Πόσο εὔκολα βάζουμε «Χ» στοὺς ἀνθρώπους σήμερα!
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Ε
εἴδατε πόσο χρόνο ἔχουμε ἀφιερώσει στὴν πρώτη κιόλας λέξη τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, στὸ ρῆμα «πιστεύω»;
Ναί, διότι ἡ λέξη αὐτὴ λειτουργεῖ ὡς θεμέλιο τοῦ ὅλου ἱεροῦ κειμένου.
Τὸ «πιστεύω» δὲν ἐκφράζει ἁπλῆ διανοητικὴ συγκατάθεση, ἀλλὰ ὑπαρξιακὴ στάση· δηλώνει, σὺν τοῖς ἄλλοις, προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό.
Ἂν δὲν κατανοηθεῖ σωστά, τότε τὸ «εἰς ἕνα Θεὸν» καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κινδυνεύουν νὰ ἐκληφθοῦν ὡς ξηρὰ δόγματα, ἁπλὲς ἀκαδημαϊκὲς διατυπώσεις.
Ἐπίσης, δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐπεκράτησε τὸ «πιστεύω» ἔναντι τοῦ «πιστεύομεν», παρότι τὸ δεύτερο φαίνεται ἐκκλησιολογικῶς συνεπέστερο.
Στὸ αʹ ἑνικὸ πρόσωπο τὸ ρῆμα δηλώνει ὅτι ἡ πίστη, ἔστω καὶ ἂν ἐκφράζεται ἐκκλησιαστικῶς, ἀποτελεῖ βαθιὰ προσωπικὴ ὁμολογία.
Τὸ «πιστεύω» μᾶς ἀνοίγει ὁρίζοντες. Εἴδαμε ὅτι συνδέεται ἄρρηκτα ὄχι μόνο μὲ τὴν πίστη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν γνώση, τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη καὶ πολλὲς ἄλλες ἔννοιες.
Κεντρικὸ ἄξονα τῶν ὅσων μέχρι στιγμῆς ἔχουμε πεῖ περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἡ σχέση τῆς πίστεως μὲ τὴν γνώση.
*
Τὴν προηγούμενη φορὰ τελειώσαμε μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ γνώση τῶν προσώπων ἔχει καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική.
Ἡ ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας γνωρίζουμε τοὺς ἀνθρώπους, ὑπερβαίνει τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα καὶ τὶς συμπεριφορές τους, τοὺς ἀποδέχεται ὡς εἰκόνες Θεοῦ, τοὺς ἐντάσσει ἀπὸ τώρα στὴν οὐράνια βασιλεία, καὶ ἔτσι γνωρίζονται ὄχι ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἢ ἦταν, ἀλλ' ὡς αὐτὸ ποὺ μποροῦν νὰ γίνουν: ἅγιοι.
Καὶ ὅμως, πόσο εὔκολα σήμερα βάζουμε «Χ» στοὺς ἀνθρώπους!
Πόσο εὔκολα πατοῦμε τὸ delete καὶ τοὺς διαγράφουμε ἀπὸ τὴν ζωή μας· μὲ τὸ παραμικρό, μὲ τὴν πιὸ ἀσήμαντη ἀφορμή!
Τοὺς ἀκυρώνουμε. Οἱ νέοι μας ἐδῶ καὶ χρόνια χρησιμοποιοῦν τὴν λέξη «ἄκυρος» καὶ γιὰ τὰ πρόσωπα, ὄχι μόνο γιὰ τὶς ἐνέργειες, τὶς πράξεις, τὶς ἀποφάσεις· ἡ λέξη εἶναι ἀπαξιωτικὴ και δηλώνει ἀπόρριψη.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ψυχολόγους μας κοντεύουν νὰ βγάλουν ὅλους τοὺς γύρω μας «τοξικοὺς» — ἄλλη μία λέξη ποὺ «παίζει» πολὺ σήμερα! Τοξικὸς ὁ γείτονας, τοξικὸς ὁ φίλος, τοξικὸς ὁ γονιός· ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὸν ἕναν, ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὸν ἄλλον — στὸ τέλος ἀπ' ὅλους ν' ἀπομακρυνθῶ;
Δὲν μ' ἀρέσει νὰ ἀπολυτοποιῶ· ὅμως μὴ μοῦ πεῖτε ὅτι δὲν ἔχει «παραφορεθεῖ» κι αὐτὴ ἡ λέξη.
Πολὺ μᾶς ἀρέσει σήμερα νὰ χαρακτηρίζουμε, νὰ βάζουμε ταμπέλες, νὰ κατηγοριοποιοῦμε τοὺς ἀνθρώπους: «καλὸς - κακός», «σωστὸς - λάθος», «εἰλικρινὴς - πονηρός», «τίμιος - ἀπατεῶνας».
Γενικεύουμε ἀποσπάσματα τῆς ζωῆς ἑνὸς ὄντος ποὺ εἶναι τόσο πολύπλοκο, τόσο πολυσύνθετο· ἕνα μυστήριο.
Στ' ἀλήθεια, εἶναι πονηρὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν στάθηκε εἰλικρινὴς ἀπέναντί μου; Κρίνεται ἀπὸ τὴν μία του αὐτὴ στιγμή; Καὶ ἂν βρέθηκε σὲ ἀδυναμία;.
Ἂς μὴ ταυτίζουμε τὸ λάθος μὲ τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο.
Ἕναν ποὺ ἔκλεψε, ἂς μὴ τὸν λέμε κλέφτη· ἄλλο ἔκλεψε, ἄλλο εἶναι κλέφτης· ἄλλο εἶπε ψέματα κάποιος, ἄλλο εἶναι ψεύτης· ἄλλο ἐπόρνευσε, ἄλλο εἶναι πόρνος. Μπορεῖ νὰ μὴ τὸ ξανακάνει. Δὲν εἶναι πιὰ καὶ ἔμφυτο μέσα του!
Ἂς μὴ ταυτίζουμε τὴν πράξη ἑνὸς ἀνθρώπου μὲ τὸν πυρῆνα τῆς ὑπάρξέως του.
Ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐνσάρκωση τῆς ἁμαρτίας!
«Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη, καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον» (ἀρχαῖο γνωμικό)!
Πόσες φορὲς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν μετανοοῦμε τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ ποὺ ἁμαρτάνουμε! Τὸ ἴδιο τραγικὸ εἶναι γιὰ ὅλους μας.
Καὶ ὅμως, κρίνουμε — χωρὶς νὰ διακρίνουμε· χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τί συμβαίνει στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου.
Αὐτὸ δὲν ἔχει ἴχνος ἀγάπης.
Τί φταίει;
Τὸ διαδίκτυο, θὰ ποῦν πολλοί.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό. Εἶναι κάτι βαθύτερο.
Λείπει ἡ πίστη.
Λείπει ἡ ἀγάπη.
Λείπει ἡ προοπτικὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γι' αὐτὸ εἶναι στενὸς ὁ ὁρίζοντάς μας, κοντὸ τὸ βλέμμα μας, θολὸ τὸ πρῖσμα.
Πῶς νὰ ὑπερβεῖ κανεὶς τὰ παρόντα καὶ νὰ ἀποδεχθεῖ τοὺς ἀνθρώπους ὡς εἰκόνες Θεοῦ, ὅπως λέγαμε, νὰ τοὺς ἐντάξει ἀπὸ τώρα στὴν οὐράνια βασιλεία, νὰ τοὺς δεῖ ὡς ἁγίους καὶ ὄχι ὡς κλέφτες, μοιχοὺς ἢ ὅ,τι ἄλλο;
Ἂς δοῦμε τί ἀπαντᾶ ἡ θεολογία.
Ἡ πίστη ὡς μεταστροφὴ
Ἀπὸ τὴν βαπτισματικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας γνωρίζουμε ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας ποὺ προηγεῖται τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ ὀνομάζεται «Εὐχὴ εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον», ὁ ἱερεὺς στρέφει τὸν ἀνάδοχο (ἢ τὸν ἴδιο τὸν κατηχούμενο, «εἰ ἐν ἡλικίᾳ ἐστὶ»[1]) «κατὰ ἀνατολὰς» καὶ τὸν προσκαλεῖ νὰ ἀπαγγείλει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως.
Μὲ τὴν τελετουργικὴ αὐτὴ πράξη ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι·
Γιὰ νὰ πεῖ κανεὶς «πιστεύω», θὰ πρέπει νὰ κάνει μεταστροφή, νὰ ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.
Ἡ πίστη εἶναι μία νέα στάση ζωῆς· στάση ζωῆς ἀπέναντι στὸν Θεό, ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους, ἀπέναντι στὴν κτίση.
Εἶναι ἕνας νέος τρόπος ὑπάρξεως.
Τὸ ὅτι πάλι ὁ ἀνάδοχος (ἢ ὁ ἴδιος ὁ κατηχούμενος) δὲν ἀπαγγέλλει τὸ «Πιστεύω» παρὰ μόνο κατόπιν προσκλήσεως τοῦ ἱερέως — ποὺ εἶναι ὁ προεστὼς τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνάξεως — φανερώνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὄχι ἀτομικὸ γεγονός.
Εἴπαμε βέβαια ὅτι ἐπεκράτησε τὸ «πιστεύω» (ἑνικὸς) ἔναντι τοῦ «πιστεύομεν», διότι ἡ πίστη ἀποτελεῖ προσωπικὴ ὁμολογία. Τὸ «προσωπικὴ» ὅμως δὲν σημαίνει ἀτομική, ἀλλὰ κοινοτική, ἐκκλησιαστική.
Ἡ πίστη ἀνθοφορεῖ μέσα στὸν ἀνθῶνα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι ὑπόθεση ἀτομική. Γι' αὐτὸ ἄλλωστε βαπτιζόμαστε, γιὰ νὰ ἐγκεντρισθοῦμε (μπολιασθοῦμε) στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας (σῶμα Χριστοῦ). Ἄλλως, τὸ βάπτισμα χάνει τὸ νόημά του.
Ἡ στροφὴ «πρὸς δυσμὰς»
Ὅταν ὁ ἱερεὺς πρόκειται νὰ ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἀνάδοχο (ἢ τὸν κατηχούμενο) τὰ ἐρωτήματα τῆς ἀποταγῆς («ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾷ;» καὶ τὰ ἑξῆς), τὸν στρέφει «πρὸς δυσμάς».
Τί συμβολίζει αὐτὴ ἡ τελετουργικὴ κίνηση;
Πρῶτα πρῶτα, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἱερεὺς στρέφει τὸν μέλλοντα βαπτισθῆναι (καὶ δὲν τοῦ ὑποδεικνύει ἁπλῶς ἢ τὸν καλεῖ πρὸς τοῦτο) ἐκφράζει τὴν ἀλήθεια ποὺ ἤδη θίξαμε, ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ πίστη δὲν εἶναι ὑπόθεση ἀτομική, ἀλλὰ ἐκκλησιαστική.
Ὁ πρὸς τὸ φώτισμα εὐτρεπιζόμενος στέκει ἄφοβα μπροστὰ στὸ βασίλειο τοῦ σκότους (μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον εἰκονίζει ὁ ἱερεὺς) καὶ ἀποκηρύσσει τὸν κρατοῦντα τὰ σκῆπτρα τοῦ βασιλείου τούτου, «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ' ἔστι τὸν διάβολον» (Ἑβρ. β΄ 14).
Ἡ δύση συμβολίζει τὸ σκότος τῆς κολάσεως.
Ἡ στροφὴ «κατὰ ἀνατολὰς»
Στὴν συνέχεια ὁ μέλλων βαπτισθῆναι στρέφεται ὑπὸ τοῦ ἱερέως «κατὰ ἀνατολάς»· ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ σκότους καὶ τοῦ θανάτου πρὸς τὸ βασίλειο τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀναστάσεως.
Ὁ ἱερεὺς θὰ τοῦ ζητήσει νὰ συνταχθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀπαγγείλει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως.
Ἐστράφη «πρὸς δυσμὰς» γιὰ νὰ ἀποκηρύξει τὸν διάβολο. Στρέφεται τώρα «κατὰ ἀνατολὰς» γιὰ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστό.
Πρέπει νὰ ἀποκηρύξει τὸν ἕναν, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἄλλον.
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (Ματθ. ϛ΄ 24).
Οἱ δύο προθέσεις
Ἐντύπωση προξενεῖ ὅτι τὸ ἱερὸ Εὐχολόγιο, γιὰ τὴν στροφὴ πρὸς τὴν δυτικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, χρησιμοποιεῖ τὴν ἔκφραση «πρὸς δυσμάς», ἐνῷ γιὰ τὴν στροφὴ πρὸς τὴν ἀνατολικὴ πλευρά, τὴν ἔκφραση «κατὰ ἀνατολάς».
Δὲν χρησιμοποιεῖ καὶ στὶς δύο ἐκφράσεις τὴν ἴδια πρόθεση, κάτι ποὺ θὰ ἐξασφάλιζε, ἄν μή τι ἄλλο, ὁμοιομορφία: «πρὸς δυσμὰς» - «πρὸς ἀνατολάς».
Ὅμως ἡ ἀσυμμετρία ποὺ δημιουργεῖται μὲ τὴν χρήση τῶν δύο προθέσεων («πρὸς» - «κατὰ») ἐξασφαλίζει οὐσιώδη νοηματικὴ διάκριση.
Τὸ «πρὸς δυσμὰς» ἔχει τὸ νόημα τῆς στάσεως ἀπέναντι στὸ βασίλειο τοῦ σκότους. Δὲν δηλώνει κίνηση. Δὲν κινεῖται πρὸς τὸν διάβολο ὁ κατηχούμενος· στέκεται ἀπέναντί του καὶ τὸν ἀποκηρύσσει.
Ἀντίθετα, τὸ «κατὰ ἀνατολὰς» δηλώνει κίνηση. Πρόκειται νὰ συνταχθεῖ μὲ τὸν Χριστό, νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του καὶ νὰ κατευθυνθεῖ πρὸς τὸ ἅγιον βάπτισμα.
Ἡ πρόθεση «πρὸς» λοιπὸν ἐδῶ δηλώνει στάση, ἐνῷ ἡ πρόθεση «κατὰ» δηλώνει κίνηση — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, στὴν περίπτωση τοῦ «καθ' ὁδόν»· δὲν λέμε «βρίσκομαι πρὸς ὁδόν», ἀλλὰ «βρίσκομαι καθ' ὁδόν», δηλαδὴ δὲν στέκομαι, ἔχω ξεκινήσει, βαδίζω, προχωρῶ. Ἐν προκειμένω, προχωρῶ κατευθυνόμενος πρὸς ἀνατολάς.
Ἡ ἀνατολὴ ὡς σημεῖο ἐσχατολογικὸ
Οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ προσεύχονταν καὶ τελοῦσαν τὴν θεία εὐχαριστία στραμμένοι πρὸς ἀνατολάς. Περίμεναν τὴν νέα ἀνατολή, τὴν Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία, τῆς ὁποίας ἡ προσδοκία κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἦταν ἐξόχως ζωντανή, ἐκφραζομένη στὶς λατρευτικὲς συνάξεις μὲ τὴν εὐχὴ «μαρὰν ἀθᾶ», ποὺ σημαίνει «ἔλα, Κύριε!» (Α΄ Κορ. ιϛ΄ 22) [3].
Καὶ σήμερα κατὰ ἀνατολὰς εἴμαστε στραμμένοι ὅταν προσευχόμαστε μέσα στὴν ἐκκλησία. Ὅλη δὲ ἡ διάταξη τοῦ ναοῦ αὐτὸν τὸν προσανατολισμὸ ἔχει.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀνατολικώτερο τμῆμα του, τοποθετοῦμε τὸ σύνθρονον.
Εἰκονίζουμε μὲ αὐτὸ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος θὰ ἔλθει μετὰ δόξης, ἐπὶ θρόνου καθήμενος. Μαζί του, οἱ δώδεκα ἀπόστολοι, καθήμενοι καὶ αὐτοὶ ἐπὶ θρόνων, γιὰ νὰ κρίνουν τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως εἶναι γραμμένο (Ματθ. ιθ΄ 28· πρβλ. Λουκ. κβ΄ 30).
Εἶναι ἐσφαλμένο νὰ τοποθετοῦμε στὸ ἔσχατο (ἀνατολικώτερο) σημεῖο τοῦ ναοῦ τὸν σταυρό.
Δὲν εἶναι ὁ σταυρὸς τὸ τέλος τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ ἡ Δευτέρα τοῦ Κυρίου Παρουσία.
Ὁ σταυρὸς εἶναι τὸ μέσον, ὄχι τὸ τέλος.
Εἶναι καίριας σημασίας θεολογικὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλ' ἂς τὸ ἀφήσουμε πρὸς τὸ παρόν. Θὰ τὸ προσεγγίσουμε ἐκτενέστερα στὸ κεφάλαιο τῆς ἐκκλησιολογίας.
Νὰ ποῦμε μόνο ὅτι σήμερα ἐρίζουν πολλοὶ περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχει σταυρὸς μέσα στὸ Ἱερὸ ἢ ὄχι.
Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἁπλό.
Ὁ σταυρὸς ἔχει θέση μέσα στὸ Ἱερό· πῶς ἄλλως! Δὲν σταυρώνεται ὁ Χριστὸς πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα ὅταν λέμε «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν»;
Δὲν ἔχει ὅμως θέση στὴν ἐσχατιὰ τοῦ ναοῦ, στὴν ἱερὰ κόγχη. Ἐκεῖ τοποθετεῖται τὸ σύνθρονον [3].
Ἡ ἀνατολὴ λοιπὸν εἶναι σημεῖο ἐσχατολογικό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι·
Ἡ πίστη εἶναι στροφὴ πρὸς τὰ ἔσχατα.
Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου στραφεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ, φωτίζεται ἡ ὕπαρξή του, πλαταίνει ὁ ὁρίζοντάς του, ὅλος ἀνατείνεται.
Πῶς νὰ διαγράψει τότε τοὺς ἀνθρώπους;
Τοῦ φαίνονται μικρὰ τὰ σφάλματά τους, ἀσήμαντα μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τῆς ὑπάρξεώς τους
«Ὅταν κοιτᾶς ἀπὸ ψηλά...», ἔλεγε ἕνα παλιὸ τραγουδάκι.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .