Νοῦς ποὺ ἀγαπᾶ καὶ καρδιὰ ποὺ νοεῖ!
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
- Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
- Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint.
Ὁ
ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μᾶς δίδαξε ὅτι δὲν εἶναι ὁ νοῦς ποὺ γνωρίζει τὸν Θεό, οὔτε ἡ καρδιά.
Οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις δὲν ἐπαρκοῦν. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντικείμενο διανοητικῆς κατανοήσεως, οὔτε συναισθηματικοῦ βιώματος.
Γνωρίζεται ἐν Χριστῷ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς θεογνωσίας.
Μόνον αὐτὸς γνωρίζει τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα καὶ γνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Πατρὸς ὡς Υἱός. Γι' αὐτὸ εἶπε:
«Οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ, οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27).
«Καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ Υἱός, εἰ μὴ ὁ Πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ Πατήρ, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Λουκ. ι΄ 22).
Δηλαδή, κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν Υἱὸν παρὰ μόνον ὁ Πατήρ. Καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν Πατέρα παρὰ μόνον ὁ Υἱός, ἐν μέρει δὲ καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον ὁ Υἱὸς θὰ θελήσει νὰ ἀποκαλύψει [1].
[1] Ἐννοεῖται ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ παραμένει ἀπρόσιτος.
Ἄρα ἐξ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό, μόνον ὅταν γίνει μέτοχος τῆς ἀϊδίου ἀγαπητικῆς σχέσεως Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Τὸν γνωρίζει ὡς Πατέρα, ἐξ υἱοθεσίας. Ἄλλος δρόμος δὲν ὑπάρχει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ΄ 6).
Ὁ νοῦς στὴν καρδιὰ
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος γίνει μέτοχος τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς εἰσόδου του στὴν σχέση Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ μεταμορφώνονται καὶ ἑνώνονται ἐκστατικῶς, κάτι ποὺ στὴν μυστικὴ γλῶσσα τῶν νηπτικῶν Πατέρων περιγράφεται ὡς κάθοδος τοῦ νοῦ στὴν καρδιά.
Στὴν πνευματικὴ αὐτὴ κατάσταση ὁ νοῦς δὲν διανοεῖται ἁπλῶς· οὔτε ἡ καρδιὰ μόνον συναισθάνεται. Θὰ λέγαμε ὅτι·
Ὁ νοῦς γνωρίζει διὰ τῆς ἀγάπης καὶ ἡ καρδιὰ διὰ τῆς νοήσεως [2].
[2] Ἐξάπαντος ὄχι μὲ ψυχοτεχνικὲς ἀσκήσεις, κατὰ τὰ ἀποκρυφιστικὰ πρότυπα.
Τί σημαίνει ὅμως «κάθοδος τοῦ νοῦ στὴν καρδιά»; Τί ἐννοοῦν μὲ αὐτὸ οἱ θεῖοι Πατέρες;
Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐξηγηθεῖ· καὶ μάλιστα ὅταν δὲν γνωρίζουμε τὴν σημασία τῶν δύο αὐτῶν λέξεων: νοῦς - καρδιά.
Καὶ πῶς νὰ τὴν γνωρίζουμε, ὅταν αὐτὲς χρησιμοποιοῦνται μὲ τόσες σημασίες καὶ ἔννοιες!
Γι' αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακολουθήσουμε τὴν σημασιολογικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ διαδρομή τους. Εἶναι δὲ μακρὰ καὶ πολυσήμαντος ἡ διαδρομὴ αὐτή.
Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ἀρκεῖ. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο ἀπὸ μία ἁπλῆ λεξικογραφικὴ προσέγγιση. Πῶς ὅμως νὰ φθάσει κανεὶς στὸ ὅποιο βάθος, ἂν δὲν διαπεράσει τὴν ἐπιφάνεια;
Γι' αὐτὸ — καὶ ἐπειδὴ «ἀρχὴ σοφίας ἐπίσκεψις ὀνομάτων», ὅπως συχνὰ πυκνὰ θυμίζουμε — ἂς ἐξετάσουμε τὴν σημασιολογικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ πορεία τῶν λέξεων αὐτῶν.
Νοῦς
Ἡ λέξη νοῦς εἶναι συνηρημένη: νόος-νοῦς.
Τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως παραμένει ἀβέβαιον.
Ἔχουν διατυπωθεῖ πολλὲς κατὰ καιροὺς σχετικὲς θεωρίες.
Κάποιοι, ἐπὶ παραδείγματι, ἔχουν προτείνει συγγένεια τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς ρίζας no- (πρβλ. νοῦς) πρὸς τὴν ρίζα gno- (πρβλ. γιγνώσκω).
Ὅμως, παρότι ὑπάρχει σημασιολογικὴ συγγένεια, δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει καὶ ἐτυμολογικὴ ταυτότης. Σὲ ἄλλη πιθανῶς πρωτοϊνδοευρωπαϊκὴ ρίζα ἀνάγεται ὁ «νοῦς» καὶ σὲ ἄλλη τὸ «γιγνώσκω». Ἡ αἴσθηση συγγένειας προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ οἱ δύο λέξεις ἀναφέρονται στὴν γνωστικὴ πρόσληψη τῆς πραγματικότητος. Ὑπάρχει δηλαδὴ ἰσχυρὴ σημασιολογικὴ σύγκλιση στὸ πεδίο τῆς γνώσεως.
Καὶ πάλι ὅμως· τὸ γιγνώσκειν ἀναφέρεται στὴν γνώση διὰ τῆς ἐμπειρίας, τῆς διακρίσεως καὶ τῆς μαθήσεως.
Ἐνῷ τὸ νοεῖν ἀναφέρεται στὴν ἄμεση νοητικὴ σύλληψη τῆς οὐσίας.
Αὐτὴ ἡ φιλοσοφικὴ διάκριση εἶναι πολὺ σημαντικὴ γιὰ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη.
Σὲ φιλοσόφους ὅπως ὁ Παρμενίδης (ποὺ διακρίνει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν δόξα) καὶ ὁ Πλάτων (ποὺ διακρίνει τὴν νόηση ἀπὸ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν διάνοια) ὁ διαχωρισμὸς εἶναι κρίσιμος.
Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τὰ περὶ ἐτυμολογικῆς προελεύσεως στοὺς γλωσσολόγους μας — ὅταν μάλιστα πρόκειται γιὰ τόσο λεπτὲς διακρίσεις — καὶ ἂς προσανατολισθοῦμε πρὸς ἐκεῖνα ποὺ ἐνδιαφέρουν περισσότερο τὸ θέμα μας.
Σημασιολογικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ διαδρομὴ τῆς λέξεως «νοῦς»
Ὁ «νοῦς» ἔχει χρησιμοποιηθεῖ μὲ πάμπολλες σημασίες.
Οἱ λεξικογράφοι μας, παλαιοὶ καὶ νεώτεροι, τὶς καταγράφουν μὲ κάθε ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια.
Ἂς δοῦμε μερικὲς ἀπὸ αὐτές.
- Νοῦς εἶναι ἡ δύναμη τοῦ νοεῖν, ἐν διαστολῇ πρὸς τὴν δύναμη τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ τοῦ θέλειν: ἄλλο αἰσθάνομαι, ἄλλο θέλω, ἄλλο νοῶ.
Ἡ διάκριση αὐτὴ συνοψίζεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ ἀρχαῖα γνωμικὰ ὡς ἑξῆς:
«Νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει, τἆλλα τυφλὰ καὶ κωφὰ» (Ἐπίχαρμος, ἀπόσπασμα 12) [3].
[3] Κωμωδιογράφος καὶ φιλόσοφος, μαθητὴς τοῦ Πυθαγόρα (5ος αἰ. π.Χ).
Ὁ νοῦς, μᾶς λέει, εἶναι αὐτὸς ποὺ βλέπει καὶ ἀκούει, τὰ ἄλλα εἶναι τυφλὰ καὶ κωφά.
Πράγματι, πόσες φορὲς κοιτάζουμε χωρὶς νὰ βλέπουμε, καὶ ἀκοῦμε χωρὶς νὰ ἀγρικοῦμε· ἐπειδὴ ὁ νοῦς μας δὲν βρίσκεται ἐκεῖ. Εἴμαστε σωματικῶς παρόντες, τῷ δὲ νοῒ ἀπόντες. Εἶναι δυνατὸν νὰ περάσει ἕνας ἄνθρωπος δίπλα μας καὶ νὰ μὴν τὸν ἀντιληφθοῦμε, ἐπειδὴ τὸ μυαλό μας (νοῦς) εἶναι ἀλλοῦ, εἴμαστε ἀπορροφημένοι σὲ σκέψεις.
Ἄρα οἱ αἰσθήσεις ἀπὸ μόνες τους δὲν ἀρκοῦν γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν ἀλήθεια τοῦ κόσμου. Μόνο μέσῳ τῆς λογικῆς, τῆς σκέψεως καὶ τῆς συνειδητῆς παρατηρήσεως μποροῦμε πραγματικὰ νὰ «δοῦμε» καὶ νὰ «ἀκούσουμε» τί συμβαίνει γύρω μας.
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ πρόσληψη τῆς πραγματικότητος γίνεται διὰ τοῦ νοὸς καὶ ὄχι μόνον διὰ τῶν αἰσθήσεων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνεπαρκεῖς χωρὶς τὸν νοῦ.
Δὲν ὑπάρχει μόνον αἴσθησις, ἀλλὰ καὶ νόησις.
Τὸ νόμισμα καὶ ὁ σκύλος
Ὅταν ἐμεῖς βλέπουμε ἕνα νόμισμα δὲν ἀντιλαμβανόμαστε μόνο τὴν παρουσία του ὡς χάρτινου ἢ μεταλλικοῦ ἀντικειμένου. Συλλαμβάνουμε συγχρόνως καὶ ἄλλα στοιχεῖα· τὴν ἀξία του, τὴν χρησιμότητά του κ.λπ. Κάνουμε ὑπολογισμούς, συγκρίσεις καὶ πολλοὺς ἄλλους συσχετισμούς.
Τὴν ἴδια στιγμή, ὁ σκύλος μας βλέπει μόνο χαρτὶ ἢ μέταλλο.
Χωρὶς νοητικὴ ἐπεξεργασία, ἡ ἐμπειρία εἶναι «τυφλὴ» καὶ «κωφή».
«Τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ», λέει ὁ Οἰδίπους Τύραννος στὴν ὁμώνυμη τραγωδία τοῦ Σοφοκλῆ (στίχ. 371)· εἶσαι τυφλὸς καὶ στὰ αὐτιὰ καὶ στὸν νοῦ καὶ στὰ ὄμματα.
Τὰ λόγια αὐτὰ βέβαια ἀπευθύνονται μὲ περισσὴ αὐθάδεια καὶ ἀλαζονεία πρὸς τὸν τυφλὸ σεβάσμιο γέροντα, τὸν μάντη Τειρεσία.
Ἀποκομμένα ὅμως ἀπὸ τὴν δραματική τους συνάφεια, ἔχουν ἀποκτήσει γνωμικὸ χαρακτῆρα, καθὼς συμπυκνώνουν τὴν τραγικὴ ἰδέα ὅτι ὑπάρχει καὶ νοητὴ τύφλωση (τύφλωση τοῦ νοοῦ), τόσο πραγματικὴ ὅσο καὶ ἡ σωματική, ἀσυγκρίτως δὲ ζημιωτέρα [4].
[4] Ὁ στίχος χρησιμοποιεῖται ὡς κλασικὸ παράδειγμα παρηχήσεως τοῦ φθόγγου /τ/.
Ἡ γνώμη ὅτι ἡ κατανόηση τῆς ζωῆς προϋποθέτει πνευματικὴ διαύγεια καὶ καθαρότητα νοῦ ἀπηχεῖται σὲ πολλὲς παραδόσεις.
Στὸν Παρμενίδη λ.χ. ἡ ἀλήθεια προσεγγίζεται διὰ τῆς νοήσεως καὶ ὄχι διὰ τῶν αἰσθήσεων.
Στὸν Πλάτωνα (ἰδίως σ' αὐτὸν) διακρίνεται ἔντονα ὁ νοητὸς ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο.
Στὸν Ἀριστοτέλη ὁ νοῦς ἀποτελεῖ τὴν ἀνωτέρα γνωστικὴ δύναμη.
Γενικῶς, ὁ νοῦς εἶναι δύναμη ποὺ ἀντιλαμβάνεται καὶ κρίνει.
«Νόῳ λαμβάνω τι», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι· δηλαδὴ μὲ τὸν νοῦ ἀφομοιώνω κάτι, ἔτσι ἀντιλαμβάνομαι τὴν πραγματική του σημασία.
«Νοῦν ἔχω»· εἶμαι συνετός, ἔχω ἐπίγνωση — ἀλλὰ καὶ ἔχω στραμμένη τὴν προσοχή μου σὲ κάτι.
Σήμερα λέμε· «νά 'χεις τὸν νοῦ σου»· ἢ πιὸ λιτά· «τὸν νοῦ σου!» δηλαδὴ πρόσεχε, ἢ φρόντιζε γιὰ κάτι· π.χ. «προσοχὴ στὰ παιδιά!»
Ὑπάρχει βέβαια καὶ κάτι βαθύτερο ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα τοῦ νοῦ.
Ὁ Κύριος ἐξήγησε στοὺς μαθητὲς ὅτι μιλάει μὲ παραβολές, ὥστε κάποιοι «βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ ἀκούωσι μηδὲ συνῶσι»· δηλαδὴ ἐνῷ βλέπουν, νὰ μὴ βλέπουν· καὶ ἐνῷ ἀκοῦν, νὰ μὴ ἀκοῦν καὶ νὰ μὴ κατανοοῦν.
Σ' αὐτοὺς ἐπαληθεύται πλήρως ἡ προφητεία τοῦ Ἡσαΐου: «ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε»· θὰ ἀκούσετε μὲ τὰ αὐτιά σας καὶ δὲν θὰ κατανοήσετε, καὶ θὰ δεῖτε μὲ τὰ μάτια σας, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀντιληφθεῖτε.
Γιατί θὰ συμβεῖ αὐτό; Τὸ ἐξηγεῖ παρακάτω: «ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου»· ἔγινε σκληρὴ καὶ ἀναίσθητη ἡ καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ.
Ἴσως θὰ περιμέναμε νὰ ἔχει χρησιμοποιήσει ὁ προφήτης ἐδῶ τὴν λέξη «νοῦς», καὶ ὄχι τὴν λέξη «καρδία»· διότι ὁ νοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ «βλέπει», «ἀκούει» καὶ ἀντιλαμβάνεται.
Χρησιμοποιεῖ ὅμως τὴν λέξη «καρδία», διότι θέλει νὰ ἀναφερθεῖ ἀπ' εὐθείας στὴν αἰτία: ὅταν σκληρύνεται ἡ καρδία, καθηλώνεται ὁ νοῦς.
Ἄλλωστε, γιὰ τὴν ἀγαθὴ προαίρεση μιλάει ἐδῶ· καὶ αὐτὴ εἶναι πρῶτα ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς.
Ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ἀγαθὴ προαίρεση, παχύνεται ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, σκληρύνεται ὁ νοῦς· τότε βαρέως ἀκοῦν τὰ αὐτιά του, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἀποκάμουν.
Γι' αὐτὸ λέει παρακάτω ὁ Ἡσαΐας: «καὶ τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι, καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτοὺς (Ἡσ. ϛ΄ 9-10· πρβλ. Ματθ. ιγ΄ 13-15· Μάρκ. δ΄ 11-12· Λουκ. η΄ 10).
Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἄλλοι ἀρνητὲς τοῦ Χριστοῦ εἶχαν μπροστά τους τὸν «ὡραῖον κάλλει παρὰ πάντας βροτούς», ἔβλεπαν τὰ θαυμάσια ποὺ ἐποίει, ἄκουγαν τὴν διδασκαλία του, ὅμως «οὐκ ἠβουλήθησαν συνιέναι» (δὲν θέλησαν νὰ καταλάβουν).
Δὲν ἦταν τυφλοί, δὲν ἦταν κωφοὶ — καὶ ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν. Ὁ νοῦς τους ἦταν παρών, ὀξύτατος μάλιστα εἰς τὸ κατακρῖναι τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου.
Ἦταν ὅμως σκληρός· σκληρὸς καὶ ἀμετακίνητος. Σκληρός, διότι εἶχε σκληρυνθεῖ πρῶτα ἡ καρδιά τους· καὶ αὐτὸ εἶναι θέμα προαιρέσεως.
Ὑπάρχει συνεπῶς κάποιος σπουδαιότερος ρόλος γιὰ τὸν νοῦ ἀπὸ τὸ νὰ ἀντιλαμβάνεται ἁπλῶς τὰ αἰσθητὰ ἢ νὰ συλλαμβάνει ἔννοιες καὶ ἰδέες, ὅπως θὰ ὑποστήριζαν οἱ φιλόσοφοι. Ἀλλὰ θὰ μιλήσουμε γι' αὐτά.
Τώρα ἂς συνεχίσουμε μὲ τὶς σημασίες ποὺ προσέλαβε κατὰ καιροὺς ἡ λέξη «νοῦς».
- Χρησιμοποιήθηκε καὶ μὲ τὶς ἔννοιες τῆς φρονήσεως, τῆς σωφροσύνης, τῆς κρίσεως, τῆς περισκέψεως, τῆς σοφίας, τῆς ὀξυδερκείας, ἀκόμη καὶ τοῦ πνεύματος.
Ἂς δοῦμε σχετικὲς ἐκφράσεις ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία:
«Νόῳ» (δοτική)· σημαίνει μὲ νοῦ, μὲ φρόνηση.
«Τοῦ νοῦ χωρίς»· δίχως φρόνηση, δίχως λογική.
Παράδειγμα (πάλι ἀπὸ τὸν Σοφοκλῆ): «εἴ τοι νομίζεις κτῆμα τὴν αὐθαδίαν εἶναί τι τοῦ νοῦ χωρίς, οὐκ ὀρθῶς φρονεῖς (Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος 549-550)· ἂν πράγματι πιστεύεις πὼς τὸ θράσος δίχως τὴν λογικὴ εἶναι σπουδαῖο προσόν, παραλογίζεσαι (ἀπόδοση: Ἰ. Γρυπάρης - Φ. Πολίτης).
«Παρὲκ νόον»· χωρὶς νοῦ, ἀνοήτως, ἀκρίτως (Ὁμήρου Ἰλιὰς Υ 133) [5].
[5] Τὸ παρὲκ εἶναι ἄλλος τύπος τοῦ παρέξ, ποὺ στὴν κοινὴ γλῶσσα ἀπαντᾶ ὡς πάρεξ (χωρίς).
«Οὐδενὶ ξὺν νῷ»· χωρίς καμμία περίσκεψη (Πλάτωνος Κρίτων 48c).
«Μηδενὶ ξὺν νῷ»· παρόμοια ἔκφραση, ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη αὐτὴν τὴν φορὰ (Νεφέλαι 580)· χωρὶς καθόλου νοῦ, χωρὶς καμμία λογική.
«Νοῦν ἔχω» ἢ «νοῦν κέκτημαι»· εἶμαι σώφρων, ἔχω φρόνηση.
«Νοῦν ὀλίγον κεκτημένος»· ὁ ἄφρων, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει λίγο μυαλό, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα (Ἀριστοφάνους Ἐκκλησιάζουσαι 747).
«Σμικρὸς νοῦς»· μὲ τὴν ὡς ἄνω σημασία.
«Τοῦ νοῦ κενός»· ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει «κοκούτσι μυαλό», κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον.
«Οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα»· δὲν ἔχει καμμία λογική.
Τὴν παραπάνω ἔκφραση συναντοῦμε σὲ ἕναν θαυμάσιο στίχο τοῦ Σοφοκλῆ, ἀπὸ τὴν Ἀντιγόνη αὐτὴ τὴν φορά: «τὸ γὰρ περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα»· τὸ νὰ πράττεις πράγματα ποὺ ξεπερνοῦν τὸ μέτρο ἢ τὴν δύναμή σου δὲν ἔχει καμμία λογικὴ (Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη 68). Ἐξέχον εἶναι τὸ νόημα τοῦ στίχου καὶ ὑπὸ τὴν κυριολεκτικὴ σημασία τοῦ ἐπιθέτου «περισσά». Σὲ αὐτὴν τὴ περίπτωση σημαίνει: δὲν μαρτυρεῖ φρόνηση τὸ νὰ πράττεις περιττὰ πράγματα.
«Κοντὰ στὸν νοῦ κι ἡ γνώση»· δηλώνει ὅτι ἡ γνώση συνδέεται μὲ τὴν φρόνηση καὶ τὴν σύνεση.
- Ὁ «νοῦς» χρησιμοποιήθηκε καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς καρδιᾶς, ὡς ἕδρας τῶν συναισθημάτων.
Στὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου (Γ 63) διαβάζουμε: «ὣς σοὶ ἐνὶ στήθεσσιν ἀτάρβητος νόος ἐστί». Ὁ στίχος λέει ὅτι μέσα στὰ στήθη (τοῦ Ἕκτορος) κατοικεῖ ἀτρόμητος νοῦς.
Στὴν Ὀδύσσεια (Θ 78) πάλι, ὁ ποιητὴς χρησιμοποιεῖ τὴν φράση «χαῖρε νόῳ» γιὰ τὸν Ἀγαμέμνονα, ὁ ὁποῖος χάρηκε μέσα του ποὺ οἱ ἄριστοι τῶν Ἀχαιῶν φιλονικοῦσαν.
Τὸ «χάρηκε μέσα του», ὡς συναισθηματικὴ κατάσταση, ἐμεῖς θὰ τὸ συνδέαμε σήμερα περισσότερο μὲ τὴν καρδιά, καὶ ὄχι μὲ τὸν νοῦ.
«Ἐκ παντὸς νόου»· ἐξ ὅλης καρδίας.
Ὁ «νοῦς» ἀκόμη ἀπαντᾶ καὶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἤθους:
- Ὅταν ἡ λέξη συντάσσεται μὲ ἀπαρέμφατο, δηλώνει σκοπό:
«Ἐν νόῳ ἔχω ἢ νοῦν ἔχω εἰπεῖν ταῦτα»· ἔχω σκοπό, προτίθεμαι νὰ πῶ αὐτά.
- Μὲ τὴν ἔννοια τοῦ διανοήματος, τῆς σκέψεως:
- Μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νοήματος μιᾶς λέξεως, φράσεως κ.λπ.
Διαβάζουμε στὸν Ἡρόδοτο (7.162.2): «οὗτος δὲ ὁ νόος τοῦ ῥήματος, τὸ ἐθέλει λέγειν»· αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως, τὸ τί ἤθελε νὰ πεῖ.
Ρωτάει καὶ ὁ Ἀριστοφάνης κάπου γιὰ τὸ νόημα ἑνὸς λόγου, ποὺ τοῦ φάνηκε μάλιστα ἀστεῖος: «γέλοιον ἂν φαίνοιτο, νοῦν δ᾽ ἔχει τίνα;» δηλαδὴ εἶναι ἀστεῖο, ἀλλὰ τί σημαίνει; (Βάτραχοι 1439)
- Ὁ «νοῦς» χρησιμοποιεῖται, ὅπως εἴπαμε, καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς κρίσεως.
- Ἐπίσης καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς εὐφυΐας.
- Συνεκδοχικῶς ὁ «νοῦς» δηλώνει πρόσωπο μὲ ἀνεπτυγμένες διανοητικὲς ἱκανότητες, μὲ δύναμη καὶ βάθος σκέψεως, μὲ σοφία.
Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ χρησιμοποιεῖται καὶ στὸν πληθυντικό: «νόες». Μεγάλοι νόες εἶναι οἱ μεγάλες διάνοιες, ὅπως ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Μ. Βασίλειος κ.ἄ.
«Νόες» [6] ὀνομάζουμε καὶ τοὺς ἀγγέλους — νοερὲς δυνάμεις· ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι ἄϋλες.
[6] Πολλοὶ ἀπορρίπτουν ὡς γραμματικὸ τύπο τὴν λέξη «νόες», διότι δὲν ἀκολουθεῖ τὴν ἀκρίβεια, ἀλλὰ λέγεται «παρὰ ἀναλογίαν»· καθ' ὅσον ἡ ὀνομαστικὴ πληθυντικοῦ τοῦ νοῦς εἶναι νοί, τοῦ δὲ νόος εἶναι νόοι.
- Ὁ «νοῦς» δηλώνει ἐπίσης πολλὲς φορὲς τὴν ἰδιαίτερη πνευματικὴ ἐνασχόληση κάποιου μὲ ἕνα ἀντικείμενο (ἰδιοφυῆ δραστηριότητα).
- Πολὺ συχνὴ εἶναι καὶ ἡ χρήση τῆς ἐκφράσεως «κοινὸς νοῦς».
Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ὁ νοῦς ταυτίζεται μὲ τὴν διάνοια.
Ὑπὸ τὴν ἴδια σημασία (τῆς διανοίας) χρησιμοποιοῦμε ἐκφράσεις ὅπως·
«Ἀκονίζω τὸν νοῦ».
«Ὀξύνω τὸν νοῦ».
Γνωστὸ τὸ γνωμικὸ «νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ»· ἡ σωματικὴ καὶ ἡ πνευματικὴ ὑγεία εἶναι ἀλληλένδετες.
- Ἐδῶ ὁ νοῦς ἔχει τὴν σημασία τοῦ πνεύματος.
- Ἀλλοῦ χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τῆς φαντασίας.
Ἄλλες γνωστὲς ἐκφράσεις:
«Ἔχω κατὰ νοῦν»· σκοπεύω, προτίθεμαι — δηλώνει ψυχικὴ διάθεση, τάση.
«Βάζω μὲ τὸν νοῦ μου»· σκέπτομαι, στοχάζομαι, ἀναλογίζομαι, φαντάζομαι.
«Χάνω τὸν νοῦ μου»· ἐκπλήσσομαι σφόδρα, σαστίζω, τὰ χάνω.
«Ὄξω νοῦ καὶ πέρα βρέχει»· δηλώνει ἀδιαφορία.
«Ὁ νοῦς (μυαλὸ) πάντα πάει στὸ κακό».
«Ποῦ τρέχει (ἢ ποῦ γυρίζει) ὁ νοῦς σου;» (ἡ σκέψη σου δηλαδὴ)
«Ὁ νοῦς μου τρέχει στὰ περασμένα».
«Φέρνω στὸν νοῦ μου».
«Μοῦ 'ρχεται στὸν νοῦ».
«Κάτι περναει ἀπ' τὸν νοῦ μου» (= ἀπ' τὸ μυαλό μου).
«Ὅσα βάζει ὁ νοῦς».
«Βγάλ' το ἀπ' τὸν νοῦ σου» (= ἀπ' τὸ μυαλό σου).
«Τοῦ πῆρε τὸν νοῦ» (μυαλά)· τὸν ξεμυάλισε, τὸν ἔκανε νὰ χάσει τὰ λογικά του, τὸν γοήτευσε.
«Δὲν τὸ χωράει ὁ νοῦς μου».
«Ψήλωσε ὁ νοῦς του»· ἔχει μεγάλες φιλοδοξίες, στοχεύει πολὺ ψηλά.
«Κοντὰ στὸν νοῦ κι ἡ γνώση (γιὰ πράγματα εὐνόητα).
«Ὁ νοῦς του κατεβάζει».
Καὶ ἄλλες ἀμέτρητες.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .