Σκεπάζοντας τον αδελφό, ελέγχοντας τον άρχοντα. Μια αναγκαία ορθόδοξη διάκριση (Γ. Ἀποστολάκης)
Μ
ετά το πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο «Αδελφέ, φρόντισε τη σωτηρία σου», αρκετοί φίλοι μού έθεσαν ένα εύλογο ερώτημα: Αν ο χριστιανός οφείλει να σκεπάζει την αμαρτία του αδελφού του και να αποφεύγει τη διαπόμπευση του πεσμένου ανθρώπου, τι συμβαίνει όταν συναντά την αδικία στην πολιτική, στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη ή γενικότερα στην άσκηση της εξουσίας; Οφείλει και τότε να σιωπά;Η απάντηση της ορθόδοξης παράδοσης είναι σαφής: Όχι.
Εδώ χρειάζεται μία διάκριση, η οποία συχνά χάνεται ακόμη και μεταξύ καλοπροαίρετων ανθρώπων. Άλλο είναι η προσωπική αμαρτία ενός ανθρώπου και άλλο η δημόσια άσκηση εξουσίας.
Στο προηγούμενο άρθρο αναφέρθηκα στην πρώτη περίπτωση. Στην πτώση ενός ανθρώπου, κληρικού ή λαϊκού. Εκεί η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να γινόμαστε εισαγγελείς των αδελφών μας ούτε να μετατρέπουμε την αμαρτία τους σε δημόσιο θέαμα. Ο σκοπός είναι η μετάνοια, η θεραπεία και η σωτηρία του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο αββάς Αμμωνάς στο Γεροντικό κάθισε πάνω στο πιθάρι όπου κρυβόταν η γυναίκα του αμαρτήσαντος μοναχού. Δεν αρνήθηκε την αμαρτία. Αρνήθηκε όμως να συμμετάσχει στη δημόσια διαπόμπευση του αδελφού του.
Όταν όμως περνάμε από την προσωπική ζωή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, τα πράγματα αλλάζουν.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων του Θεού που ύψωσαν τη φωνή τους απέναντι στην αδικία. Ο προφήτης Νάθαν έλεγξε τον βασιλιά Δαβίδ. Ο Ηλίας στάθηκε απέναντι στον Αχαάβ. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήλεγξε τον Ηρώδη. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήλεγξε την αυτοκρατορική εξουσία. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής συγκρούστηκε με αυτοκράτορες. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιστάθηκε σε αυτοκρατορικές επιλογές που θεωρούσε επιζήμιες για την αλήθεια της πίστεως.
Η Ορθοδοξία ουδέποτε δίδαξε τη σιωπή απέναντι στην αδικία. Αντίθετα, πολλές φορές η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή.
Ο χριστιανός πολίτης έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να ελέγχει τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την κατάχρηση εξουσίας, την παραβίαση του νόμου και κάθε μορφή αδικίας που βλάπτει το κοινωνικό σύνολο.
Υπάρχει όμως και εδώ ένα όριο. Ο έλεγχος δεν πρέπει να γεννιέται από μίσος. Δεν πρέπει να γίνεται από εμπάθεια. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εκδίκηση.
Διότι η ορθόδοξη παράδοση διακρίνει αυστηρά την κρίση από την κατάκριση. Η κρίση αφορά τις πράξεις. Η κατάκριση αφορά το πρόσωπο. Η κρίση εξετάζει αν μια πράξη είναι δίκαιη ή άδικη. Η κατάκριση αποφασίζει ότι ο άλλος είναι οριστικά ανάξιος, κακός ή χαμένος.
Η πρώτη αποτελεί συχνά καθήκον. Η δεύτερη αποτελεί πνευματικό κίνδυνο.
Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να πολεμά την αδικία χωρίς να μισεί τον άδικο. Να αποκαλύπτει το ψεύδος χωρίς να χάνει την αγάπη προς τον άνθρωπο. Να ζητά λογοδοσία χωρίς να ζητά εκδίκηση. Να υπερασπίζεται την αλήθεια χωρίς να δηλητηριάζεται από το πάθος.
Η στάση αυτή δεν είναι εύκολη. Είναι πολύ ευκολότερο είτε να σωπαίνεις είτε να μισείς.
Η Εκκλησία όμως ζητά κάτι δυσκολότερο: Να μην σωπαίνεις μπροστά στο κακό. Αλλά και να μη χάσεις την ψυχή σου πολεμώντας το.
Αυτό είναι το μέτρο των αγίων. Και ίσως αυτό να συνοψίζεται σε μία μόνο φράση: Να σκεπάζουμε τον αμαρτωλό, αλλά να ελέγχουμε την αδικία.
Ή ακόμη καλύτερα: Να ελέγχουμε αμείλικτα την αδικία, χωρίς ποτέ να πάψουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .