Ὁ «ὁρισμὸς» τῆς πίστεως (Ἑβρ. ια΄ 1)
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ἡ
πίστη εἶναι στροφὴ πρὸς τὰ ἔσχατα.
Αὐτὸ εἴδαμε τὴν προηγούμενη φορά. Μᾶς τὸ δίδαξε ἡ βαπτισματικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας.
Στρέφει ὁ ἱερεὺς τὸν βαπτιζόμενο «πρὸς δυσμάς», προκειμένου ἐκεῖνος νὰ ἀποκηρύξει τὸν διάβολο καὶ τὴν συνοδία του (πονηροὺς δαίμονες)· τὸν στρέφει ἐν συνεχείᾳ «κατὰ ἀνατολάς», προκειμένου νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ἀπαγγέλοντας τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως.
Γιὰ νὰ πεῖς «πιστεύω», θὰ πρέπει νὰ στραφεῖς «κατὰ ἀνατολάς», πρὸς τὰ ἔσχατα — ἡ ἀνατολὴ εἶναι σημεῖον τῶν ἐσχάτων.
Ἔχουμε πεῖ ὅμως ὅτι καὶ ἡ γνώση ἔχει ἐσχατολογικὴ προοπτική.
Συνεπῶς, ἡ σχέση γνώσεως καὶ πίστεως δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ διαλεκτικὴ ἀντίθεση: «ἢ πίστη ἢ γνώση». Μία τέτοια τοποθέτηση συνιστᾶ ψευδοδίλημμα.
Θὰ τὸ κατανοήσουμε καλύτερα προσεγγίζοντας ἑρμηνευτικῶς τὸν «ὁρισμὸ» [4] τῆς πίστεως ποὺ δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του.
Ὁ «ὁρισμὸς» τῆς πίστεως
Δύο τινὰ εἶναι ἡ πίστη, σύμφωνα μὲ τὸν στίχο τῆς Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολῆς:
α) «ἐλπιζομένων ὑπόστασις»·
β) «πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».
Οἱ δύο αὐτὲς διατυπώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ δεύτερη ἐπεξηγεῖ τὴν πρώτη, ἔχουν τὸ ἴδιο νόημα.
Κρύβουν δὲ φαινομενικὲς ἀντιθέσεις.
Πρώτη ἀντίθεση
Ἡ λέξη (μετοχὴ) «ἐλπιζομένων» ἀναφέρεται σὲ πράγματα μελλοντικά, πράγματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν παρόντα αἰῶνα δὲν ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἐμπειρικὴ πραγματικότητα, δὲν ὑφίστανται ἐμπειρικῶς· εἶναι, θὰ λέγαμε, ἀνυπόστατα.
Τὸ ἱερὸ κείμενο ὅμως κάνει λόγο γιὰ ὑπόσταση τῶν μελλοντικῶν («ἐλπιζομένων») αὐτῶν πραγμάτων: «ἐλπιζομένων ὑπόστασις»!
Τί λοιπόν; Τὸ «ἐλπιζομένων ὑπόστασις» εἶναι ἰσοδύναμο μὲ τὸ «ἀνυποστάτων ὑπόστασις»;
Μία μαθηματικοῦ τύπου ἁπλοποίηση ἐκεῖ θὰ ὁδηγοῦσε.
Ὅμως ἡ πίστη αἴρει τὴν ἀντίφαση. Δίνει ὑπόσταση στὰ «ἐλπιζόμενα», θεμελιώνει τὴν ὕπαρξή τους, τὰ καθιστᾶ βέβαια, «χειροπιαστά»· ἢ καλύτερα δὲν χαρίζει ἁπλῶς τὴν ὑπόσταση· εἶναι ἡ ἴδια «ὑπόστασις» καὶ οὐσία τους: «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις» [1].
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τῆς κοινῆς ἀναστάσεως. Δὲν ἔχει πραγματοποιηθεῖ, λέει, ὅμως διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδος ἀποκτᾶ ὑπόσταση μέσα στὴν ψυχή μας (Ὑπόμνημα εἰς τὴν Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολήν, Ὁμιλία ΚΑ΄).
Δεύτερη ἀντίθεση
Ἡ λέξη «ἔλεγχος» σημαίνει τὴν ἐξέταση (διερεύνηση) πραγμάτων τὰ ὁποῖα ὑποπίπτουν στὶς αἰσθήσεις μας ἢ συλλαμβάνονται ἀπὸ τὸν νοῦ ἢ γνωρίζονται διὰ τοῦ λόγου· μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι ἐμπειρικῶς δεδομένα.
Γιὰ τὸ ἑλληνιστικὸ περιβάλλον τῆς ἐποχῆς τοῦ Παύλου, τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι «ὁρώμενα» («βλεπόμενα»).
Τὸ «ὁρῶ» ἐδῶ ἔχει εὐρύτερη σημασία. Ἡ «ὅρασις», ποὺ ἀποτελεῖ καίριο σημεῖο τῆς γνώσεως, ἀναφέρεται σὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις, καθὼς ἐπίσης στὸν νοῦ καὶ στὸν λόγο.
Ὑπὸ αὐτὴν τὴν γενικὴ ἔννοια, «βλεπόμενα» εἶναι ὅσα ἀσκοῦν ἀντικειμενικὴ πειθώ, ὅσα δηλαδὴ μᾶς πείθουν ὅτι ὑπάρχουν.
Ὅμως τὸ ἱερὸ κείμενο δὲν κάνει λόγο γιὰ ἔλεγχο βλεπομένων πραγμάτων, ἀλλὰ γιὰ ἔλεγχο «οὐ βλεπομένων»· πραγμάτων δηλαδὴ ποὺ οὔτε οἱ αἰσθήσεις οὔτε ὁ νοῦς οὔτε ὁ λόγος μποροῦν νὰ προσεγγίσουν.
Τί λοιπόν; Θὰ κάνουμε καὶ ἐδῶ λόγο γιὰ ἀντίφαση; Ἀντιφάσκουν μεταξύ τους οἱ ὅροι «ἔλεγχος» καὶ «οὐ βλεπομένων»;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἴδια μὲ ἐκείνη ποὺ δώσαμε παραπάνω: μία μαθηματικοῦ τύπου ἁπλοποίηση σὲ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε.
Ὅμως ἡ πίστη καὶ ἐδῶ αἴρει τὴν ἀντίφαση. Ἐλέγχει τὰ «οὐ βλεπόμενα» ὡς βλεπόμενα, τὰ ἀόρατα ὡς ὁρατά, τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν ὡς ἀντιληπτὰ διὰ τῶν αἰσθήσεων, τὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ὡς λογικά, τὰ ὑπὲρ φύσιν ὡς φυσικά.
Διότι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλου εἴδους «ὅρασις», διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ πράγματα «οὐ βλεπόμενα».
Μὲ αὐτὸ τὸ νόημα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη χρησιμοποιεῖ γιὰ τοὺς προφῆτες τὴν ἔκφραση «ὁ ὁρῶν».
Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια σκιαγραφεῖ καὶ ὁ Πλάτων, ὅταν ἀναφέρεται στὴν νόηση ὡς «θέα» τῶν Ἰδεῶν.
Ἄν θέλετε, καὶ τὸ λεγόμενο «τρίτο μάτι» (ἔκφραση καθαρὰ ἀποκρυφιστική), αὐτὴν τὴν ἀλήθεια ἀπηχεῖ.
Στὸν χριστιανισμὸ ὅμως οὔτε ἡ νόηση, οὔτε — πολλῷ μᾶλλον — κάποιο «τρίτο μάτι» ὁρᾶ τὰ ἀθέατα, τὰ «οὐ βλεπόμενα».
Αὐτὰ «ἐλέγχονται» μόνον διὰ τῆς πίστεως: «Ἔστι δὲ πίστις [..] πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».
Κάποιοι ἔτσι τὴν νοοῦν. «Ἀρκεῖ νὰ πιστεύεις», λένε, «καὶ δὲν ἔχει σημασία ποῦ καὶ τί πιστεύεις». Ἐννοοῦν μὲ αὐτὸ πὼς ὅταν πιστεύεις κάπου, ἐνεργοποιοῦνται μέσα σου δυνάμεις. Δὲν ἔχει σημασία ἂν πιστεύεις στὸν Θεό, σὲ ἕνα τοτὲμ ἢ καὶ στὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό· ἡ πίστη ἐνεργοποιεῖ δυνάμεις. Ὁ ἄνθρωπος, λένε, ἔχει ἄπειρες δυνάμεις, ἀλλὰ δὲν τὶς γνωρίζει οὔτε τὶς ἔχει ἀξιοποιήσει ἀκόμη ὅλες.
Ὅμως ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι περιορισμένες. Πηγὴ τῆς δυνάμεως εἶναι ὁ Θεός. Γι' αὐτὸ καὶ λέμε στὴν Κυριακὴ προσευχή, «ὅτι σοῦ ἐστὶν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα».
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι περιορισμένο ὄν, καθότι κτιστό. Ἔχει «δανεικὸ τὸ εἶναι», κατὰ τὴν προσφυὴ πατερικὴ ἔκφραση, καὶ εἶναι ἐξηρτημένος ἀπὸ τὸν δημιουργό του.
«Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», εἶπε ὁ Κύριος (Ἰωάν. ιε΄ 5).
Ἑνωμένοι ὅμως μαζί του μποροῦμε νὰ πετύχουμε τὰ πάντα, καὶ τὰ ἀδύνατα ἀκόμη: «τὰ ἀδύνατα γὰρ παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. ιη΄ 27).
Ὁ Θεὸς δὲν κρατάει τὴν δύναμη γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τίποτε δὲν κρατάει γι' αὐτόν· θέλει ὅλα νὰ μᾶς τὰ δώσει. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς γιὰ τὸν Πατέρα του, «καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμὰ» (Ἰωάν. ιζ΄ 10), ἰσχύει καὶ γιὰ ἐμᾶς· παιδιά του ἄλλωστε θέλει ὅλους νὰ μᾶς κάνει.
Μὴ ζητοῦμε λοιπὸν νὰ βροῦμε μέσα μας δυνάμεις, ἀλλὰ ἂς στρέψουμε τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας πρὸς ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δυνάμεως, πρὸς τὸν «Πατέρα τῶν φώτων, ἐξ οὗ πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον».
Δι' ἐκείνου μόνον μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶς ἀθέατες πλευρὲς τῆς ἀλήθειας.
Δὲν τὶς ἀνακαλύπτουμε· μᾶς τὶς ἀποκαλύπτει.
Δὲν ἔχουμε τέτοιες δυνάμεις μέσα μας.
Οὔτε ἡ πίστη, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦμε, ἀποτελεῖ δύναμη ἀνακαλυπτική.
Ἂς μὴν τὴν ἐννοοῦμε ἔτσι. Καὶ ἂς μὴν νομίζουμε ὅτι τὴν σχέση πίστεως καὶ θείας χάριτος διέπει κάποια ἀντανακλαστικὴ λειτουργία, ὅτι δηλαδὴ διὰ τῆς πίστεως ἐνεργοποιεῖται αὐτομάτως μέσα μας κάποιος ἀποκαλυπτικὸς μηχανισμός.
Ὁ Θεὸς θέλει καὶ ἀποκαλύπτει — ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ. Ἂν δὲν θέλει, δὲν ἀποκαλύπτει, ὅσο καὶ νὰ πιστεύεις. Τίποτε τὸ μαγικὸ ἢ ἀποκρυφιστικὸ δὲν ὑπάρχει στὴν σχέση αὐτή. Ἐλεύθερα πιστεύεις, ἐλεύθερα σοῦ ἀποκαλύπτει.
Συμπέρασμα
Ὁ «ὁρισμὸς» τῆς πίστεως τὸν ὁποῖον μᾶς παραδίδει ἡ Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, ὁδηγεῖ ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα ὅτι·
Ἡ πίστη συνιστᾶ μορφὴ γνώσεως.
Διὰ τῆς πίστεως δηλαδὴ γνωρίζουμε.
Τί γνωρίζουμε; Τὰ ἀντικείμενα; Ὄχι βέβαια. Γι' αὐτὰ δὲν ἀπαιτεῖται πίστη, ἀλλ' ἀντικειμενικὴ γνώση, ἡ διὰ τῶν αἰσθήσεων.
Διὰ τῆς πίστεως γνωρίζουμε τὰ «ἐλπιζόμενα» καὶ τὰ «οὐ βλεπόμενα».
Δὲν πρόκειται γιὰ φυσική, ἀλλὰ γιὰ ὑπερβατικὴ γνώση.
Ἡ πίστις εἶναι «ὑπόστασις ἐλπιζομένων» καὶ «ἔλεγχος οὐ βλεπομένων».
Στὸν «ὁρισμὸ» τῆς πίστεως δὲν εἶναι τυχαῖες οἱ ἀντιστοιχίες τῶν ὅρων — ἰσοδυναμίες, ἂν θέλετε, λειτουργικὲς ταυτότητες καλύτερα:
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ὅλη δομὴ τοῦ στίχου, ἡ ὁποία παραπέμπει σὲ ἐξίσωση:
Διὰ τῆς πίστεως τὰ «ἐλπιζόμενα» καὶ «μὴ βλεπόμενα» λαμβάνουν ὑπόσταση καὶ ἐλέγονται ὡς ὁρώμενα, καθίστανται ἐξ ἴσου βέβαια μὲ τὰ βλεπόμενα.
Ἡ πίστη «ἐλέγχει» (γνωρίζει) πράγματα ποὺ δὲν εἶναι φανερά, δὲν βλέπονται· κομίζει βεβαία πληροφορία, ἢ μᾶλλον δημιουργεῖ κατάσταση βεβαιότητος καὶ ἀκλόνητη πεποίθηση γι' αὐτά, καθιστᾶ τὰ ἀόρατα ὡσεὶ ἀντιληπτὰ διὰ τῶν αἰσθήσεων, ὅπως σημειώσαμε.
Ὅλα αὐτὰ ὑπὸ μία ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ — καὶ οἱ δύο κατηγορηματικὲς προτάσεις τοῦ «ὁρισμοῦ» ἀναφέρονται στὸ μέλλον, στὰ ἔσχατα.
Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο ποὺ λέγαμε περὶ τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὅλα γίνονται παρόντα, καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα· ὅλα λαμβάνουν χώρα σήμερα («σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου», «σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ», «ἡ Παρθένος σήμερον» κ.λπ.).
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ἐδῶ. Τὰ ἐλπιζόμενα λαμβάνουν ὑπόσταση, τὰ μὴ βλεπόμενα ἐλέγχονται.
Στὴν Ἐκκλησία συντελεῖται ἡ ὑπέρβασις τῆς κτιστῆς πραγματικότητος.
Αὐτὸν τὸν δρόμο μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀκολουθήσουμε· νὰ κάνουμε ἕνα ἅλμα ἔξω ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴ (ἀντικειμενικὴ) γνώση· νὰ πιστεύσουμε σ' ἐκεῖνα ποὺ δὲν πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἐμπειρία, ἀλλὰ μᾶς δίδονται ὡς ἐπαγγελία· νὰ θεωρήσουμε ὡς ἀληθῆ τὰ μέλλοντα, ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἐλέγχονται διὰ τῶν αἰσθήσεων, τὰ μὴ βλεπόμενα.
Εἶναι ἅλμα ἐλευθερίας αὐτὸ (ὄχι... salto mortale!)
Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὴν γνώση, ἡ γνώση στὴν ἀλήθεια καὶ ἡ ἀλήθεια στὴν ἐλευθερία:
(Ἰωάν. η΄ 32)


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .