Ἀνωτέρα δύναμις ὁ Θεός;
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ε
ἴπαμε ὅτι τὸν Θεὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε ὡς ἀντικείμενο.
Δὲν εἶναι μία ἀντικειμενικὴ δύναμη ὁ Θεὸς — μία «ἀνωτέρα δύναμις», ὅπως λένε κάποιοι.
Εἶναι πρόσωπον (πρόσωπα) καὶ δὲν γνωρίζεται βάσει ἰδιοτήτων.
Δὲν περιγράφεται, δὲν ὁρίζεται, δὲν συγκρίνεται μὲ κάτι ἄλλο ὁμοειδές, δὲν γίνεται ἀντιληπτὸς διὰ τῶν αἰσθήσεων.
Δὲν εἶναι ὅμως μόνον ὁ Θεὸς ποὺ δὲν γνωρίζεται δι' αὐτοῦ τοῦ τρόπου· εἶναι καὶ κάθε ἄλλο πρόσωπον.
Λέγοντας πρόσωπον ἐδῶ δὲν ἐννοοῦμε τὸ ἐμπρόσθιον μέρος τῆς κεφαλῆς μας, τὸ face, faccia.
Πρόσωπα εἶναι τὰ ὄντα ποὺ ἔχουν ὡς πρωταρχικὸ καὶ θεμελιῶδες ὑπαρκτικὸ κατηγόρημα τὴν ἐλευθερία.
Ἡ δὲ ἐλευθερία ἐκδηλώνεται προεχόντως ὡς κατάφαση ἢ ἄρνηση τῆς ἀγάπης.
Πρόσωπα εἶναι
Ὁ Πατήρ.
Ὁ Υἱός.
Τὸ ἅγιον Πνεῦμα.
Οἱ ἄγγελοι.
Οἱ ἄνθρωποι.
Τὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι ἄκτιστα (ἀδημιούργητα).
Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι κτιστὰ (κτίσματα, δημιουργήματα).
Κανένα ἄλλο ὂν δὲν εἶναι πρόσωπον.
Προσοχή!
Τὰ ζῶα δὲν εἶναι πρόσωπα.
Μὴ μᾶς παρασύρει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουν φυσικὸ (βιολογικὸ) πρόσωπο, αἰσθητὴ ὄψη δηλαδὴ (face, faccia)· δὲν μιλᾶμε γι' αὐτὸ ἐδῶ, ὅπως ἔχει ἤδη σημειωθεῖ.
Πῶς γνωρίζουμε τὰ πρόσωπα;
Ἡ γνώση τῶν προσώπων πραγματοποιεῖται ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἀγάπῃ.
Ἀντιθέτως, ἡ γνώση τῶν ἀντικειμένων ἐμπεριέχει τὸ στοιχεῖο τῆς ἀναγκαιότητος.
Μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι δὲν γνωρίζεις ἕνα ἀντικείμενο, λόγου χάριν ἕνα γραφεῖο, ποὺ βρίσκεται ἀπέναντί σου;
Ὄχι. Ἀναγκαστικὰ τὸ γνωρίζεις. Ἐπιβάλλει τὴν παρουσία του, καθ' ὅσον ἐλέγχεται διὰ τῶν αἰσθήσεων, τοῦ νοῦ καὶ τοῦ λόγου (λογική).
Οὔτε ἐσὺ μπορεῖς νὰ ἀρνηθεῖς τὴν ὕπαρξή του, οὔτε βέβαια ἐκεῖνο. Θέλει δὲν θέλει, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρίσκεται ἀπέναντί σου (ἀντίκειται < ἀντὶ + κεῖται· ἄρα ἀντικείμενο), γνωρίζεται.
Καὶ τὴν ὕπαρξη ἐπίσης ἑνὸς ἀνθρώπου, ὡς φυσικὴ παρουσία, δὲν μπορεῖς νὰ τὴν ἀρνηθεῖς· οὔτε ἐκεῖνος τὴν δική σου, ὅταν βρίσκεστε ἐνώπιος ἐνωπίῳ.
Αὐτὸ ὅμως ποὺ ἐν προκειμένῳ γνωρίζεται δὲν εἶναι τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικά του.
Γενικῶς, κατὰ τὴν πραγμάτωση τῆς γνώσεως τῶν ἀντικειμένων, οὔτε ὁ γνωρίζων οὔτε τὸ γνωριζόμενον ἐνεργοῦν ἐν ἐλευθερίᾳ.
Τὰ ἀντικείμενα ἐπιβάλλουν τὴν γνώση τους.
Μὲ τὰ πρόσωπα ὅμως δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο. Ἡ γνώση τῶν προσώπων προϋποθέτει ἐλευθερία καὶ ἀμοιβαία συναίνεση.
Γνῶσις ἐν ἐλευθερίᾳ
Δύο ἄνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους ὡς πρόσωπα, ὅταν τὸ θέλουν καὶ οἱ δύο.
Δὲν μπορεῖ, ὅπως εἴπαμε, ὁ ἕνας νὰ ἀρνηθεῖ τὴν φυσικὴ παρουσία τοῦ ἄλλου· μπορεῖ ὅμως νὰ τὸν ἀρνηθεῖ ὡς πρόσωπο.
Εἶναι λεπτὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλη προσοχή.
Στὴν γνώση τῶν προσώπων ὑπεισέρχεται τὸ στοιχεῖο τῆς ἀποκαλύψεως.
Γνωρίζω ἕνα πρόσωπο μόνον ὅταν ἐκεῖνο ἐλεύθερα μοῦ ἀποκαλύπτει τὴν ταυτότητά του, τὸν ἐσωτερικό του κόσμο.
Γνωρίζω ὡσαύτως τὸν Θεὸ μόνον ὅταν μοῦ ἀποκαλύπτεται — ἐὰν καὶ ὅταν ἐκεῖνος θέλει, ὄχι δι' ἄλλου τρόπου.
Ἡ προσωπικὴ γνώση ἐνέχει πάντοτε τὸ στοιχεῖο τῆς ἀποκαλύψεως, καὶ ἡ ἀποκάλυψη τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας.
Γνωρίζουμε δὲ ἀναγκαστικῶς τὸν Θεὸ ὅταν τὸν προσεγγίζουμε ὡς ἀντικείμενο, ὡς σύνολο ἰδιωμάτων, ὅπως ἔκαναν οἱ αἱρετικοὶ (Εὐνομιανοὶ κ.ἄ.).
Σ' αὐτὴν τὴν παγίδα πέφτουν ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὴν οὐσία (φύση) τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστὶ μεγίστη πλάνη, κατὰ δὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ ἄλλους Πατέρες, βλασφημία.
Ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζεται ὡς οὐσία.
Ὄχι γιατὶ κάτι μᾶς κρύβει, οὔτε ἐπειδὴ ἀπὸ αὐταρέσκεια κλείεται στὴν μακαριότητα τῆς ἀπροσιτότητός του· ἀλλὰ διότι θέλει νὰ τὸν γνωρίζουμε ὡς πρόσωπο καὶ ὄχι ὡς ἀντικείμενο.
Μὲ ἄλλα λόγια, θέλει νὰ ἀναπτύσσουμε σχέση μαζί του· αὐτὴ δὲ ἡ σχέση ὁσημέραι νὰ ἐκτείνεται καὶ νὰ ἀγκαλιάζει ὅλο καὶ περισσότερους ἀνθρώπους, ὥστε νὰ γίνουμε κοινωνία προσώπων («ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»), μᾶλλον δὲ κοινωνία τῶν ὄντων, ποὺ εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας — ἐξάπαντος μόνον ἐν Χριστῷ καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτό.
Ἡ θεογνωσία λοιπὸν δὲν διέπεται ἀπὸ κάποια ἀναγκαιότητα· δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀναπόφευκτο, μία ἐπιταγὴ αἰτιώδους μορφῆς, μία νομοτέλεια.
Ὁ Θεὸς μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ὕπαρξή του, νὰ ποῦμε: «δὲν σὲ γνωρίζω», ποὺ σημαίνει: «δὲν θέλω νὰ σὲ γνωρίζω».
Τί νόημα ἔχει νὰ λὲς «ὑπάρχει Θεός», ἐὰν δὲν ἔχεις προσωπικὴ σχέση μαζί του;
Ποιὸ τὸ νόημα μιᾶς γνώσεως ποὺ θὰ στηρίζονταν σὲ ἀποδείξεις περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ;
Ἐὰν κάποιος μᾶς ἔπειθε μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα ὅτι ὑπάρχει Θεός, δὲν θὰ περιεῖχε ἡ γνώση αὐτὴ τὸ στοιχεῖο τοῦ καταναγκασμοῦ, καθ’ ὅσον θὰ καθιστοῦσε τὸν Θεὸ ἀντικείμενο γνώσεως ὑποχρεωτικό [1];
[1] Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ξέρω τί νόημα ἔχει τὸ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἀποδείξουμε σὲ κάποιον μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει. Κάτι τέτοιο ἐπεχείρησαν ἀπὸ τὸν ια΄ αἰ. οἱ σχολαστικοὶ φιλόσοφοι καὶ θεολόγοι τῆς Δύσεως, ὅταν ἦλθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἰσῆλθε κυρίως διὰ τῶν Ἀράβων στὴν Δύση· ἀναζητοῦσαν τρόπους κατανοήσεως τῆς χριστιανικῆς πίστεως διὰ λογικῶν μέσων.
Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποκαλύπτεται ὡς «ὁ Πατήρ μου», «ὁ Πατήρ σου», «ὁ Πατήρ του», δηλαδὴ ὡς «ὁ δικός μου Θεός», «ὁ δικός σου Θεός», «ὁ δικός του Θεός». Εἶναι φυσικὰ Θεὸς ὅλων, ὅμως συγχρόνως καὶ Θεὸς τοῦ καθενός μας χωριστά. Δὲν εἶναι Θεὸς ὑπὸ μία γενικὴ καὶ ἀόριστη ἔννοια. Εἶναι «ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαάκ, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακὼβ» (Ἐξ. γ΄ 6, Ματθ. κβ΄ 32, κ.ἀ.). Ἕνας Θεὸς δηλαδὴ ποὺ γνωρίζεται μέσα ἀπὸ προσωπικὴ σχέση.
Ἑπομένως, στὴν πραγμάτωση τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ κυριαρχεῖ τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Γνωρίζεις τὸν Θεό, διότι θέλεις νὰ τὸν γνωρίσεις. Καὶ σὲ γνωρίζει, διότι θέλει νὰ σὲ γνωρίσει, τουτέστι νὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ.
Καὶ τὰ ζῶα γνωρίζουν ὅτι ὑπάρχει Θεός. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ γνώση ὅμως ἐξαντλεῖται στὴν ἀντίληψη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση. Δὲν ἀποκαλύπτεται ὡς πρόσωπο ὁ Θεὸς στὰ ζῶα, διότι δὲν εἶναι πρόσωπα.
Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ γνώση φυσική, ὄχι προσωπική· λείπει τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας.
Διευκρίνιση
Σὲ κάποιες ἔννοιες, ὅπως εἶναι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀγάπη, ἀποδίδουμε καὶ φυσικὸ καὶ πνευματικὸ περιεχόμενο.
Ἄλλως εἰπεῖν, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀγάπη ἐκδηλώνονται καὶ μὲ φυσικὸ καὶ μὲ πνευματικὸ τρόπο.
Οἱ ἄνθρωποι μετέχουν καὶ στὶς δύο διαστάσεις, καὶ στὴν φυσικὴ καὶ στὴν πνευματική.
Τὰ ζῶα μετέχουν μόνο στὴν φυσική.
Γιὰ παράδειγμα, ἕνα ζῶο εἶναι ἐλεύθερο νὰ ἀλλάξει τόπο, νὰ μετακινηθεῖ, νὰ μεταβεῖ ἀπὸ ἕνα μέρος σὲ ἄλλο· ἔχει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐλευθερία.
Κατὰ τὰ ἄλλα ὅμως εἶναι ὑποτεταγμένο στὰ ἔνστικτά του, δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ὑπερβεῖ.
Δὲν νηστεύουν τὰ ζῶα, δὲν κρατοῦν παρθενία, ὅπως οἱ μοναχοί, δὲν ξαγρυπνοῦν προσευχόμενα.
Ὅταν λοιπὸν λέμε ὅτι λείπει ἀπὸ τὰ ζῶα τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας, ἀναφερόμαστε στὴν πνευματικὴ διάσταση τοῦ ὀντολογικοῦ αὐτοῦ κατηγορήματος (ἐλευθερία).
Ἂς τὸ προσέξουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι!
Πιστεύουμε πολλὲς φορὲς ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἐξαντλεῖται στὰ λεγόμενα ἀνθρώπινα δικαιώματα (τί θὰ ψηφίζουμε, ποιά ὁμάδα θὰ ὑποστηρίζουμε, ποιές προτιμήσεις θὰ ἀκολουθοῦμε).
Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι. Ὑπάρχει κάτι βαθύτερο!
Γνῶσις ἐν ἀγάπῃ
Ὅσα εἴπαμε παραπάνω γιὰ τὴν ἐλευθερία ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη.
Ἐκδηλώνεται καὶ αὐτὴ μὲ διττὸ τρόπο, φυσικὸ καὶ πνευματικό.
Ἡ φυσικὴ ἀγάπη ὑπαγορεύεται ἀπὸ βιολογικοὺς, αἰσθητικοὺς καὶ ἠθικοὺς νόμους.
Ἐκ τούτου, συνδέεται μὲ τὸ στοιχεῖο τῆς ἀναγκαιότητος.
Τὸ νὰ ἀγαπᾶ μία μητέρα τὸ παιδί της, λόγου χάριν, εἶναι ὑπόθεσις μητρικοῦ φίλτρου (φυσική, ἐνστικτώδης στοργή)· εἶναι φυσική ἀγάπη.
Καὶ ἡ γάτα ἀγαπάει τὰ γατάκια της καὶ ἡ σκυλίτσα τὰ σκυλάκια της καὶ ἡ κοτούλα τὰ κοτοπουλάκια της.
Ἀλλὰ καὶ γενικώτερα· ὅλοι μας, ὅταν βλέπουμε μικρὰ πλασματάκια (βρέφη, νήπια, παιδιά, ζωάκια), νιώθουμε νὰ ἀναδύεται ἀπὸ μέσα μας ἕνα τρυφερὸ συναίσθημα.
Ἐκ φύσεως ἐπίσης ἀγαποῦμε τοὺς δικούς μας ἀνθρώπους, ὅπως καὶ ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν.
Τί γίνεται ὅμως μὲ τοὺς ξένους καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ μᾶς μισοῦν;
(Συνεχίζεται)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .