Πῶς γίνεται ἕνας θεολόγος νὰ εἶναι ἄθεος;


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint, ποὺ προβάλλονται στὸ βίντεο.
Μπορεῖτε νὰ τὴν παρακολουθήσετε στὴν παρακάτω διεύθυνση.
➡️ Πατῆστε ἐδῶ γιὰ τὸ βίντεο


Π

ροσεγγίζοντας ἑρμηνευτικὰ τὴν πρώτη λέξη τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τὸ ρῆμα «πιστεύω», ἑστιάσαμε κυρίως στὴν σχέση τῆς πίστεως μὲ τὴν γνώση.

Εἴπαμε ὅτι στὴν σφαῖρα τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ ἡ γνώση ἀντικαθιστᾶ τὴν πίστη. Ὅταν γνωρίζεις, παύεις νὰ πιστεύεις· ἤ, γιὰ νὰ τὸ διατυπώσουμε καλύτερα, ὅσο γνωρίζεις τόσο παύεις νὰ πιστεύεις· τὸ ἔδαφος ποὺ κερδίζει ἡ γνώση τὸ χάνει ἡ πίστη. 

Πάντως, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ ὑποπίπτουν στὶς αἰσθήσεις ἢ συλλαμβάνονται ἀπὸ τὸν νοῦ, δὲν λέμε «πιστεύω», λέμε «γνωρίζω»  ἂν καὶ ἡ πίστη πάντα ἔχει τὸν χῶρο της· πάντα πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει κάτι βαθύτερο, τὸ ὁποῖο καὶ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε ἐρευνῶντας.

Στὴν πνευματικὴ ὅμως σφαῖρα ἡ πίστη καὶ ἡ γνώση συμπορεύονται· διότι καὶ οἱ δύο ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπτική. Τὸ εἴδαμε αὐτὸ ἑρμηνεύοντας τὸν «ὁρισμὸ» τῆς πίστεως ποὺ μᾶς παραδίδει ἡ Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή. Ἡ πίστη, εἴπαμε, ἀποτελεῖ μορφὴ γνώσεως.

Ἄλλο ἡ φυσικὴ λοιπὸν καὶ ἄλλο ἡ πνευματικὴ γνώση.

Καὶ γιὰ νὰ ἔλθουμε πιὸ κοντὰ στὴν σκέψη τῶν Πατέρων, ἄλλος ὁ τρόπος γνώσεως τῶν κτιστῶν καὶ ἄλλος ὁ τρόπος γνώσεως τῶν ἀκτίστων· ἄλλο ἡ ἔρευνα τῶν μέν, ἄλλο ἡ ἐμπειρία τῶν δέ.

Τὴν διάκριση αὐτὴν δὲν ἀκολούθησε ἡ δυτικὴ χριστιανικὴ παράδοση, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σχολαστική, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν πολυσυζητημένη «σύγκρουση ἐπιστήμης καὶ θρησκείας».

Ἀναπόφευκτο, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐφαρμόσθηκε ἡ ἴδια μέθοδος καὶ γιὰ τὴν γνώση τῶν κτιστῶν ὄντων καὶ γιὰ τὴν γνώση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ (θεογνωσία).

Μπορεῖ ὅμως ἡ ἴδια γνωσιολογικὴ μέθοδος ποὺ ἐφαρμόζεται στὶς ἐπιστῆμες καὶ στὴν φιλοσοφία νὰ ἐφαρμόζεται καὶ στὴν θεολογία;

Ἂν πρόκειται γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ (ἀκαδημαϊκὴ) θεολογία, ναί.

Ἂν πρόκειται ὅμως γιὰ τὴν χαρισματικὴ θεολογία, ἡ ἀπάντηση εἶναι ὄχι [1].

[1] Ἔχουμε κάνει λόγο περὶ διακρίσεως χαρισματικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς θεολογίας (βλ. ὁμιλία μὲ τίτλο «Μέγα χάρισμα ἡ θεολογία!»  ὑπ' ἀριθμ. 3).

Ἔχοντας ὑπ' ὄψιν τους αὐτὸ οἱ θεῖοι Πατέρες ἐφήρμοσαν τὴν διττὴ (διπλὴ) μεθοδολογία γνώσεως (ἄλλη γιὰ τὰ κτιστά, ἄλλη γιὰ τὰ ἄκτιστα) καὶ ὄχι τὴν μία καὶ ἑνιαία τοῦ σχολαστικισμοῦ.

Γιατί ὁ σχολαστικισμὸς ἀκολούθησε ἄλλην ὁδό;

Γιατί δὲν ἔκανε τὴν διάκριση χαρισματικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς θεολογίας;

Διότι δὲν ἔκανε πρῶτα τὴν διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό.

Ἡ μία διάκριση στηρίζεται πάνω στὴν ἄλλη; Ἡ θεολογία εἶναι οἰκοδόμημα, καὶ ἡ σημασία τῶν διακρίσεων στὴν θεμελίωση καὶ συγκρότηση αὐτοῦ τοῦ οἰκοδομήματος εἶναι τεράστια. Ὅταν δὲν γίνεται κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς διακρίσεις, τὸ οἰκοδόμημα τῆς θεολογίας καταρρέει.

Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεὸ εἶναι καίριας σημασίας. Μετὰ τὴν διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, εἶναι ἡ πλέον πρωταρχικὴ καὶ θεμελιώδης στὴν θεολογία. Θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ τὴν προσεγγίσουμε διεξοδικὰ κάποια στιγμή.

Ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σχολαστικὴ θεολογία δὲν ἔκανε τὴν διάκριση αὐτή, διότι φοβήθηκε μήπως χαθεῖ ἔτσι ἡ ἁπλότης τῆς θείας φύσεως, μήπως φανεῖ ὁ Θεὸς σύνθετος, κάτι ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε, κατ' αὐτούς, στὴν διθεΐα. 

Δὲν μπόρεσαν οἱ σχολαστικοὶ θεολόγοι νὰ κατανοήσουν πῶς ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἄκτιστος, μπορεῖ νὰ εἶναι παρὼν μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο. 

Ἔτσι, κάθε «σημάδι» τῆς θείας παρουσίας μέσα στὴν κτίση  αὐτὸ ποὺ στὴν ὀρθόδοξη θεολογία ὀνομάζουμε «θεοφάνεια» — εἶναι γι’ αὐτοὺς σύμβολο καὶ ὁπωσδήποτε κάτι κτιστό. 

Σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπόρεσαν νὰ δεχθοῦν ὅτι τὸ ἄκτιστο εἰσχωρεῖ στὸ κτιστὸ καὶ ἑνώνεται μαζί του. 

Γιὰ τοὺς σχολαστικοὺς ἡ θεία χάρις εἶναι κτιστή. 

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἐνέργειες τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ εἶναι κτιστές. 

Τὸ φῶς ποὺ ἔλαμψε κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στὸ ὄρος Θαβὼρ εἶναι κτιστὸ [2]. 

[2] Ἔγινε πολὺς λόγος κατὰ τὸν ιδ΄ αἰῶνα μεταξὺ ἡσυχαστῶν καὶ σχολαστικῶν γιὰ τὸ Θαβώριον φῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διετύπωσε μὲ τὸν πιὸ προσφυῆ τρόπο τὴν περὶ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ θεολογία.

Ἂν ὅμως τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι κτιστό, δηλαδὴ βρίσκεται μέσα στὴν κοσμικὴ πραγματικότητα, τότε εἶναι ἐπιστητό.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ γίνει ἀντικείμενο ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, νὰ μελετηθεῖ μὲ τὸν τρόπο καὶ τὴν μέθοδο ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὶς θύραθεν ἐπιστῆμες στὴν ἔρευνα τῶν κτιστῶν πραγμάτων. 

Γιὰ τὸν σχολαστικισμὸ συνεπῶς τὸ ἐπιστητὸ τῆς θεολογίας εἶναι μέρος τῆς ὅλης κτιστῆς πραγματικότητος. 

Τὸ θεῖο φῶς δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θεογνωσία, ὅπως ἐμεῖς πιστεύουμε. Εἶναι μία κτιστὴ πραγματικότης, πού, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, μπορεῖ νὰ ἐρευνηθεῖ μὲ τὴν δύναμη τοῦ νοῦ καὶ τῶν συλλογισμῶν — βάζουν δηλαδὴ ἀπέναντί τους τὸ θεῖον φῶς καὶ τὸ ἐξετάζουν ὡς ἀντικείμενο. 

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ σχολαστικοὶ ἔχουν ὡς βασικὴ ἐνασχόληση τὴν διερεύνηση τῶν γενικῶν ἐννοιῶν (universalia): ὄν, οὐσία, Θεός, κόσμος, αἰωνιότης, δικαιοσύνη, σωτηρία κ.ἄ. 

Ὅ,τι ὑπάρχει ὡς ἔννοια στὸν νοῦ ὑπάρχει καὶ ἔξω ἀπ' αὐτόν, στὴν πραγματικότητα. 

Ἑπομένως, ἡ διερεύνηση καὶ ἡ γνώση τῶν ἐννοιῶν μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς πραγματικότητος. 

Τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ κανείς. Ἡ ἀναγωγὴ σ’ αὐτὸν μπορεῖ νὰ γίνει μόνον μέσῳ τῶν εἰκόνων, τῶν κτισμάτων, τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ τῆς φιλοσοφίας. 

Τὰ «μαθήματα φιλοσοφίας» κατέχουν περίοπτη θέση στὸν χῶρο τῆς σχολαστικῆς θεολογίας.

Ὅπως καταλαβαίνει κανείς, ἐδῶ κρύβεται, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἕνας ἐπικίνδυνος ἀριστοκρατισμός, ἕνας ἐλιτισμὸς τοῦ πνεύματος. Ἡ θεογνωσία γίνεται ὑπόθεση τῶν ὀλίγων, τῶν ἐκλεκτῶν, τῶν φιλοσοφούντων. Ἡ θεολογία καταντᾶ φιλοσοφία. Ἡ γνώση θηρεύεται μὲ τὴν μέθοδο τῶν ἐπιστημῶν. Γιὰ τὴν γνώση τῶν θείων δογμάτων ἀρκεῖ ἡ μεθοδικὴ χρήση τῆς λογικῆς, ἡ ἐπιμελὴς καὶ συστηματικὴ μελέτη τῶν ἐννοιῶν καὶ ἡ «ἀνάγνωση» τῶν εἰκονικῶν παραστάσεων τῶν ἱερῶν κειμένων βοηθητικῶς

Κοινὲς ἔννοιες καὶ ἱερὰ κείμενα εἶναι γιὰ τοὺς σχολαστικοὺς τὸ ἐπιστητὸν τῆς θεολογικῆς ἐρεύνης. Ὁ οἱοσδήποτε φωτισμὸς τῆς θείας χάριτος  ποὺ γι’ αὐτοὺς εἶναι κτιστὴ καὶ ὄχι ἄκτιστη, ὅπως εἴπαμε  δὲν προσφέρει τίποτε ἄλλο παρὰ ὑπερφυσικὴ ἐνίσχυση τῶν ἱκανοτήτων τοῦ νοῦ στὴν κατανόηση τῶν κοινῶν ἐννοιῶν καὶ τῶν ἱερῶν κειμένων. 

Τὰ «νοήματα», τὰ «νοούμενα», τὰ «θεωρήματα», ὅπως λέγονται, φαίνεται νὰ κατανοοῦνται ὡς κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ Θαβώριον φῶς, ἀφοῦ τὸ φῶς ἐκεῖνο εἶναι αἰσθητό, ἐνῷ τὰ «νοήματα» προέρχονται ἀπὸ τὴν νοοῦσα ψυχή. Δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, προικισμένη καθὼς εἶναι μὲ τὸ λόγο, βρίσκεται σὲ ἀνώτερη ἀξιολογικὴ βαθμίδα· τὸ θεῖον φῶς φαντάζει κατώτερο.

Ἡ ὀρθόδοξη ἀντίληψη

Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ὅμως ἡ θεία χάρις δὲν εἶναι κτιστή. Τὸ Θαβώριον φῶς δὲν εἶναι κτίσμα, σύμβολον ἢ φάσμα, ὅπως ἤθελε ὁ σχολαστικισμός. Εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μεταμορφώνει κάθε πτυχὴ τῆς κτιστῆς πραγματικότητος. 

Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μεταμορφώνει δυναμικὰ τὴν κτίση διὰ τῶν ἁγιοπνευματικῶν ἐνεργειῶν του, κινούμενος συγκαταβατικῶς πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸν βασιλέα της κτίσεως. 

Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πλευρά του κινεῖται μὲ ἐρωτικὴ φορὰ πρὸς τὸν δημιουργό του καὶ τοιουτοτρόπως ἀνάγεται ἀπὸ τὴν «κατὰ φύσιν» κατάστασή του εἰς τὴν «ὑπὲρ φύσιν», ἀγωνιζόμενος συγχρόνως κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ «παρὰ φύσιν». 

Ἡ συνάντηση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου συντελεῖται στὰ ὅρια τῆς κτιστότητος, σὲ κατάσταση ἀλλαγῆς καὶ μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία καὶ μᾶς ἀνάγει στὶς θεῖες ἀλήθειες καὶ στὴν θεογνωσία. 

Ἡ ἀναγωγὴ λοιπὸν καὶ ἡ θεογνωσία εἶναι θέμα μεταμορφώσεως, ὄχι συλλογισμῶν. 

Ἡ θεία χάρις δὲν ἐνισχύει ἁπλῶς τὶς αἰσθήσεις καὶ τὸν νοῦ, ἀλλὰ τὶς μεταμορφώνει ριζικῶς σὲ θεοειδεῖς πραγματικότητες, τὶς «ἀνακαινίζει», τὶς «μετασκευάζει», τὶς «ἀναβαθμίζει», ἂν θέλετε· ὄχι βέβαια ὅπως ὁρισμένοι σήμερα ὑπολαμβάνουν, ἀναβάθμιση δηλαδὴ διὰ τῆς βιοτεχνολογίας. 

Τὸ παράδειγμα τοῦ πυρακτωμένου σιδήρου

Ὁ σίδηρος, ὅταν πυρακτωθεῖδὲν μετατρέπεται σὲ πῦρ, παραμένει σίδηρος κατὰ τὴν φύση του, ὅμως μετέχει τόσο πολὺ στὴν φύση τοῦ πυρός, ποὺ ἀποκτᾶ τὶς ἰδιότητές του (φῶς, θερμότης, λάμψη). 

Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν πυρακτωθεῖ ἀπὸ τὸ πῦρ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν θεία χάρη, παραμένει μὲν ἄνθρωπος κατὰ τὴν φύση του, ὅμως μετέχοντας στὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες (ἐξάπαντος ὄχι στὴν φύση τοῦ Θεοῦ) γίνεται θεοειδής.

Στὴν κατάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι οὔτε οἱ αἰσθήσεις ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὰ πράγματα κατὰ τὸν φυσικὸ τρόπο, οὔτε ὁ νοῦς ποὺ τὰ κατανοεῖ, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ φῶς, τὸ «αὐτοπτικὸν καὶ αὐτονόητον», ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. 

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι καταργοῦνται οἱ φυσικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ ὅτι ἐνεργοῦν ὑπερφυῶς, μετέχοντας στὶς θεῖες ἐνέργειες. Ἔχουμε ὑπέρβαση δηλαδὴ καὶ ὄχι ἀκύρωση τῆς φύσεως. 

Διότι καὶ οἱ ἀπόστολοι στὸ Θαβὼρ μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος — καὶ ὄχι μόνον τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ — εἶδαν τὸ θεῖον φῶς. 

Εἶχαν βέβαια πρῶτα κεκαθαρμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεφωτισμένους ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ εἶναι δεκτικοὶ τῶν θείων ἐνεργειῶν.

Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Μωϋσῆς στὸ Σινᾶ· δὲν εἶδε συμβολικῶς τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. 

Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἅγιοι στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ὅταν θὰ λάβουν σώματα πνευματικά, κατὰ τὸν θεῖο Παῦλο· δὲν θὰ βλέπουν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ συμβολικῶς, ἀλλὰ πραγματικῶς, κατὰ τὸ μέτρον τῆς καθαρότητος καὶ δεκτικότητος βεβαίως τοῦ καθενός.

Διαλεκτικὴ καὶ ἀποδεικτικὴ μέθοδος

Ἐξ ὅσων παραπάνω εἴπαμε, καθίσταται ἐμφανὲς ὅτι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη ὁ Θεὸς καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὴν δύναμη τοῦ νοῦ καὶ τοῦ λόγου, δηλαδὴ μὲ διανοητικὴ ἐπεξεργασία καὶ συλλογισμούς.

Ἐμεῖς δὲν μελετοῦμε λέξεις καὶ ἔννοιες περὶ Θεοῦ, ἀλλὰ πράγματα. Πρᾶγμα εἶναι ἡ θεία παρουσία (βίωμα καὶ πραγματικὴ ἐμπειρία). Πράγματα εἶναι καὶ τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας· πράγματα πρῶτα καὶ μετὰ «ρήματα» (λέξεις καὶ ἔννοιες). «Οὐ γὰρ ἐν ρήμασιν ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθειά τε καὶ ἡ εὐσέβεια, κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον» (Συνοδικὸς τόμος τοῦ 1351).

Ἡ μέθοδος λοιπὸν τῶν Πατέρων ἐρείδεται ἐπὶ πραγμάτων.

Γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ λέγεται μέθοδος ἀποδεικτική. 

Ἡ μέθοδος ἀντίθετα τῶν σχολαστικῶν βασίζεται στὶς ἔννοιες καὶ στοὺς συλλογισμούς, καὶ εἶναι μέθοδος διαλεκτική. 

Γιατί ὅμως νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τοὺς συλλογισμοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία; 

Πῶς μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ μέλι, προτοῦ τὸ δοκιμάσουμε; 

Κι ὅμως, πολλοὶ ὁμιλοῦν. 

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ διδάσκουν θεολογία, ἀκόμη καὶ στὰ πανεπιστήμια, ὅμως εἶναι ἄθεοι.

Πῶς γίνεται; θὰ πεῖ κανείς. Καὶ ὅμως γίνεται. 

Ὅταν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τὸ ἐρώμενο πρόσωπο, ἀλλὰ ἕνα ἀντικείμενο ἀκαδημαϊκῆς μελέτης, γίνεται. 

Ὅταν λείπει, ἡ γεύση, δηλαδὴ τὸ βίωμα, ἡ ἐμπειρία, ἡ σχέση, γίνεται.

Ὅπως γίνεται νὰ ἔχει θεοπτία μία ἀγράμματη γιαγιούλα, ποὺ δὲν ξέρει οὔτε τὴν ὑπογραφή της νὰ βάζει.

Γίνεται, διότι ὁ μὲν κ. καθηγητὴς στοχάζεται περὶ Θεοῦ, ἡ δὲ ἀγαθὴ ψυχούλα ζεῖ τὸν Θεὸ ἐν Χριστῷ καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. 

Ὁ μὲν ὁμιλεῖ ἐπιστημονικῶς περὶ μέλιτος, χωρὶς ποτὲ νὰ τὸ ἔχει δοκιμάσει, ἡ δὲ δοκίμασε.

Δὲν θὰ μπορέσει βέβαια ποτὲ ἡ γιαγιούλα νὰ δώσει ἐπιστημονικὴ διάλεξη περὶ μέλιτος, ὅμως μπορεῖ νὰ πεῖ τὸ ἁπλό: «φάε νὰ καταλάβεις»· αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ μὲ ἄλλα λόγια εἶπε ὁ ψαλμωδὸς αἰῶνες πρίν: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε».

Διότι γιὰ νὰ γνωρίσουμε, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ γευθοῦμε, νὰ δοκιμάσουμε.

Προηγεῖται ἡ ἐμπειρία

Καὶ καταλήγουμε μὲ ὅλα αὐτὰ στὸ ὅτι καὶ ἡ γνώση τῶν φυσικῶν πραγμάτων καὶ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στηρίζονται στὴν ἐμπειρία. Αὐτὴ προηγεῖται καὶ ἕπονται οἱ συλλογισμοί.

Ἂς θυμηθοῦμε τὸν κε΄ στίχο τοῦ δ΄ κεφαλαίου τῆς Γενέσεως: 

«Ἔγνω δὲ Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν». 

Πότε γνώρισε ὁ Ἀδὰμ τὴν γυναῖκα του; Ὅταν συνευρέθη μετ’ αὐτῆς, ὅταν ἑνώθηκε μαζί της εἰς σάρκα μίαν, ὅταν ἦλθε μετὰ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ εἰς γάμου κοινωνίαν· ὄχι ὅταν τὴν συλλογιζόταν!

Δὲν μπορεῖ λοιπὸν ἡ φιλοσοφία νὰ ἀποτελεῖ βάση, ἀπαρχὴ καὶ ἀφετηρία τῆς θεολογίας. 

Προηγεῖται ἡ μεταμόρφωση, ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς, ἡ νοερὰ προσευχή, τὰ ἔργα, ὁ βίος, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ θεολογία τῶν λόγων. 

Προηγεῖται ἡ ἀστραπή, καὶ ἕπεται ἡ βροντή. Πρῶτα ἡ ἐμπειρία τοῦ φωτός, καὶ ἔπειτα τὰ λόγια. «Οἱ θεόσοφοι θεολόγοι διδάσκονται "θεοχαρίστως" καὶ μετὰ διδάσκουν "θεομιμήτως". Καὶ μολονότι τὸ θεῖον εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόγους, τοὺς ὕμνους καὶ τὴν δόξα, τελικὰ ὁ θεολόγος καὶ μιλάει γιὰ τὸν Θεό, καὶ τὸν ὑμνεῖ καὶ τὸν δοξάζει», θὰ μᾶς πεῖ ὁ καθηγητὴς Ν. Ματσούκας (Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Α΄- Εἰσαγωγὴ στὴν θεολογικὴ γνωσιολογία, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσ/νικη 2007 [ἀνατύπ.] σ. 170)

Δὲν ἀποκλείουν δηλαδὴ οἱ Πατέρες τοὺς λόγους, τοὺς συλλογισμοὺς καὶ τὶς ἀποδείξεις, ἀρκεῖ αὐτὰ νὰ εἶναι παράγωγα τῆς πρωταρχικῆς ἐμπειρίας. Τὸ ρητὸν μὲ τὸ ἄρρητον συμπλέκονται, σὲ μία ὅμως κατὰ φύσιν ἀκολουθία καὶ ἱεράρχηση. 

Προηγεῖται ἡ θεοπτία, ἀκολουθεῖ ἡ θεολογία.

Οἱ Ὀρθόδοξοι πρῶτα γεύονται τὸν Θεό, τὸν βλέπουν, τὸν ψηλαφοῦν ἐμπειρικῶς στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔπειτα κάνουν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καὶ φιλοσοφία.

Ὅλοι ἔχουν ἁγιοπνευματικὲς ἐμπειρίες, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Βαδίζουν ἤδη εἰς ὁδὸν θεογνωσίας!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Χωρὶς σταυρό, δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση