Κανένας δὲν πιστεύει μὲ τὸ ζόρι
π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο
Π
ολλοὶ λένε ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἐμπιστοσύνη· σὰν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ μικροῦ παιδιοῦ πρὸς τοὺς γονεῖς.
Αὐτὸ φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως σωστό, ἀκούγεται καλὰ στ' αὐτιά μας· ὅμως ἐνέχει τὸν κίνδυνο τῆς ἀναγκαιότητος.
Διότι τὸ παιδὶ ἐμπιστεύεται τοὺς γονεῖς του βάσει τῆς ἐμπειρίας ποὺ ἔχει ὅτι ἐκεῖνοι τὸ ἀγαποῦν καὶ τὸ φροντίζουν. Ἔχει δηλαδὴ μία ψυχολογικὴ βάση· στηρίζεται στὴν βεβαιότητα ποὺ τοῦ προσφέρουν οἱ βιωματικὲς ἐπαληθεύσεις.
Καὶ στὴν πίστη ἰσχύει μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ τὸ ἴδιο.
Ὅμως ἡ πίστη δὲν ἐξαντλεῖται στὴν ἐμπειρία· τὴν ὑπερβαίνει. Εἶναι κάτι παραπάνω. Εἶναι μία στροφή, ἕνα ἅλμα, ὅπως λέγαμε καὶ τὴν περασμένη φορά· πρόκειται γιὰ κάτι πολὺ πιὸ δραματικό.
«Πιστεύω» σημαίνει ὅτι δὲν βασίζω τὴν ζωή μου σὲ καταστάσεις σίγουρες, ἐλεγχόμενες, ἐν τοῖς πράγμασι βεβαιωμένες· δὲν ἀντλῶ ἀπὸ αὐτὲς τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας.
Εἶναι μία κρίση ἡ πίστη
Εἶναι δηλαδὴ τομὴ καὶ ἀπόφαση.
Αὐτὸ τὸ ζοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἔντονα. Καλοῦνταν νὰ κάνουν αὐτὴν τὴν μεγάλη στροφὴ «ἐκ δυσμῶν πρὸς ἀνατολάς».
Ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ ἀπαρνηθοῦν τὶς οἰκογένειές τους, τὴν κοινωνία καὶ τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, μέχρι «μίσους» μάλιστα: «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι» (Λουκ. ιδ΄ 26).
Δὲν ἐννοεῖ βέβαια ἐδῶ ὁ Κύριος τὸ συναισθηματικὸ μῖσος. Οἱ παραπάνω προτάσεις ἀνταποκρίνονται στὸ σημιτικὸ (ἑβραϊκὸ ἐν προκειμένῳ) ἐκφραστικὸ ἰδίωμα. Τὸ «μισῶ» σημαίνει ὅτι βάζω σὲ δεύτερη μοῖρα, δὲν προτάσσω ἔναντι ἄλλου.
Μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε καλύτερα τὸ νόημα τοῦ χωρίου αὐτοῦ παραβάλλοντάς το μὲ τὸ ἀκόλουθο: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. ι΄ 37).
Δὲν μιλάει λοιπὸν γιὰ ψυχολογικὴ ἐχθρότητα, ἀλλὰ γιὰ ριζικὴ ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων.
Δὲν τοὺς λέει νὰ μὴν ἀποκαλοῦν «πατέρα» τὸν γονιό τους, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀπολυτοποιοῦν τὴν ἀσφάλεια τῶν βιολογικῶν σχέσεων. Ἡ βιολογικὴ πατρότης δὲν πρέπει νὰ ἀνάγεται σὲ ἀπόλυτο θεμέλιο ἀσφαλείας καὶ ταυτότητος. Πηγὴ τῆς ταυτότητός μας εἶναι ὁ οὐράνιος Πατήρ, πρὸς τὸν ὁποῖον καὶ θέλει ὁ Κύριος νὰ κατευθύνει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας μὲ τὰ λόγια αὐτά.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς κοινωνικὲς σχέσεις. Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ καλοῦνταν — ἂν δὲν ἀναγκάζονταν ἤδη λόγῳ τῶν διωγμῶν — νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἀσφάλεια τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, τῆς κοινωνικῆς ταυτότητος, τῆς πολιτειακῆς ὑποστάσεως, τῆς νομικῆς ἀναγνωρίσεως καὶ κάθε ἄλλης βάσεως σιγουριᾶς καὶ ἀσφαλείας ποὺ παρέχει ἕνα κράτος. Ἐπέλεγαν ἢ ἀναγκάζονταν νὰ ζοῦν ὡς «ἄφαντοι» [1].
Ἡ ταυτότητά μας
Ὁ καθένας σ' αὐτὸν τὸν κόσμο ἔχει μία ταυτότητα. Καὶ αὐτὴ στηρίζεται σὲ δύο βάσεις: τὴν βιολογικὴ (ὅτι ἀνήκουμε σὲ μία οἰκογένεια) καὶ τὴν κοινωνικὴ (ὅτι μᾶς ἀναγνωρίζει ἕνα κράτος). Εἶναι βάσεις ἀσφαλείας.
Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ καλοῦνταν νὰ τὶς ἐγκαταλείψουν, νὰ κάνουν τὸ μεγάλο ἅλμα, τὴν «κατὰ ἀνατολὰς» στροφή.
Μέχρι τότε οἱ σχέσεις ποὺ καθόριζαν ἀποκλειστικὰ τὴν ὕπαρξή τους ἦταν οἱ βιολογικὲς καὶ οἱ κοινωνικές· ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ εἶχαν ἀποκτήσει μὲ τὴν πρώτη (φυσικὴ) γέννησή τους καὶ ἐκεῖνες ποὺ ἡ κοινωνία ἢ τὸ κράτος ἦταν σὲ θέση νὰ τοὺς ἀναγνωρίσουν.
Μὲ τὸ βάπτισμα ἡ Ἐκκλησία τοὺς ἐντάσσει σὲ ἕνα νέο πλέγμα σχέσεων, ποὺ δὲν εἶναι βιολογικό, κοινωνικό, νομικὸ ἢ ἀκόμη καὶ ἠθικό.
Ἀπὸ αὐτὸ ἀντλοῦν πλέον οἱ πιστοὶ τὴν προσωπική τους ταυτότητα.
Οἱ ἄλλες σχέσεις δὲν παραγνωρίζονται, ὅμως παύουν νὰ ὁρίζουν ἀποκλειστικὰ τὸ εἶναι τους.
Τὸ βάπτισμα δηλαδὴ γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς ἀποτελοῦσε στροφὴ πρὸς μία νέα ταυτότητα, ἡ ὁποία δὲν στηρίζονταν πλέον σ' αὐτὸ ποὺ ὁ καθένας ἦταν πρίν, ἀλλὰ σ' αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς θέλει νὰ εἴμαστε αἰωνίως· στροφὴ ὄχι πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ πρὸς τὸ μέλλον.
Ἄρχισαν νὰ ἐπιζητοῦν τὴν μέλλουσα πολιτεία: «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14).
Βλέπουμε ὅτι τὰ λόγια τῶν Γραφῶν δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ὡραῖες ἐκφράσεις ποὺ γράφτηκαν γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν, ἀλλὰ ἐκφράζουν βιώματα, βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὴν ζωή, ὅπως λέει καὶ ὁ λαός μας.
Ἐν προκειμένῳ, βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς παρανομίας καὶ τῶν διωγμῶν ποὺ ὑφίσταντο οἱ πρῶτοι χριστιανοί.
Ὁ στίχος ποὺ μόλις ἀναφέραμε, ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, μία παράφραση τοῦ ὁρισμοῦ τῆς πίστεως. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι δὲν ἔχουμε ἐδῶ «μένουσαν πόλιν», ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἔχουμε πολιτειακὴ ὑπόσταση, ταυτότητα, διαβατήριο — ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα — ἢ κάποιο ἄλλο δημόσιο ἔγγραφο.
«Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει», θὰ μᾶς πεῖ σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του (Φιλιπ. γ΄ 20).
Ἐκεῖ ἔχουμε τὰ «πολιτικά» μας δικαιώματα.
Τὸ «ἐν οὐρανοῖς» — ποὺ τὸ λέμε καὶ στὸ «Πάτερ ἡμῶν» τόσο συχνά, ἀγνοῶντας ἴσως τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὸ βαθύτερο νόημά του — σημαίνει «ὄχι ἐπὶ τῆς γῆς».
Ἡ «πόλις» ποὺ μᾶς ἔχει πολιτογραφήσει, ποὺ μᾶς παρέχει ταυτότητα, δὲν εἶναι παροῦσα, «ἐπὶ τῆς γῆς». Εἶναι μέλλουσα, «ἐν οὐρανοῖς».
Εἶναι ἐσχατολογική, ὄχι ἐνεστῶσα πολιτεία· δὲν ἔχει ἀκόμη ἐγκαθιδρύσει τὸ πολίτευμά της μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν ἱστορία.
Πίστη καὶ ἐλευθερία
Εἴπαμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι στροφὴ πρὸς τὰ ἔσχατα.
Ἡ στροφὴ αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι διαρκής, μία ἀέναος κίνηση πρὸς τὸ μέλλον.
Δὲν εἶναι κάτι στατικὸ ἡ πίστη, καὶ δὲν γίνεται νὰ ἐξαντλεῖται στὴν ὅποια ἐμπειρία ἔχουμε ἀποκτήσει ἀπὸ τὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό.
Ἐκεῖνος πολλὲς φορὲς ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν ζωή μας, κατὰ τρόπο δραματικὸ — ὅπως ἀπουσίαζε κατὰ περιόδους καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν ἁγίων.
Τὸ κάνει γιὰ νὰ κινηθοῦμε, νὰ τὸν ἀναζητήσουμε, νὰ μὴν μείνουμε στατικοί. Δὲν θέλει μία πίστη ποὺ βασίζεται σὲ ἐμπειρικὰ δεδομένα, ὅσα κι ἂν εἶναι αὐτά, ὅσο κι ἂν εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ μᾶς τὰ ἔχει χαρίσει.
Θέλει μία πίστη ἐλεύθερη, μία σχέση ποὺ νὰ μὴ στηρίζεται σὲ κανενὸς εἴδους ἀποδείξεις. Εἶναι «ἐν τοῖς οὐρανοῖς» καὶ αὐτὸ δὲν καθορίζεται ἀντικειμενικῶς (ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν οἰκογένεια καὶ τὸ κράτος)· ὑπερβαίνει τὴν ὅποια ἐμπειρία μας.
Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ ἀπάντηση στὸ ἑξῆς εὔλογο ἐρώτημα: «δὲν ἀποτελεῖ βάση τῆς πίστεως τὸ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς δίνει μίαν αἴσθηση τῆς παρουσίας του μέσῳ τῆς φύσεως, μᾶς παρέχει κάποιες ἱστορικὲς ἀποδείξεις τῆς ὑπάρξεώς του μέσῳ τῶν θεοφανειῶν τῆς Π.Δ. καὶ κυρίως μέσῳ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ Υἱοῦ του στὴν γῆ, ὅπως ἐπίσης καὶ μέσῳ τῶν ἁγίων του μυστηρίων;»
Ὁπωσδήποτε δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἀρνηθοῦμε ὅλα αὐτά. Ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ διαρκῶς σὲ μεγαλύτερα ἅλματα, τοποθετεῖ κάθε φορὰ τὸν πῆχυ ψηλότερα. Δὲν εἶναι στατικὴ κατάσταση ἡ πίστη (ὅπως καὶ ἡ γνώση καὶ ἡ ἀγάπη κ.λπ.). Τίποτε δὲν ἔχει στατικὸ χαρακτῆρα στὴν πνευματικὴ ζωὴ — καὶ ὄχι μόνον σ' αὐτήν.
Λέει ὁ Χριστὸς στὸν Θωμᾶ: «Ἔλα, δές, γιὰ νὰ πιστεύσεις»· ἀλλὰ «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ΄ 29).
Δὲν θέλει νὰ πιστεύουμε ἀναγκαστικά, μὲ βάση τὴν πειθώ, τὴν πειστικότητα· θέλει νὰ πιστεύουμε ἐλεύθερα. Τὸν ἐνδιαφέρει πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία. Διότι πρῶτος αὐτὸς σέβεται ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἔδωσε ὡς κατ’ εἰκόνα του, τὴν ἐλευθερία δηλαδή. Νοιάζεται πολὺ γι’ αὐτό.
Ἐὰν μὲ πιστεύσεις, λέει, ἐπειδὴ μὲ βλέπεις, τότε χάνεις τὴν ἐλευθερία σου, καὶ αὐτὸ δὲν τὸ θέλω. Χάνεις τὴν ἐλευθερία σου, διότι μὲ γνωρίζεις ὡς ἀντικείμενο καὶ μὲ πιστεύεις ὡς ἀντικείμενο. Ἀλλὰ τὰ ἀντικείμενα δὲν τὰ πιστεύουμε, τὰ γνωρίζουμε. Δὲν ἔχει νόημα λοιπὸν μία τέτοια πίστη· μᾶλλον δὲ περὶ ἀπουσίας τῆς πίστεως πρόκειται.
Ἂς σκεφθοῦμε τὸ ἑξῆς. Ἐὰν ὁ Χριστὸς κατέβαινε ἀπὸ τὸν Σταυρό, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ζητοῦσαν γιὰ νὰ τὸν πιστεύσουν, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν ἀρνηθεῖ;
Ἐὰν πάλι, μετὰ τὴν ἀνάστασή του παρέμενε στὴν γῆ καὶ ἔδειχνε σὲ ὅλους τὰ σημάδια τῶν ἥλων καὶ τῆς λόγχης, θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴ πιστεύσει κανείς;
Γιὰ νὰ ποῦμε βέβαια τὴν ἀλήθεια, δὲν θὰ ἔλειπαν καὶ πάλι οἱ ἀρνητές, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἐπινοοῦσαν χίλια δυὸ γιὰ νὰ ἑμηνεύσουν τὴν παρουσία του.
Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν θέλει αὐτό· θέλει τὴν ἐλεύθερη πίστη καὶ ἀποδοχή. Γι' αὐτὸ καὶ ἀνελήφθη.
Ἀνελήφθη γιὰ νὰ ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ Πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας. Ἐν ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύουμε, ἐν ἐλευθερίᾳ, ἄνευ σημείων καὶ ἀποδείξεων.
Πιστεύουμε ὄχι ἐπειδὴ βλέπουμε, ἀλλ' ἐπειδὴ θέλουμε.
Δίνει ὁ Θεὸς σημεῖα τῆς παρουσίας του καὶ τῆς ὑπάρξεώς του, χωρὶς ὅμως δέσμευση· τὰ δίνει μὲ τρόπο ποὺ νὰ μπορεῖς νὰ πεῖς ὄχι, ἐὰν τὸ ἐπιθυμεῖς.
Αὐτὸ ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι καὶ ὅσοι τὸν ἀγνόησαν. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ κάνει καὶ ὁ Παῦλος, ὅταν στὸν δρόμο πρὸς τὴν Δαμασκὸ εἶδε τὸ γνωστὸ ἐκεῖνο ὅραμα. Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἦταν μία φαντασία.
Στηρίζεται λοιπὸν ἡ πίστη σὲ μαρτυρίες τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ· ὅμως αὐτὲς δὲν δεσμεύουν ἐπ' οὐδενὶ τὴν ἐλευθερία μας.
Πιστεύουμε καὶ ὅταν ἀπουσιάζουν αὐτὲς οἱ μαρτυρίες, εἰς πεῖσμα μάλιστα τῆς ἀπουσίας τους κάποτε. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Θεὸς σιωπᾶ καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν ζωή μας, καὶ ὅταν καμμία ἀπόκριση δὲν παίρνουμε στὶς προσευχές μας, καὶ ὅταν πουθενὰ δὲν αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία του καὶ ὅλα μέσα μας ἀρχίζουν νὰ φωνάζουν δυνατὰ πὼς δὲν ὑπάρχει, ἐμεῖς δὲν παύουμε νὰ τὸν πιστεύουμε καὶ νὰ τὸν ἀγαποῦμε. Ἔστω καὶ ἂν τὰ ἀντίθετα μᾶς λέει ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐμπειρία, ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι εἶναι δίπλα μας καὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Μᾶς ἀγαπᾶ ὅ,τι καὶ νὰ γίνει. Ὅσες ἀποδείξεις καὶ ἐὰν ἔχουμε περὶ τοῦ ἀντιθέτου, ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει.
Αὐτὸ εἶναι πίστη· νὰ κάνεις τὸν Θεὸ ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ὑπάρξεώς σου, νὰ μὴ μπορεῖς νὰ ὑπάρχεις χωρὶς αὐτόν, χωρὶς τὴν παρουσία του. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ.
Διότι, ἂς τὸ ἐπαναλάβουμε, ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀποκαλύπτεται μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε· «ὄχι, δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ὕπαρξή σου». Πάντα ἀφήνει περιθώρια ἀρνήσεως. Ἔτσι, καὶ αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ πιστεύσει ἔχει τὶς μαρτυρίες, καὶ αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἀρνηθεῖ ἔχει τὶς ἀφορμές. Πλήρης σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας! δηλαδὴ τοῦ κατ’ εἰκόνα.
Καὶ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἴδιο συμβαίνει. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι παράδοξα. Ὅταν ὁ Χριστὸς προσφέρεται ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, δὲν ἐπιβάλλει σὲ κανέναν τὴν ἀναγνώρισή του.
Τὰ θαύματα τῶν ἁγίων ἐπίσης γίνονται μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἀφήνουν κάθε φορὰ περιθώρια ἀμφισβητήσεως σὲ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς δὲν πρέπει ποτὲ νὰ πιέζουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστεύσουν σώνει καὶ καλὰ στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ ἕνα ὀφθαλμοφανὲς θαῦμα. Οὔτε καὶ θὰ πρέπει νὰ ρίχνουμε τόσο πολὺ βάρος στὶς θαυματουργικὲς ἐνέργειες, χρησιμοποιῶντας αὐτὲς ὡς ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν κάποτε οἱ χριστιανοὶ μιᾶς πόλεως εἶδαν νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στήλη φωτὸς ἐπάνω στὸ λείψανο ἑνὸς ἁγίου, ποὺ μόλις εἶχε μαρτυρήσει, τὸ ἐξέλαβαν φυσικὰ ὡς θαῦμα. Ὁ ἀγᾶς ὅμως εἶπε ὅτι ἦταν μαγικὸ τέχνασμα!
Τί ὠφελοῦν οἱ ἀποδείξεις; Ἡ πίστη εἶναι πέρα καὶ πάνω ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε βιωματικὴ ἐμπειρία.
Δὲν εἶναι ὅμως ἡ πίστη τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τοῦ χριστιανικοῦ βιώματος.
Κάποτε θὰ καταργηθεῖ, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Κάποτε τὰ «μὴ βλεπόμενα» θὰ γίνουν «βλεπόμενα» καὶ τὰ «ἐλπιζόμενα» θὰ γίνουν πράγματα (πραγματικότης).
Ποῦ νὰ στηρίξει κανεὶς τὴν πίστη τότε; Θὰ ἐκλείψει ὁ λόγος τῆς πίστεως κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα.
Διότι, ἡ πίστη στηρίζεται στὴν κατάσταση τῶν «ἐλπιζομένων» καὶ «οὐ βλεπομένων»· αὐτὰ μᾶς καλεῖ νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς ὄντα, ὡς ὑφιστάμενα.
Τότε μόνον ἡ ἀγάπη θὰ ὑπάρχει (βλ. Α΄ Κορ. ιγ΄ 8, καὶ ὅλη τὴν συνάφεια).
Διότι, ἡ ἀγάπη εἶναι, θὰ λέγαμε, ἡ συνεκτικὴ ὕλη τοῦ σύμπαντος κόσμου· εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀϊδίως ὑπάρχει ὁ τριαδικὸς Θεὸς ὡς κοινωνία προσώπων καὶ κοινότης ζωῆς· ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ ὑπάρχουμε, συνέχοντας ὅλη τὴν κτίση.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .