Ἡ ἀγάπη ὑπερβαίνει τὴν φύση
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ὁ
Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «ἀνωτέρα δύναμις», ὅπως λένε κάποιοι.
Ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι φυσικὴ θρησκεία, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἀνιμισμὸς καὶ ὁ τοτεμισμός.
Ἡ χριστιανικὴ πίστη στηρίζεται στὴν θεία ἀποκάλυψη.
Οἱ φυσικὲς θρησκεῖες ἀντίθετα συνδέουν τὸ θεῖο μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως (δένδρα, ποτάμια, πηγές, φυσικὰ φαινόμενα) καὶ μὲ τοὺς προγόνους (προγονολατρία).
Ὅλα αὐτὰ ξεκίνησαν μὲ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Τότε διαταράχθηκε ἡ σχέση ἁρμονίας ποὺ ὑπῆρχε ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν κτίση. Ἐπεκράτησε ἐχθρότης, ἀντιπαλότης, διαμάχη.
Πίστευσε ὁ ἄνθρωπος ὅτι, ἀφοῦ πλέον εἶναι θεός, μπορεῖ νὰ ἐξουσιάζει ἐλεύθερα τὴν κτίση, σὰν δικό του δημιούργημα, νὰ τὴν χρησιμοποιεῖ ὅπως θέλει.
Ἔπαυσε νὰ τὴν βλέπει μὲ τρόπο εὐχαριστιακό, ὡς δῶρο ποὺ θὰ ἀντιπροσφερόταν μὲ εὐγνωμοσύνη στὸν δοτῆρα Θεό.
Μετέβαλε ὁλόκληρη τὴν κτίση σὲ ἀντικείμενο ἰδιοκτησίας, ὑποδουλώσεως καὶ καταχρήσεως. Ἀρνούμενος νὰ τὴν προσφέρει εὐχαριστιακῶς στὸν Θεό, ὁδηγήθηκε στὴν ἰδιοτελῆ χρήση της, σὲ παράχρηση τῶν ὄντων.
Γι’ αὐτό, ἡ φύση (φυσικὸ περιβάλλον) ἔγινε ἀφιλόξενη, πολλὲς φορὲς ἀπειλητικὴ γι’ αὐτόν.
Ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ δίνει ἀγῶνα ἐπιβιώσεως, νὰ μάχεται ἐναντίον τῆς φύσεως, νὰ παλεύει μὲ τοὺς νόμους της.
Στὴν διαπάλη αὐτή, κάθε φορὰ ποὺ διαπίστωνε ὅτι εἶναι δυνατότερος ἀπὸ τὴν φύση, θεοποιοῦσε τὸν ἑαυτό του.
Ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἐκείνη τὸν νικᾶ, θεοποιοῦσε τὴν φύση.
Στὰ φυσικὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπερεῖχαν σὲ δύναμη, ἄρχισε σταδιακὰ νὰ ἀποδίδει θεϊκὲς διαστάσεις καὶ νὰ τὰ προσωποποιεῖ.
Ἀφοῦ ἔσχατο σημεῖο ἀναφορᾶς δὲν εἶναι πλέον ὁ Θεός, γίνεται ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἢ ἡ κτίσις.
Μπορεῖ νὰ εἶναι κάποια ζῶα αὐτὰ (λέων, ἀετός, βοῦς)· μπορεῖ ἕνας ποταμὸς ἢ ἕνας ὁρμητικὸς χείμαρος· μπορεῖ ὁ κεραυνός, ἡ ἀστραπή, ἡ βροντή. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ θεοποιηθοῦν οἱ πρόγονοι, κάποιοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνεδείχθησαν πολὺ δυνατοὶ στὸν πόλεμο, στὸ κυνήγι, στὴν ἐργασία.Κάθε τι ποὺ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, τὸ ἐξευμενίζει. Κάθε τι φιλικὸ καὶ ὠφέλιμο, τὸ λατρεύει [1].
Ὅμως ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο (πρόσωπα).
Εἴπαμε ποιά εἶναι τὰ πρόσωπα:
Ὁ Πατήρ.
Ὁ Υἱός.
Τὸ ἅγιον Πνεῦμα.
Οἱ ἄγγελοι.
Οἱ ἄνθρωποι.
Κανένα ἄλλο ὂν δὲν εἶναι πρόσωπο.
Τὰ ζῶα δὲν εἶναι πρόσωπα.
Τὸ ὑπογραμμίσαμε (καὶ τὸ ὑπογραμμίζουμε) αὐτό.
Τὰ πρόσωπα τὰ γνωρίζουμε ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἀγάπῃ.
Δὲν εἶναι ἀντικείμενα γιὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν γνώση τους.
Τὴν φυσικὴ παρουσία ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἀρνηθοῦμε· τὸν ἴδιο ὅμως, ὡς πρόσωπο, μποροῦμε.
Πρέπει νὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ κάποιος γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουμε.
Τὴν προηγούμενη φορά διευκρινίσαμε κάτι πολὺ σημαντικό:
Ὑπάρχει φυσικὴ ἐλευθερία καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία.
Οἱ ἄνθρωποι μετέχουν καὶ στὶς δύο διαστάσεις.
Τὰ ζῶα, μόνο στὴν φυσικὴ ἐλευθερία. Εἶναι ὑποτεταγμένα στὴν φύση τους, δὲν μποροῦν νὰ τὴν ὑπερβοῦν (δὲν νηστεύουν, γιὰ παράδειγμα, δὲν κρατοῦν παρθενία).
Τὰ παραπάνω ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη.
Ὑπάρχει φυσικὴ ἀγάπη καὶ πνευματικὴ ἀγάπη.
Τὸ νὰ ἀγαπάει ἡ μητέρα τὸ παιδί της εἶναι φυσικὴ ἀγάπη.
Τὸ νὰ νιώθουμε τρυφερότητα γιὰ τὰ μικρὰ πλασματάκια ἐν γένει εἶναι φυσικὸ συναίσθημα.
Τὸ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς δικούς μας ἀνθρώπους καὶ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν εἶναι κάτι ποὺ ἐκ φύσεως τὸ ἔχουμε, δὲν χρειάζεται ἰδιαίτερη προσπάθεια.
Τί γίνεται ὅμως μὲ τοὺς ξένους καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ μᾶς μισοῦν;
Ὁ Κύριος εἶπε:
«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν; Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». (Ματθ. ε΄ 43-48).
Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐντολὴ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» δόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Λευϊτ. ιθ΄ 18).
Ἡ στάση ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς ἦταν ἐντελῶς διαφορετική· ἀποτυπώνεται στὴν φράση ποὺ παραπάνω διαβάσαμε: «καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου».
Ὅμως ὁ Κύριος τί λέει;
Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὐλογεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς καταριοῦνται, εὐεργετεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς μισοῦν, προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ φέρονται ὑβριστικὰ καὶ σᾶς διώκουν.
Ἔτσι, θὰ ὁμοιάσετε πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀνατέλλει τὸν ἥλιο καὶ ἐπὶ τοὺς πονηροὺς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀγαθοὺς «καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους».
Ἐὰν ἀγαπᾶτε μόνον αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν, ποιό τὸ ὄφελος; Καὶ οἱ τελῶνες τὸ ἴδιο δὲν κάνουν; Καὶ ἐὰν δείχνετε τὴν στοργή μας μόνο στοὺς φίλους, τί περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους κάνετε. Αὐτὸ δὲν κάνουν καὶ οἱ τελῶνες;
Ζητάει τὸ κάτι παραπάνω ἀπὸ μᾶς, τὴν ὑπέρβαση.
Γι' αὐτό, στὸ ἴδιο κεφάλαιο, λίγο πιὸ πάνω, λέει: «ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε΄ 20).
Ἔχουμε πλασθεῖ γιὰ τὴν ὑπέρβαση.
Σκοπὸς τῆς ὑπάρξεώς μας εἶναι νὰ ἀναχθοῦμε ἀπὸ τὸ «κατὰ φύσιν» εἰς τὸ «ὑπὲρ φύσιν», νὰ ἀναγάγουμε δὲ καὶ ὅλη τὴν κτίση.
Ὁ δὲ Θεός, ποὺ χαίρεται νὰ μᾶς βλέπει νὰ τὴν ἐπιχειροῦμε, μᾶς δίνει πλουσιοπάροχα τὴν δύναμη νὰ ἀγωνιζόμαστε γι' αὐτήν.
Δὲν θέλει νὰ μένουμε στὸ «κατὰ φύσιν».
Κατὰ φύσιν εἶναι νὰ ἀγαποῦμε τὸ ὡραῖο, τὸ ὄμορφο, τὸ καλαίσθητο. Δὲν γίνεται νὰ μὴ τὸ ἀγαποῦμε, θὰ λέγαμε· μᾶς ἕλκει, ἐνίοτε μὲ ἀκαταμάχητη δύναμη.
Ἐκ φύσεως ἀγαποῦμε ἕναν ἄνθρωπο ἀγαθό, πρᾶο, δίκαιο, καλό.
Τί γίνεται ὅμως μὲ τὸν κακό, τὸν ἄσχημο, τὸν δύσμορφο, τὸν ἀνήθικο, τὸν ἄδικο;
Αὐτὸν πῶς τὸν ἀγαποῦμε;
Καθ' ὑπέρβασιν μόνον, μὲ πνευματικὴ καὶ ὄχι φυσικὴ ἀγάπη.
Σὲ βρίζει ὁ ἄλλος, σὲ ραπίζει.
Τί κάνεις;
Ἀνταποδίδεις;
Αὐτὸ εἶναι φύσις.
Ἡ ἀγάπη (ἡ πνευματικὴ) ζητεῖ ὑπέρβαση τῆς φύσεως.
Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Κύριος ὅταν ἔλεγε «ἐὰν σὲ ραπίσει κάποιος στὴν δεξιὰ σιαγόνα, στρέψε σ' αὐτὸν καὶ τὴν ἄλλη»· «ἐὰν θέλει νὰ σοῦ πάρει τὸν χιτῶνα, ἄφησέ του καὶ τὸ ἱμάτιο (πανοφώρι)· «ἐὰν θέλει νὰ σὲ ἀγγαρεύσει ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο» — λόγια τὰ ὁποῖα πολλὲς φορὲς παρεξηγοῦμε.
«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος· Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον· καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο· τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς» (Ματθ. ε΄ 38–42).
👉 Ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ τὰ ὡς ἄνω ἀποσπάσματα.
Τὴν ὥρα ποὺ τοῦ ἔμπηγαν τὰ καρφιά, ἔλεγε: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς»!
Ὁ πρωτομάρτυς του Στέφανος τὴν ὥρα ποὺ τὸν λιθοβολοῦσαν, γονάτισε καὶ εἶπε: «Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ΄ 60)· μὴ τοὺς λογαριάσεις (καταλογίσεις) αὐτὴν τὴν ἁμαρτία.
Τοὐναντίον!
Ποιά εἶναι ἡ φυσικὴ ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ στὴν ἀδικία καὶ στὸν πόνο;
Δὲν εἶναι ἡ ἀνταπόδοση, ἡ ἄμυνα, ὁ θυμός;
Ἀλλὰ ἐδῶ τί βλέπουμε;
Συγχώρηση μέσα στὴν ἄκρα ἀδικία.
Ὑπέρβαση τῆς φύσεως.
Ἀγάπη ποὺ δὲν πηγάζει ἀπὸ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόλυτη ἐλευθερία.
Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μᾶς ἐνδιαφέρει.
Ἡ ἀγάπη ποὺ ἀνέβασε τὸν Θεὸ στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία ὄχι μόνο τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Ἂν θέλω νὰ γνωρίσω τὸν Θεό, μόνο μέσα ἀπὸ μία τέτοια ἀγάπη μπορῶ νὰ τὸν γνωρίσω.
Ἀλλὰ ὄχι μόνο τὸν Θεό· καὶ κάθε πρόσωπο.
Γιατί τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ἀντικείμενα νὰ τὰ γνωρίζω ἀπ' τὶς ἰδιότητές τους.
Ἡ ἀγάπη ὑπερβαίνει τὶς φυσικὲς ἰδιότητες.
Μπορεῖ κάποιος νὰ συμπεριφέρεται μὲ κακία. Ἂν τὸν ταυτίσω μὲ αὐτήν του τὴν συμπεριφορά, τὸν γνωρίζω ὡς ἄνθρωπο κακό. Ἂν ὅμως τὸν δῶ ὡς εἰκόνα Θεοῦ, τὸν γνωρίζω ὡς ἐν δυνάμει ἅγιο.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ ἅγιοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ἀγαποῦν τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ τοὺς δαίμονες.
Ρωτάει κάπου ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Τί εἶναι καρδία ἐλεήμων;»
Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος (σὲ μετάφραση): «Εἶναι ἡ καρδία ποὺ καίγεται γιὰ ὅλη τὴν κτίση, δηλαδὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ ὄρνεα, γιὰ τὰ ζῶα, γιὰ τοὺς δαίμονες, γιὰ κάθε κτίσμα» (Λόγος 81, ἔκδ. Σπετσιέρη, σ. 306).
Κάνει ἐντύπωση ποὺ συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς δαίμονες, παρότι γνωρίζει ὅτι αὐτοὶ μόνοι τους ἐπέλεξαν τὸν δρόμο τῆς κολάσεως καὶ εἶναι ἀμετανόητοι.
Ὅμως ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει ὅρια («σύνορα ἡ ἀγάπη δὲν γνωρίζει», ὅπως ἔλεγε καὶ ἕνα ὄμορφο παλιὸ τραγουδάκι).
Δὲν σὲ βλάπτει νὰ ἀγαπᾶς τοὺς δαίμονες. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἀγαπᾶ. Καὶ δὲν τοὺς ἀγαπᾶ λιγώτερο ἀπ' ὅτι ἐμένα κι ἐσένα καὶ τὸν διπλανό μας. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρη. Ὅσο ἀγαπάει τὴν Παναγία, ἄλλο τόσο ἀγαπάει καὶ τὸν τελευταῖο δαίμονα.
Ὁ δαίμονας εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγαπάει τὸν Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς τὸν δαίμονα.
Ὅταν βέβαια ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος μιλάει γιὰ ἀγάπη πρὸς τοὺς δαίμονες, ἐννοεῖ... μακριὰ κι ἀγαπημένοι! Καμμία ἐπαφή, καμμία σχέση μαζί τους. Τοὺς ἀγαπᾶ ὡς πλάσματα Θεοῦ καὶ καίγεται ἡ καρδιά του γιὰ τὴν κατάντια τους. Αὐτὸ μόνο. Τίποτε παραπάνω.
Οἱ ἅγιοι λοιπὸν δὲν ἔχουν σύνορα στὴν ἀγάπη τους. Ἀγαποῦν ὅλα τὰ ὄντα ἀδιακρίτως.
Τοὺς ἀνθρώπους δὲν τοὺς ξεχωρίζουν· τοὺς ἀγαποῦν ὅλους ὡς εἰκόνες Θεοῦ, ἀνεξάρτητα καὶ πέρα ἀπὸ φυλετικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, ἠθικὲς ἢ ἄλλες διακρίσεις, πέρα δηλαδὴ ἀπὸ ἰδιότητες· ἀγαποῦν ἐλεύθερα, ὅπως ὁ Θεός.
Εἴπαμε παραπάνω ὅτι κάποιον ποὺ συμπεριφέρεται μὲ κακία, ἡ ἀγάπη δὲν τὸν ταυτίζει μὲ αὐτήν του τὴν συμπεριφορά.
Τὸ ἴδιο, ξέρετε, ἰσχύει καὶ γιὰ κάποιον ποὺ συμπεριφέρεται μὲ καλωσύνη. Ἂν τὸν ἀγαπῶ ἐπειδὴ τὸν ταυτίζω μὲ αὐτή του τὴν συμπεριφορά, ὡς ἄνθρωπο καλὸ δηλαδή, τὸν ἀγαπῶ μὲ φυσικὴ ἀγάπη.
Ἀνθρώπινο βέβαια. Ὅμως ἡ πνευματικὴ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὑπερβατική.
Ὁ Χριστός, τὸ εἴπαμε, σταυρώθηκε καὶ γιὰ τὸν δίκαιο καὶ γιὰ τὸν ἁμαρτωλό, καὶ γιὰ τὸν καλὸ καὶ γιὰ τὸν κακό.
Ἂν ἡ ἀγάπη μας βασίζεται σὲ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα καὶ συμπεριφορές, τότε κινδυνεύει νὰ ἀντικειμενοποιήσει τὰ πρόσωπα.
Ἂν αὔριο μεθαύριο «ἀποδειχθεῖ» ὅτι δὲν εἶναι καὶ τόσο «καλός», διότι ἐπέτρεψε νὰ μοῦ συμβοῦν κάποια «κακὰ» στὴν ζωή μου, ἀμέσως κλονίζεται ἡ πίστη μου καὶ χαλάει ἡ σχέση ποὺ εἶχα μαζί του.
Οὔτε ἡ ἀγάπη λοιπόν, οὔτε ἡ γνώση (γιὰ τὴν ὁποία ἐδῶ κάνουμε λόγο), οὔτε ἡ πίστη μποροῦν νὰ βασίζονται σὲ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα.
Ἀγαπῶ «χωρὶς προαπαιτούμενα» — ἂν ἐπιτρέπεται νὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ μία ἔφραση προσφιλῆ στοὺς πολιτικούς μας.
Ἀγαπῶ τὸν ἄλλον ὡς εἰκόνα Θεοῦ· ὄχι ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι, οὔτε ὡς αὐτὸ ποὺ ἦταν στὸ παρελθόν· τὸν ἀγαπῶ ὡς αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει στὸ μέλλον: ἅγιος.
Ἔχει δηλαδὴ καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ ἡ γνώση τοῦ προσώπου.
Διότι ἡ ἀγάπη ὑπερβαίνει ὅσα συνθέτουν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι καὶ τὸν ἐντάσσει ἀπὸ τώρα στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ· τὸν γνωρίζει ὡς οἰκήτορα τῆς βασιλείας.
Δὲν ἀγνοεῖ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἀδυναμίες του· ἁπλῶς τὰ ὑπερβαίνει.
Ὅπως καὶ ἡ θαυμάσια εἰκονογραφία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ὑπῆρξαν ἄνθρωποι ἐξόχως ἁμαρτωλοί. Δὲν ἱστοροῦνται ὅμως στὶς εἰκόνες τους οἱ ἁμαρτίες ποὺ διέπραξαν, ἀλλὰ ἡ δόξα ποὺ τοὺς περιβάλλει [2].
[2] Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία ὑπῆρξε πόρνη. Ὅμως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν θεωροῦν παρθένο. Γιατί; Διότι τὴν βλέπουν μὲ τὰ μάτια τοῦ μέλλοντος καὶ ὄχι μ' ἐκεῖνα τοῦ παρελθόντος.
Καὶ ἐμεῖς στὸ μέλλον ἂς ἔχουμε στραμμένο τὸ βλέμμα μας.
Ἀφοῦ ὅλα ἐκεῖ θὰ βροῦν τὴν πληρότητά τους, ἐκεῖ ἂς ἀναζητήσουμε καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ καθενός.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .