πράγματα, ἀκόμη καὶ νὰ γευματίζω, ἂν χρειασθεῖ. Ἐπίσης, μοῦ στολίζει τὸ δωμάτιο, κάνει εὐχάριστη τὴν μελέτη μου, τὴν ἐργασία μου κ.ο.κ.
Ἀργότερα μπορῶ νὰ πῶ ὅτι τὸ γραφεῖο αὐτὸ δὲν μοῦ κάνει. Τὸ συγκρίνω μὲ ἄλλα καὶ τὸ βρίσκω μικρό· θέλω ἕνα μεγαλύτερο ἢ ἄλλου χρώματος, ἄλλου σχήματος κ.λπ.
Πάντα ὑπάρχει ἡ χρησιμοθηρικὴ πλευρὰ τῆς γνώσεως — στὴν ἐποχή μας μάλιστα κατὰ τρόπο σκανδαλωδῶς ἀπόλυτο πολλὲς φορές. Κι ἂς φωνάζει ὁ Ἀριστοτέλης ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων ὅτι ἡ γνώση δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴν χρήση, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὴν χαρὰ τῆς γνώσεως καθ’ ἑαυτὴν καὶ γιὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἄγνοια [5].
Ἄλλωστε, «πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει» (Μεταφ. Α, 980a).
Πῶς νὰ ἀκουσθεῖ μία τέτοια φωνή, ὅταν γιὰ τὸν σημερινὸ πολιτισμὸ ἡ γνώση ποὺ δὲν προσφέρει κάτι χρήσιμο, ποὺ δὲν παράγει ἀποτελέσματα, ποὺ δὲν ὠφελεῖ στὴν ἀνάπτυξη τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς τεχνολογίας, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως νόημα;
Ρίξτε μιὰ ματιὰ στὶς σχολὲς τὶς ὁποῖες προτιμοῦν οἱ νέοι σήμερα καὶ θὰ καταλάβετε.
Ἡ θεολογία, ἐπὶ παραδείγματι, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀριστοτέλης θέτει στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος τῶν ἐπιστημῶν — ἐπειδὴ ἀσχολεῖται μὲ τὸ τιμιώτερον τῶν ὄντων, τὸν Θεόν — ἀκόμη καὶ στὴν πατρίδα μας ἔχει καταλήξει νὰ εἶναι ἀπὸ τὶς τελευταῖες προτιμήσεις. Μέχρι πρό τινος μάλιστα (δὲν γνωρίζω τί ἰσχύει σήμερα) γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ στὶς θεολογικὲς σχολὲς ἀρκοῦσε καὶ βαθμὸς κάτω τῆς βάσεως!
Τί χρειάζεται ἡ θεολογία, ἡ φιλοσοφία, ἡ φιλολογία ἢ ἡ τέχνη σὲ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ δίνει ἀξία μόνο... σὲ ὅ,τι τρώγεται!
Ἔτσι καὶ μὲ τὸν Θεό· καὶ σ' αὐτὸν μεταφέρουμε κατ' ἀνάλογον τρόπο τὸ χρησιμοθηρικό μας πνεῦμα.
Τί μοῦ χρειάζεται ὁ Θεός, ἀφοῦ δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ θελήματά μου, δὲν μοῦ κάνει τὰ χατίρια, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά μου;
Θὰ φύγω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ πάω ἀλλοῦ: στὴν αἵρεση, στὸν ἀποκρυφισμό, κάπου ποὺ νὰ ἔχω ἀποτελέσματα ἄμεσα, «ἔξυπνα» — «ἔξυπνες λύσεις» (smart solutions).
Τὰ τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς αὐτοματοποίησης σήμερα τὰ μεταφέρουμε καὶ στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό.
Ζητοῦμε καὶ ἀπὸ αὐτὸν «ἔξυπνες λύσεις».
Ζητοῦμε ἄμεση ἀνταπόκριση, «μεγαλύτερες ταχύτητες» — ὅπως καὶ μὲ τὰ Mbps!
Πόσο θὰ θέλαμε νὰ τὸν ἐνεργοποιοῦμε ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ὡς πολυεργαλεῖο, μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ — ἂν ἦταν καὶ ἁφῆς (touch), ἀκόμη καλύτερα!
Μιὰ τέτοια ἐργαλειακὴ σχέση ὅμως ὑποβιβάζει τὸν Θεὸ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀντικειμένου.
Βλέπουμε χρησιμοθηρικὰ τὸν Θεό, γι' αὐτὸ καὶ εὔκολα τὸν ἀλλάζουμε, ὅταν πιὰ δὲν μᾶς κάνει!
Εἶναι σὰν τὸ γραφεῖο, ποὺ λέγαμε παραπάνω: χρηστικὸ ἀντικείμενο. Δὲν μοῦ κάνει; Τὸ ἀπορρίπτω. Ἢ τὸ ἀγνοῶ.
Θὰ δοῦμε σὲ μία ἀπὸ τὶς ἑπόμενες συναντήσεις μας τί σημαίνει ἀγνοῶ καὶ τί σημαίνει γνωρίζω ἕνα πρόσωπο. Δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ ὅτι ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα. Σημαίνει ὅτι θέλω ἢ δὲν θέλω νὰ τὸ γνωρίζω, θέλω ἢ δὲν θέλω νὰ τὸ ἀγνοῶ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .