Μὲ τὸν νοῦ ἢ τὴν καρδιὰ γνωρίζουμε τὸν Θεό;
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
- Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
- Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint.
Ε
ἴπαμε τὴν προηγούμενη φορὰ ὅτι οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στὸ ὄρος Θαβὼρ εἶδαν τὸ ἄκτιστο φῶς ἔχοντας καθαρθεῖ καὶ φωτισθεῖ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Εἶχαν μία θεοπτία δηλαδή, ποὺ σημαίνει μέθεξη τῆς θείας χάριτος.
Ἡ θεοπτία, κατὰ τὴν διδασκαλία καὶ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων, προϋποθέτει κάθαρση καὶ φωτισμό.
Εἶναι γνωστὸ τὸ τριαδικὸ σχῆμα:
Κάθαρσις – φωτισμὸς – θέωσις [1]
[1] Ἐμφανίζεται ἤδη στὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη (κάθαρσις - φωτισμὸς - τελείωσις) καὶ ἀναπτύσσεται ἀργότερα ἀπὸ τοὺς νηπτικοὺς Πατέρες, ἰδίως τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο.
Τί ἀκριβῶς ὅμως εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ καθαίρεται καὶ νὰ φωτίζεται, ὥστε νὰ εἶναι εὐδόκιμος ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν θέωση;
Ὁρισμένοι ὑποστήριξαν ὅτι εἶναι ὁ νοῦς. Ἄλλοι ὅτι εἶναι ἡ καρδιά.
Ὁ νοῦς ὡς γνωστικὸ ὄργανο
Ἡ παράδοση ποὺ θέλει ὡς γνωστικὸ ὄργανο τοῦ ἀνθρώπου τὸν νοῦ, ἀνάγεται στὸν ἅγιο Ἰουστῖνο τὸν Φιλόσοφο καὶ συνεχίζεται μὲ τὸν Ὠριγένη, τὸν Εὐάγριο καὶ ἄλλους.
Ὁ νοῦς, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὑλικός, ἀλλὰ πνευματικὸς καὶ ἀσώματος, ἔχει ὁμοιότητα καὶ ἀναλογία πρὸς τὸν Θεό. Μπορεῖ ἐπομένως, κατὰ τὴν παράδοση αὐτή, νὰ ἀποτελέσει τὸ κατ' ἐξοχὴν ὄργανο τῆς θεογνωσίας. Διὰ τοῦ νοὸς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν γνωρίσει.
Ἔτσι, ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ κάθαρση τοῦ νοῦ ἀπὸ τὰ αἰσθητά· ἀπὸ τὴν νοσηρὰ προσκόλληση σ' αὐτὰ δηλαδή.
Ἡ παράδοση αὐτὴ ὑπὸ ὁρισμένες μορφές της, συνδεόμενες περισσότερο μὲ τὸν Ὠριγενισμό, κατέληξε σὲ αἱρετικὲς ἐκτροπές, οἱ ὁποῖες καταδικάστηκαν ἀπὸ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Πολὺ ἀργότερα, ἡ σχολαστικὴ θεολογία θὰ δώσει μεγάλη ἔμφαση στὸν φιλοσοφικὸ λόγο (ratio). Γιὰ τοὺς σχολαστικούς, ὁ φιλοσοφικὸς νοῦς ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ὄργανο θεολογικῆς γνώσεως, ἰδίως διὰ τῆς ἐπεξεργασίας φιλοσοφικῶν ἐννοιῶν, ὅπως εἴδαμε καὶ τὴν περασμένη φορά.
Παρόμοιες ἀντιλήψεις ἀπαντοῦν καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη, κυρίως στὸν Πλάτωνα.
Εἶναι ὅμως ὁ νοῦς τὸ πεδίον φανερώσεως τοῦ Θεοῦ; Ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μίαν ἄλλην ἔκφραση ποὺ συχνὰ ἀκοῦμε· μπορεῖ ὁ νοῦς νὰ «συλλάβει» τὸν Θεό;
Λέμε, ἐπὶ παραδείγματι, ὅταν πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία, ὅτι προσπαθοῦμε νὰ «συλλάβουμε» νοήματα ἢ νὰ «καταλάβουμε» τὰ λόγια τῆς Θείας Λειτουργίας. Κάποιοι μάλιστα «σφίγγονται», μὴ τυχὸν καὶ τοὺς ξεφύγει καμμία λέξη.
Ὅμως ἡ γνώση δὲν εἶναι οὔτε «σύλληψις» οὔτε «κατάληψις». Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὔτε «συλλαμβάνεται» οὔτε «καταλαμβάνεται».
Δὲν πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ κάνουμε «κατάληψη» τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα θὰ λέγαμε· πηγαίνουμε γιὰ νὰ μᾶς «καταλάβει» ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ὁ Χριστός· ἂν καὶ ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς καταλαμβάνει· μᾶς παραλαμβάνει μᾶλλον καὶ μᾶς ἀναλαμβάνει στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους διαφωνοῦμε μὲ τὴν ὑποστηριζόμενη ἐνίοτε ὑπό τινων «μετάφραση» — ἔτσι τὴν ὀνομάζουν — τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἑρμηνείας μᾶλλον χρείαν ἔχομεν, παρὰ μεταφράσεως.
Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου. Τὸ σῶμα καὶ οἱ αἰσθήσεις συμμετέχουν ἢ ὄχι στὴν θεογνωσία;
Μὲ τὸν Χριστὸ ὁ Θεὸς φανεροῦται ἐν σαρκὶ στὸν κόσμο· γίνεται συνεπῶς προσιτὸς καὶ στὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ καρδιὰ ὡς γνωστικὸ ὄργανο
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου ἀρχίζει νὰ διαμορφώνεται μία νέα νηπτικὴ παράδοση, ἡ ὁποία μετατοπίζει τὸ κέντρο τῆς θεογνωσίας ἀπὸ τὸν νοῦ στὴν καρδιά.
Ὅταν ὅμως λέμε «καρδιὰ» («καρδία»), δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἕδρα τῶν συναισθημάτων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λογική.
Στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ γενικώτερα στὴν σημιτικὴ παράδοση, ἡ λέξη «καρδία» δὲν σημαίνει τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸν χῶρο ὅπου λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις καὶ ὁρίζεται ἡ στάση του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τὸν χῶρο τῆς ὑπακοῆς (ἢ τῆς ἀνυπακοῆς).
Ἡ καρδία εἶναι τὸ «ταμιεῖον» τοῦ ἀνθρώπου (Ματθ. ϛ΄ 6), ὁ χῶρος ὅπου ἐλεύθερα ἀποφασίζει κάθε φορὰ νὰ πεῖ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (ἢ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου προσώπου).
Ἡ καρδία θὰ πρέπει νὰ εἶναι καθαρά:
«Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεὸς» (Ψαλμ. ν΄ 12).
«Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8).
Σύμφωνα λοιπὸν μὲ αὐτὴν τὴν ἀντίληψη, ἡ θεογνωσία δὲν εἶναι θέμα νοητικό, οὔτε καὶ συναισθηματικό. Εἶναι θέμα πρακτικό, ἠθικό· εἶναι κυρίως θέμα ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ — χωρὶς ὡστόσο νὰ ἐξαντλεῖται ἐκεῖ.
Ἡ μεγαλειώδης σύνθεση τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ
Γιὰ τὸ ἑλληνιστικὸ πνεῦμα, ἡ ἀντίληψη ποὺ πιὸ πάνω ἐκθέσαμε δὲν ἦταν ἱκανοποιητική.
Ἡ γνώση ἔπρεπε νὰ ἔχει ἕνα ὀντολογικὸ ἀντίκρισμα, νὰ δείχνει ταυτότητα, ὅπως ἐξηγήσαμε σὲ πρόσφατες συναντήσεις μας.
Δὲν γνωρίζουμε ἕνα ὂν ἠθικῶς, ὡς κάτι δηλαδὴ στὸ ὁποῖο ἀπαντοῦμε μὲ τὸ «ναὶ» ἢ τὸ «ὄχι» μας. Τὸ γνωρίζουμε ὀντολογικῶς· τὸ ἀναγνωρίζουμε δηλαδὴ ὡς ὄν, ὡς κάτι ποὺ ὑπάρχει, ποὺ «εἶναι», ποὺ μποροῦμε νὰ ταυτίσουμε (νὰ τοῦ δώσουμε ταυτότητα).
Παρίστατο δηλονότι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνευθεῖ ἡ βιβλικὴ παράδοση μὲ βάση τὴν ἑλληνικὴ αὐτὴ γνωσιολογικὴ ἀντίληψη. Ἔπρεπε νὰ ἐμπλουτισθεῖ μὲ ὀντολογικὰ στοιχεῖα ἡ παράδοση ποὺ προέβαλλε ὡς γνωστικὸ ὄργανο τὴν καρδιὰ [2].[2] Ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τοῦ τί σημαίνει ἑρμηνεία τῆς παραδόσεως καὶ τῶν δογμάτων: νὰ μεταφέρεις τὸ πνεῦμα τους στὴν ἑκάστοτε ἐποχὴ μὲ σύγχρονους ὅρους.
Στὴν οὐσία ἦταν ἀνάγκη νὰ ἐπιτευχθεῖ μία σύνθεση τῶν ὡς ἄνω δύο παραδόσεων.
Τὴν πραγματικὰ ἀσύλληπτη αὐτὴ ἑρμηνευτικὴ σύνθεση κατόρθωσε ὁ μέγας θεολόγος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς [3].
[3] Κάποιοι θεωροῦν τὸν Μάξιμο ὡς τὸν μεγαλύτερο θεολόγο τῆς πατερικῆς περιόδου, ἀκριβῶς διότι ἐπέτυχε τέτοιες μεγαλειώδεις θεολογικὲς συνθέσεις, δίδοντας οὑτοτρόπως λύσεις σὲ μεγάλα καὶ ἀδιέξοδα θεολογικὰ προβλήματα.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος προσλαμβάνει τὴν ἔννοια τοῦ «λόγου», ποὺ ἀνάγεται στὸν Ἡράκλειτο καὶ δεσπόζει σὲ ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, καὶ τὴν ἔννοια τῆς «καρδίας», ποὺ διατρέχει ὁλόκληρη τὴν βιβλικὴ παράδοση, καὶ προσδίδει σ’ αὐτὲς νέο περιεχόμενο στὴν βάση μιᾶς μεγαλειώδους συνθέσεως, ὅπως εἴπαμε, ποὺ συντελεῖται ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ λόγος τῶν φιλοσόφων καὶ ὁ Λόγος τοῦ Μαξίμου
Ὅπως γνωρίζουμε, ὁ ἀπρόσωπος «λόγος» τῶν φιλοσόφων γίνεται στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη πρόσωπο: ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ.
Κάποιοι ὡστόσο ἐννόησαν τὸν Λόγο ὡς τὸ «λογικὸν» ἢ τὴν διάνοια τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐσωτερικὴ λειτουργία τῆς θείας φύσεως, καὶ ὄχι ὡς ξεχωριστὴ ὑπόστατη, ὡς τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος.
Μία ἀναλογία βεβαίως μεταξὺ Θεοῦ Πατρὸς καὶ ἀνθρωπίνου νοῦ, καθὼς καὶ μεταξὺ Θεοῦ Λόγου καὶ ἀνθρωπίνου λόγου, θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει ὡς παράδειγμα — μόνον ὅμως ὡς παράδειγμα.
Διότι πράγματι, ὅπως ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου φανερώνεται διὰ τοῦ λόγου, ἔτσι καὶ ὁ Πατὴρ φανερώνεται διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου.
Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι ἀόρατος· ὁ λόγος ὅμως τὸν καθιστᾶ τρόπον τινὰ «ὁρατόν», δηλαδή αἰσθητὸν καὶ φανερόν.
Ὁ ἐσωτερικὸς λόγος (ἐνδιάθετος, ὅπως λέγεται: σκέψεις, διαλογισμοὶ κ.λπ.) μένει ἀθέατος· ὅταν ὅμως ἐκφράζεται μὲ τὴν φωνή, τὴν γραφὴ ἢ τὴν τέχνη, γίνεται φανερός.
Κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὁ Πατὴρ εἶναι ἀόρατος· ὅμως φανερώνεται διὰ τοῦ Λόγου.
Ὁ Λόγος πάλι, ὡς Θεὸς εἶναι ἀόρατος· ὡς ἄνθρωπος ὅμως γίνεται ὁρατὸς — καθότι ἐνηνθρώπησε.
Οἱ ἀναλογίες αὐτὲς μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὴν σκέψη μας, ἐνέχουν ὅμως καὶ ἕναν πολὺ σοβαρὸ κίνδυνο· νὰ νοηθεῖ ὁ Λόγος ὡς ψυχολογικὴ λειτουργία ἢ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ ὁ Λόγος δὲν εἶναι λειτουργία. Εἶναι πρόσωπον.
Δὲν φανερώνεται ὁ Πατὴρ διὰ τοῦ Λόγου κατὰ τὸν τρόπον ποὺ φανερώνεται ὁ νοῦς διὰ τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου.
Ὁ ἄνθρωπος ἔχει νοῦν, λόγον καὶ πνεῦμα.
Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει — εἶναι Νοῦς, Λόγος καὶ Πνεῦμα.
Κατ' ἀναλογίαν συνεπῶς χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους αὐτούς, ὄχι ὡς δηλωτικοὺς ἰδιοτήτων ἢ δυνάμεων.
Ὁ Θεὸς ὑπάρχει ὡς Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα.
Συνεπῶς, ἡ φανέρωση τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐν τῷ Υἱῷ δὲν συντελεῖται μέσῳ κάποιας ἐσωτερικῆς λειτουργίας τῆς θείας φύσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀΐδίου σχέσεως ἀγάπης τῶν δύο αὐτῶν θείων προσώπων.
Τὸ αὐτὸ ἰσχύει φυσικὰ καὶ γιὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀποσαφηνίζει τὴν ἀλήθεια αὐτή. Πολλῷ μᾶλλον, ἀποδεσμεύει ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ «λόγος» ὡς νοητικὴ δύναμη ἢ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ μόνος του νὰ ὁδηγήσει στὴν θεογνωσία.
Ἡ σχέση φανερώνει τὸ πρόσωπο
Γιὰ τὸν θεοφάντορα Μάξιμο, ἡ σχέση εἶναι ἐκφαντορικὴ τῆς ταυτότητος τοῦ προσώπου [4].
Τὸ ὄνομά του — Υἱὸς — παραπέμπει στὸν Πατέρα, δηλώνει τὴν ὕπαρξη τοῦ γεννήτορος.
Ὁμοίως καὶ τὸ ὄνομα Πατήρ: προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη Υἱοῦ.
Ἀλλιῶς, τίνος Πατὴρ εἶναι;
Καὶ ὁ Υἱός, πόθεν προῆλθε;
Δὲν νοεῖται Πατὴρ ἄνευ Υἱοῦ, οὔτε Υἱὸς ἄνευ Πατρός. Καὶ τῶν δύο ἡ ἀλήθεια φανερώνεται ἀπὸ τὴν πρὸς ἀλλήλους σχέση καὶ κοινωνία.
Τὰ ὀνόματα Πατὴρ καὶ Υἱὸς δὲν δηλώνουν ἀφηρημένες ἰδιότητες, ἀλλὰ σχέση καὶ τρόπον ὑπάρξεως, ὑποστατικὴ (προσωπικὴ) ταυτότητα.
Ὅπως καὶ οἱ ὅροι «πατρότης» καὶ «υἱότης»· δηλώνουν τὴν ἀδιάσπαστη ἀγαπητικὴ κοινωνία διὰ τῆς ὁποίας φανερώνεται ἡ ταυτότης τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.
Τὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος δὲν εἶναι τρεῖς ἀνεξάρτητες ὑπάρξεις ποὺ συνεργάζονται. Πολλῷ μᾶλλον δὲν βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως.
Ὅταν λέμε Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐννοοῦμε τρεῖς τρόπους προσωπικῆς ὑπάρξεως.
Κάθε πρόσωπο εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι λόγῳ τῆς ἀϊδίου σχέσεώς του πρὸς τὰ ἄλλα.
Ἄρα, ἡ σχέση δὲν εἶναι κάτι δευτερεῦον στὴν ὕπαρξη τῆς Τριάδος.
Νὰ τὸ ποῦμε ἀριστοτελικῷ τῷ τρόπῳ;
Ἡ σχέση δὲν ἀποτελεῖ «συμβεβηκὸς» τοῦ θείου εἶναι, ἀλλὰ τρόπον τῆς ὑποστατικῆς του φανερώσεως.
Μέσα ἀπὸ τὴν σχέση ἡ γνώση
Ὁμως ἡ σχέση δὲν φανερώνει μόνον τὴν ταυτότητα τῶν προσώπων· συνιστᾶ καὶ τὸν τρόπο γνώσεώς τους.
Ὁ Υἱὸς γνωρίζει τὸν Πατέρα διὰ τῆς ἀϊδίου ἀγαπητικῆς σχέσεως καὶ κοινωνίας.
Γνωρίζει ὅμως καὶ τὸν ἑαυτό του μέσα ἀπὸ τὴν σχέση αὐτή· τὸν γνωρίζει ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου:
«ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α' 15)·
«ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (Ἑβρ. α΄ 3).
Εἶπα «φυσικὴ εἰκὼν» ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὶς «τεχνητὲς εἰκόνες», ποὺ εἴμαστε ἐμεῖς: εἰκόνες εἰκόνος, δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ.
Ὅταν βλέπουμε μία εἰκόνα, μποροῦμε διὰ τοῦ νοὸς νὰ ἀναχθοῦμε εἰς τὸ πρωτότυπον.
Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἀνώτερο τῆς ἁπλῆς νοητικῆς ἀναγωγῆς: ἡ σχέση [5].
[5] Ἄλλο νὰ γνωρίζεις ἕναν ζωγράφο, λόγου χάριν, μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του, καὶ ἄλλο νὰ εἶσαι φίλος του, νὰ συνδέεσαι προσωπικὰ μαζί του. Καὶ ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἔργο δημιουργεῖ ἀσφαλῶς μία σχέση, ὅμως δὲν ἔχει τὴν ἴδια πληρότητα.
Ὁ Υἱὸς λοιπὸν γνωρίζει καὶ γνωρίζεται κατοπτριζόμενος εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Πατέρα.
Ἰσχύει φυσικὰ καὶ γιὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Ὁ Πατὴρ γνωρίζεται ἐν τῷ Υἱῷ, ἀλλὰ καὶ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του διὰ τοῦ Υἱοῦ, ποὺ εἶναι ἡ φυσική του εἰκών, ὅπως εἴπαμε. Γνωρίζει καὶ γνωρίζεται διὰ τῆς σχέσεως.
Θυμηθεῖτε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου:
«Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; [...] ὁ δὲ Πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. (Ἰωάν. ιδ΄ 10-11).
Ὁ Πατὴρ «μένει» ἐν τῷ Υἱῷ, καὶ ὁ Υἱὸς ἐν τῷ Πατρί.
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ψυχρὴ αὐτοπαρατήρηση (αὐτογνωσία), ἀλλὰ ζωντανὴ κοινωνία καὶ ἀμοιβαία φανέρωση.
Γι' αὐτὸ καὶ στὴν ἁγία Τριάδα ἑνότης καὶ ἑτερότης δὲν συγκρούονται.
Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι Υἱός, καὶ ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Πατήρ· ὅμως δὲν ὑπάρχουν χωριστὰ καὶ μεμονωμένα.
Τὸ κάθε πρόσωπο ὑπάρχει ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄλλο, φανερώνεται καὶ λάμπει μέσα ἀπὸ τὴν σχέση.
Τὸ ἕνα γίνεται κάτοπτρο τοῦ ἄλλου· ἀποκαλύπτει τὸ ἄλλο καὶ συγχρόνως φανερώνει πλήρως τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι.
Τὸ αὐτὸ ἰσχύει, τηρουμένων ἀσφαλῶς τῶν ἀναλογιῶν, καὶ σὲ κάθε γνήσια προσωπικὴ σχέση· τὸ ἕνα πρόσωπο γίνεται καθρέπτης τοῦ ἄλλου, διὰ τοῦ ὁποίου γνωρίζει καὶ γνωρίζεται.
Ἀλληλοπεριχώρησις
Πῶς γίνεται ὅμως ὁ Υἱὸς νὰ φέρει μέσα του ὅλον τὸν Πατέρα καὶ συγχρόνως νὰ διακρίνεται ἀπὸ αὐτόν;
Πῶς ὁ Πατὴρ ὅλος ἐν τῷ Υἱῷ, καὶ ὁ Υἱὸς ὅλος ἐν τῷ Πατρί, ἄνευ συγχύσεως;
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε, ὅσον ἔνεστι, τὴν ἀλήθεια αὐτή, θὰ πρέπει νὰ ἀφαιρέσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο — ὅπως εὐκαίρως ἀκαίρως τονίζουμε ἐδῶ.
Οἱ Μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες χαρακτηρίζουν τὴν Θεότητα τρισήλιον· παρομοιάζουν δηλαδὴ τὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος μὲ τρεῖς ἡλίους.
Πῶς ὅμως εἶναι ἑνωμένοι αὐτοὶ οἱ ἥλιοι;![]() |
Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει κάτι ἄλλο, διότι τὸν περιορίζει ἡ διάσταση τοῦ χώρου.
Θέλοντας νὰ παραστήσει τὸν ἕναν μέσα στὸν ἄλλον καθ' ὁλοκληρίαν, θὰ τοὺς ταύτιζε.
Ταυτίζονται ὅμως;
Ὄχι.
Μοιάζει μὲ ταύτιση — ἀλλὰ δὲν εἶναι. Διότι ἀκριβῶς ἀπουσιάζει ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος.
Διαιροῦνται;
Ὄχι.
Μοιάζει μὲ διαίρεση ἡ ἑτερότης· ὅμως δὲν εἶναι.
Ἡ γέννησις λ.χ. τοῦ Υἱοῦ δὲν ἀποτελεῖ διαίρεση φύσεως, ἀλλὰ ἀπόρρητη φανέρωση σχέσεως.
Οὔτε διαιροῦνται, οὔτε ταυτίζονται τὰ θεῖα πρόσωπα.
Οὔτε συγχέονται, οὔτε διασπῶνται.
Ἀλληλοπεριχωροῦνται.
Αὐτὸ σημαίνει:
Ἑνώνονται χωρὶς σύγχυση, διακρίνονται χωρὶς διάσπαση.
Ἡ τριαδικὴ κοινωνία ἀγάπης δὲν συγχέει τὶς ὑποστάσεις, οὔτε διασπᾶ τὴν ἑνότητα.
Ἡ σχέση δὲν καταλύει τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα. Ἀπεναντίας, τὴν θεμελιώνει.
Διότι ἡ ἑνότης δὲν προηγεῖται τῆς σχέσεως ὡς αὐτάρκης οὐσία, ἀλλὰ πραγματοῦται ἐν αὐτῇ.
Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ ἀφήσουμε πρὸς τὸ παρόν· θὰ τὸ προσεγγίσουμε διεξοδικώτερα εἰς τὸν οἰκεῖον τόπον.
Ὁ Θεὸς ὑπάρχει ὡς ἀΐδιος κοινωνία ἀγάπης
Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅταν λέει στὴν πρώτη ἐπιστολή του· «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 8, 16).
Δὲν ἐννοεῖ κάποιαν ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, πολλῷ δὲ μᾶλλον τὴν οὐσία του.
Τὸ ὄνομα «ἀγάπη» δὲν εἶναι δηλωτικὸ τῆς θείας οὐσίας, ἀλλὰ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Σημαίνει τὴν ἀΐδιο σχέση ἀγάπης καὶ κοινωνίας τῶν τριῶν θείων προσώπων.
Οἱ σχέσεις αὐτὲς δὲν εἶναι ἐξωτερικές, οὔτε συμβεβηκότα ποὺ προστίθενται στὴν θεία ζωή.
Εἶναι σχέσεις ὑπαρκτικές· ταυτίζονται δηλαδὴ μὲ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη.
Εἶναι σχέσεις ἀμοιβαίας ἐνοικήσεως καὶ περιχωρήσεως, ὅπως εἴπαμε.
Συνήθως ἐννοοῦμε τὴν ἀγάπη ὡς κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ ἔξω, δηλαδὴ πρὸς τὴν κτίση.
Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ «ἀγαπῶν»· εἶναι ἀγάπη.
Εἶναι ἀΐδιος κοινωνία ἀγάπης.
Αὐτὸς εἶναι τὸ τρόπος τῆς ὑπάρξεώς του.
Τὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ
Γιὰ ὅλα αὐτὰ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀϊδιότης.
Δὲν πρέπει νὰ ἐννοοῦμε τὶς σχέσεις τῶν θείων προσώπων ὑπὸ τοὺς δικούς μας χρονικοὺς ὅρους.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀΐδιος.
Ἀεὶ Πατὴρ ὁ Πατήρ, ἀεὶ Υἱὸς ὁ Υἱός.
Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πατὴρ νὰ μὴν εἶναι Πατήρ, ἢ ὁ Υἱὸς νὰ μὴν εἶναι Υἱός.
Μὲ μᾶς δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο.
Γινόμαστε πατέρες ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννοῦμε, καὶ υἱοὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννιόμαστε.
Δὲν εἴμαστε ὑπεράνω τοῦ χρόνου — πολλῷ δὲ μᾶλλον ὑπεράνω τῆς αἰωνιότητος, ὅπως ὁ Θεὸς [6].
1. Περὶ χρόνου:
https://www.youtube.com/watch?v=XjbrlnrWlOE
https://www.youtube.com/watch?v=miw9yCgnR00&t=1s
3. Περὶ ἀϊδίου:
https://www.youtube.com/watch?
Ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος, ὑποβιβάζοντας τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ ἐπίπεδο τῶν κτισμάτων, ἔλεγε: «ἦν ποτὲ ὅτε οὐκ ἦν»· ὑπῆρξε δηλαδὴ «κάποτε» ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Υἱός.
Ἀλλ' οἱ Πατέρες ἀνεκήρυξαν τὸν Υἱὸν συναΐδιον τῷ Πατρί.
Ἀεὶ Πατὴρ ὁ Πατήρ· ἀεὶ Υἱὸς ὁ Υἱός.
Συναΐδιοι καὶ ἀχώριστοι.
Ἰδοὺ λοιπὸν ὁδὸς θεογνωσίας!
Δὲν εἶναι ὁ νοῦς ποὺ γνωρίζει τὸν Θεό, οὔτε καὶ ἡ καρδιά, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπᾶται, καὶ δι' αὐτῆς τῆς σχέσεως ταυτίζει ὀντολογικῶς τὸν ἄλλον, δηλαδὴ τὸν γνωρίζει.
Διὰ τοῦ Υἱοῦ ἀνάγεται ὁ ποθῶν πρὸς τὸν Πατέρα. Διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸν γνωρίζει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ (Ἰωάν. δ΄ 6).
Παραθέτω ἀπὸ τὴν σχετικὴ συνάφεια περισσοτέρους στίχους πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν προλεχθέντων καὶ βαθυτέρα κατανόησή τους.
«Καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε. Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ. Εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν Πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. Καὶ ἀπ' ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν. Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ Πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοὶ» (Ἰωάν. δ΄ 4-11).
Ἐπίλογος
Σὲ αὐτὴν τὴν βάση συνέθεσε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τὶς δύο παραδόσεις ποὺ ἐμνημονεύσαμε.
Τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ ἔθεσε ὡς θεμέλιον.
Διότι:
Διὰ τοῦ Λόγου φανερώνεται ὁ Πατήρ.
Διὰ τοῦ Λόγου ἀποκαλύπτεται τὸ μυστήριον τῆς ἁγίας Τριάδος.
Διὰ τοῦ Λόγου πᾶσα φύσις λογικὴ ἀνάγεται πρὸς γνῶσιν Θεοῦ.

.jpg)






.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .