Ἀδαμάντινος νοῦς!
- Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
- Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint.
Π
ροσπαθοῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε αὐτὸ ποὺ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιά.
Εἴπαμε ὅτι γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν βαθιὰ αὐτὴ πνευματικὴ ἐμπειρία, σὲ ἐπίπεδο ἁπλῆς κατανοήσεως ἔστω, ἀπαιτεῖται ἡ διασάφηση τῶν ὅρων «νοῦς» καὶ «καρδία».
Οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ μὲ ποικίλες σημασίες, γεγονὸς ποὺ δημιουργεῖ πολλὲς περὶ αὐτοὺς ἀπορίες.
Παρακολουθήσαμε τὴν προηγούμενη φορὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς σημασιολογικῆς καὶ ἐννοιολογικῆς διαδρομῆς τοῦ ὅρου «νοῦς».
Θὰ δοῦμε τώρα, σὲ ἁδρὲς γραμμές, πῶς χρησιμοποιήθηκε ὁ «νοῦς» σὲ συγκεκριμένους χώρους, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν φιλοσοφία.
Ὁ «νοῦς» στὴν φιλοσοφία
![]() |
| Ἀναξαγόρας |
[1] Κλαζομεναὶ Ἰωνίας, 500 π.Χ. - Λάμψακος, 428 π.Χ.
Γιὰ τὸν Ἀναξαγόρα ὁ νοῦς, ὡς τὸ λεπτότατο καὶ καθαρώτατο πνευματικὸ στοιχεῖο, εἶναι ὁ δημιουργὸς τῆς κοσμικῆς τάξεως καὶ ἁρμονίας.
Σὲ κάποιους ἄλλους προσωκρατικοὺς φιλοσόφους, λ.χ. στὸν Ἐμπεδοκλῆ καὶ τὸν Δημόκριτο, ὁ «νοῦς» δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς κεντρικῆς κοσμικῆς ἀρχῆς, ὅπως στὸν Ἀναξαγόρα, ἀλλὰ τὴν ἔννοια τῆς νοήσεως καὶ τῆς διανοίας.
Ὅταν φθάνουμε στὸν Σωκράτη, τὰ πράγματα ἀλλάζουν. Τὸ κέντρο τῆς φιλοσοφίας μετατίθεται ἀπὸ τὴν φύση στὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὴν κοσμολογία στὴν ἠθικὴ καὶ στὴν ἐνδοσκόπηση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Μὲ τὸν σοφὸ Σωκράτη προετοιμάζεται τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν πλατωνικὴ θεώρηση τῆς ψυχῆς ὡς φορέως τοῦ νοῦ.
Ὁ Πλάτων ἀναπτύσσει συστηματικῶς τὴν ἔννοια τοῦ νοῦ ὡς τῆς ἀνωτάτης γνωστικῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο στὸν νοητὸ καὶ κατανοεῖ τὸ ὄν, ἔχοντας ὡς ὑπέρτατο σκοπὸ τὴν θέα τοῦ Ἀγαθοῦ.
![]() |
| Ἀριστοτέλης |
[2] Στάγειρα Χαλκιδικῆς, 384 π.Χ. - Χαλκίδα, 322 π.Χ.
Ὁ νοῦς ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Σταγειρίτη φιλόσοφο τὴν ἀνωτάτη λειτουργία τῆς ψυχῆς. Δι’ αὐτοῦ κατανοοῦνται τὰ εἴδη τῶν ὄντων.
Πολὺ κρίσιμη στὴν φιλοσοφία τοῦ Ἀριστοτέλους εἶναι ἡ διάκριση «παθητικοῦ» καὶ «ποιητικοῦ» νοῦ.
Ὁ ὅρος παθητικὸς νοῦς δηλώνει τὴν δεκτικὴ δύναμη τοῦ νοῦ, τὸ «δυνάμει πάντα νοεῖν».
Ὁ νοῦς εἶναι δεκτικὸς τῶν μορφῶν (εἰδῶν) τῶν ὄντων, χωρὶς ὅμως νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτά.
Ὁ ὅρος ποιητικὸς νοῦς δηλώνει τὴν ἐνεργητικὴ δύναμη τοῦ νοῦ.
Ὁ ποιητικὸς νοῦς μεταπλάθει τὶς παραστάσεις τοῦ παθητικοῦ νοῦ σὲ καθαρὰ νοήματα.
Διότι ἡ γνώση, ὡς κάτι ἄμεσο, δεδομένο καὶ ἐμπειρικό, δὲν λαμβάνει ἐξ ἀρχῆς ἐννοιολογικὴ μορφή.
Μεταβάλλεται σὲ ἐπιστημονικὴ γνώση διὰ τῆς ἐπενεργείας τοῦ ποιητικοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος μεταπλάθει, ὅπως εἴπαμε, τὶς παραστάσεις τοῦ παθητικοῦ νοῦ σὲ καθαρὰ νοήματα.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν δημιουργεῖται ἕνας νέος κόσμος, ὁ νοητός.
Ὁ ποιητικὸς νοῦς δηλαδὴ ἐνεργεῖ ὡς παραγωγικὴ ἀρχή· παράγει, θὰ λέγαμε, νόηση. Παρέχει στὴν ὑλικὴ πραγματικότητα νοητὸ εἶδος, λογικὴ μορφή. Ἀναμορφώνει τὴν ὕλη, τὴν διακοσμεῖ, ὅπως παρατηρεῖ κάποιος ἑρμηνευτής.
Ἂς ποῦμε δύο παραδείγματα.
Τὸ παράδειγμα τῆς πέτρας
Μία πέτρα, γιὰ τὴν αἴσθηση, εἶναι ἁπλῶς ἕνα φυσικὸ ἀντικείμενο.
Ὁ ποιητικὸς νοῦς ὅμως μπορεῖ νὰ προσδώσει στὴν ὕλη μορφὴ καὶ νόημα.
Ἡ ἴδια πέτρα μπορεῖ νὰ λαξευθεῖ ἀπὸ ἕναν καλλιτέχνη καὶ νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἔργο τέχνης.
Μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς ὄργανο βίας.
Ἡ ὕλη παραμένει ἴδια. Ἐκεῖνο ποὺ μεταβάλλεται εἶναι τὸ εἶδος, ἡ μορφὴ καὶ τὸ νόημα ποὺ προσλαμβάνει.
Ἂν ὁ νοῦς εἶναι καλλιτέχνης — καὶ πράγματι εἶναι — τότε τὸ ὑλικὸ ποὺ ἐπεξεργάζεται εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς παραστατικῆς συνειδήσεως.
Ἐπομένως, ὁ ποιητικὸς νοῦς εἶναι πρὸς τὸν παθητικὸ νοῦ ὅ,τι τὸ εἶδος (μορφὴ) πρὸς τὴν ὕλη.
Τὸ ἑπόμενο παράδειγμα εἶναι τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀριστοτέλη, καὶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸ μεταφέρουμε μὲ ὅσο γίνεται πιὸ ἁπλᾶ λόγια.
Τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς καὶ τῶν χρωμάτων
Τὰ χρώματα τῶν ἀντικειμένων φανερώνονται μόνον ὅταν πέσει πάνω τους τὸ φῶς.
Ὅπως λέει ὁ Ἀριστοτέλης, τὸ φῶς συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἔλθουν τὰ χρώματα ἀπὸ τὸ δυνάμει στὸ ἐνεργείᾳ.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν νοῦ:
Ὅπως τὸ φῶς κάνει ὁρατὰ τὰ χρώματα, ἔτσι ὁ νοῦς κάνει νοητὰ τὰ πράγματα.
«Νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει, τἆλλα τυφλὰ καὶ κωφά»:
Ἡ ἀντίληψη μένει τυφλή, ὅταν δὲν φωτίζεται καὶ ἀνυψοῦται εἰς ἔννοιαν ὑπὸ τοῦ νοός.
Στὴν ἐρμηνευτικὴ παράδοση, ὁ ποιητικὸς νοῦς ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «θεῖον στοιχεῖον».
Γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ὁ «χωριστὸς» νοῦς (ὁ ποιητικὸς) δὲν ἀνήκει στὴν σωματικὴ διάσταση τῆς ψυχῆς καὶ καθ’ ἑαυτὸν εἶναι ἀΐδιος καὶ ἀθάνατος:
«Χωρισθεὶς δ' ἐστὶ μόνον τοῦθ' ὅπερ ἐστί, καὶ τοῦτο μόνον ἀθάνατον καὶ ἀΐδιον» (Ἀριστοτέλης, Περὶ Ψυχῆς, Γ΄ 5, 430a22-23).
Ἀντίθετα, ὁ παθητικὸς νοῦς ἐντάσσεται στὸ πεδίο τῶν ψυχοσωματικῶν λειτουργιῶν καὶ χαρακτηρίζεται ὡς φθαρτός.
Ἡ ἀντίθεση αὐτὴ δὲν δηλώνει ἁπλῶς δύο διαφορετικὲς λειτουργίες τῆς νοήσεως, ἀλλὰ θεμελιώδη διάκριση μεταξὺ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ ἀπαθοῦς στοιχείου της καὶ ἐκείνου ποὺ προϋποθέτει ὑλικὴ καὶ παθητικὴ δεκτικότητα.
Ἡ ἀθανασία ἀποδίδεται ἀποκλειστικὰ στὸ πρῶτο (ποιητικὸς νοῦς), στὴν μορφὴ δηλαδὴ ἐκείνη τοῦ νοῦ ποὺ δὲν μετέχει τῆς μεταβολῆς.
Ἡ φθαρτότης ἀφορᾶ τὸ ἐπίπεδο τῆς ψυχῆς ποὺ παραμένει δεμένο μὲ τὴν δυναμικὴ τῆς ἐμπειρικῆς καὶ σωματικῆς ζωῆς.
Ὁ ἑπόμενος στίχος ἑρμηνεύει τὰ προλεχθέντα:
«Καὶ οὗτος ὁ νοῦς χωριστὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀμιγής, τῇ οὐσίᾳ ὢν ἐνεργείᾳ» (Ἀριστοτέλης, Περὶ Ψυχῆς, Γ΄ 5, 430a17-18).
Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει χωριστὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀμιγής, ἂς θυμηθοῦμε ξανὰ τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς (ἄλλωστε στὸν ἀμέσως προηγούμενο στίχο τὸ ἀναφέρει ὁ Ἀριστοτέλης).
Τὸ φῶς λοιπόν, ὅταν ἐνεργεῖ ἐπὶ τῶν αἰσθητῶν, παραμένει·
Χωριστὸν ἀπὸ αὐτά.
Ἀπαθές· τουτέστι δὲν μεταβάλλεται ἡ φύση του. Ἄν, ἂς ποῦμε, πέσει πάνω σὲ κάτι ἀκάθαρτο, δὲν μολύνεται.
Ἀμιγές· δὲν ἀναμιγνύεται μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φωτίζει.
Ἔτσι καὶ ὁ νοῦς· παραμένει χωριστός, ἀπαθὴς καὶ ἀμιγὴς πρὸς τὰ νοητά.
Εἶναι, κατὰ τὴν ἀριστοτελικὴ εἰκόνα, κάτι ἀνάλογο πρὸς τὴν ἐνέργεια τοῦ φωτός.
Δὲν τὸ λέει βέβαια ἀκριβῶς ἔτσι ὁ Ἀριστοτέλης· ἐν τούτοις ὁ ποιητικὸς νοῦς χαρακτηρίζεται ὡς ἐνέργεια κατ' οὐσίαν.
Αὐτὸ σημαίνει ἡ φράση «τῇ οὐσίᾳ ὢν ἐνεργείᾳ», ποὺ διαβάσαμε στὸν πιὸ πάνω στίχο.
Μὲ τὸ «ἐνεργείᾳ» ὁ Ἀριστοτέλης δηλώνει ὅτι ὁ νοῦς αὐτός, ὁ ποιητικός, δὲν εἶναι «δυνάμει». Εἶναι ἐνεργὸς κατ' οὐσίαν, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν δεκτικὸ (παθητικὸ) νοῦ, ὁ ὁποῖος νοεῖται ὡς δυνάμει ὑπάρχων.
Μετὰ τὸν Ἀριστοτέλη ἔχουμε μία νέα μετατόπιση. Ὁ «νοῦς» παύει νὰ ἀποτελεῖ τὸ κεντρικὸ ἑρμηνευτικὸ σχῆμα τοῦ κόσμου. Τὸν ρόλο αὐτὸν ἀναλαμβάνει πλέον ὁ «λόγος».
![]() |
| Ζήνων ὁ Κιτιεὺς |
[3] Κίτιον (σημερινὴ Λάρνακα) Κύπρου, 334 π.Χ. - Ἀθήνα, 262 π.Χ. Θεωρεῖται ὁ θεμελιωτὴς τῆς Στοᾶς, δηλαδὴ τῆς Στωϊκῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς.
Περνῶντας στὸν Ἐπίκουρο (Σάμος, 341 π.Χ. - Ἀθήνα, 270 π.Χ.), διαπιστώνουμε μία ριζικὴ μετατόπιση τοῦ «νοῦ». Δὲν νοεῖται πλέον ὡς αὐτοτελὴς κοσμικὴ ἀρχή, ἀλλ' ἁπλῶς ὡς φυσικὴ λειτουργία τῆς ψυχῆς, ὡς ἐσωτερικὸς μηχανισμὸς ἐπεξεργασίας τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν παραστάσεων τῆς φαντασίας.
Ὁ Ἐπίκουρος δὲν ἀναζητεῖ τὴν γνώση σὲ ὑπερβατικὲς ἀρχές, ἀλλὰ τὴν θεμελιώνει ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων. Ὁ «νοῦς» ἀπογυμνώνεται πλήρως ἀπὸ κάθε μεταφυσικὸ ἢ κοσμολογικὸ ρόλο.
Στοὺς Σκεπτικοὺς μάλιστα φιλοσόφους (Πύρρων ὁ Ἠλεῖος, Τίμων ὁ Φλειάσιος κ.ἄ.) ὁ «νοῦς» χάνει ὁλοσχερῶς τὴν γνωστική του ἀξία· ἡ βεβαιότητα καταρρέει.
![]() |
| Πλωτῖνος |
[4] Λυκόπολις Κάτω Αἰγύπτου, 204/205 μ.Χ. - Καμπανία Ἰταλίας, 270 μ.Χ.
Μὲ τὸν Πλωτῖνο ἐπιστρέφουμε στὴν ὑπερβατικὴ περὶ νοὸς ἀντίληψη, καὶ μάλιστα ἀναβαθμισμένη. Ἔχουμε δηλαδὴ μία ἀνασυγκρότηση τῆς ὑπερβατικῆς ἔννοιας τοῦ Νοῦ σὲ ἀνώτερο μεταφυσικὸ ἐπίπεδο.
«Ὑπερβατικὴ» σημαίνει ὅτι ὁ Νοῦς δὲν ἀνάγεται στὴ ἐμπειρία, δὲν εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, οὔτε ψυχολογικὴ λειτουργία, οὔτε ἁπλῆ λογικὴ διαδικασία, ἀλλὰ ὀντολογικὴ ὑπόσταση ἐντὸς μιᾶς ἱεραρχίας ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸ Ἕν.
Τὸ Ἕν στὸν Πλωτῖνο εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀρχὴ τῆς πραγματικότητος. Εἶναι ἡ πηγὴ τῶν πάντων. Ἂν ἐπιτρεπτόταν ἀναλογικὴ γλῶσσα, θὰ λέγαμε ὅτι λειτουργεῖ ὡς ἀρχὴ ἀντίστοιχη πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα τῆς χριστιανικῆς θεολογικῆς παραδόσεως — οὐδεμία βεβαίως ὀντολογικὴ ταύτιση ὑφίσταται· τὸ Ἓν δὲν εἶναι πρόσωπον, ὅπως ὁ Πατήρ.
Ὅπως δὲν εἶναι πρόσωπον καὶ ὁ Νοῦς, ὁ ὁποῖος στὴν μεταφυσικὴ τοῦ Πλωτίνου ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἐκπόρευση τοῦ Ἑνὸς [5].
[5] Ὡστόσο, κάποιοι ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους ἑρμηνευτές, ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς πλωτινικῆς θεωρίας περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Νοῦ ἐκ τοῦ Ἑνός, διέκριναν κάποιαν ἀναλογία πρὸς τὸν Υἱὸν τῆς χριστιανικῆς τριαδολογίας — κάτι ποὺ οὐδεμία σχέση ἔχει φυσικὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ φιλοσόφου.
Παρεμφερῆ μεταφυσικὴ ἀντίληψη περὶ Νοὸς εἶχαν καὶ οἱ μεταγενέστεροι Νεοπλατωνιστές, ὅπως ὁ μαθητὴς τοῦ Πλωτίνου Πορφύριος, ὁ Ἰάμβλιχος καὶ ὁ πολὺς Πρόκλος.
Κάπως ἔτσι σκιαγραφεῖται ἡ ἐννοιολογικὴ πορεία τοῦ «νοῦ» στὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως.
Ὁ «νοῦς» στὴν Παλαιὰ Διαθήκη
Στὴν Π.Δ. ἡ λέξη «νοῦς» κατὰ κανόνα χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν σημασία τῆς διανοίας.
Ἄλλες φορὲς πάλι ἔχει τὴν ἔννοια τῆς σκέψεως, τῆς ἐνθυμήσεως, τῆς προσοχῆς, τῆς ἀγαθῆς διαθέσεως ἢ ἐπιθυμίας, τῆς καρδίας ἀκόμη (ἀρκετὲς φορές), τοῦ νοήματος (νοημάτων).
Γίνεται λόγος γιὰ «διακρίνοντα νοῦν», «ἐπιγνώμονα νοῦν» (κριτὴν νοῦν τῶν δικαστῶν), «πολύφροντιν νοῦν» (γεμάτον φροντίδες, μέριμνες, σκέψεις).
Ὡς «μέγας νοῦς» στὴν Π.Δ. δὲν χαρακτηρίζεται ὁ σοφὸς ἄνθρωπος, ἀλλ' ὁ ἀλαζών. «Μέγας νοῦς» δηλαδὴ εἶναι ὁ ἀλαζονικὸς νοῦς, ὁ «ἀγέρωχος νοῦς» (βλ. Ἡσ. ι΄ 12· Γ΄ Μακ. α΄ 25).
Ἀπεναντίας, «σώφρων νοῦς» εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κυριαρχεῖ πάνω στὰ πάθη, ὅπως διδάσκει τὸ ἀξιοσέβαστο βιβλίο Δ΄ Μακκαβαίων (α΄ 35· β΄ 16, 18· γ΄ 17).
Στὸ βιβλίο αὐτὸ ἀναφέρεται καὶ ἡ γνωστὴ (ἡ τόσο προσφιλὴς στοὺς θείους Πατέρες) ἔκφραση ἡγεμὼν νοῦς:
«Ὁπηνίκα γὰρ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατεσκεύασε, τὰ πάθη αὐτοῦ καὶ τὰ ἤθη περιεφύτευσεν. Ἡνίκα δὲ ἐπὶ πάντων τὸν ἱερὸν ἡγεμόνα νοῦν διὰ τῶν ἔνδον αἰσθητηρίων ἐνεθρόνισε, καὶ τούτῳ νόμον ἔδωκε, καθ' ὃν πολιτευόμενος βασιλεύσει βασιλείαν σώφρονά τε καὶ δικαίαν καὶ ἀγαθὴν καὶ ἀνδρείαν» (Δ΄ Μακ. β΄ 21-23).
Ὁ Θεός, λέει, ἔχει ἐνθρονίσει μέσα μας ὡς ἱερὸν ἡγεμόνα τὸν νοῦν γιὰ νὰ ἀσκεῖ βασιλεία σεμνή, σώφρονα, χρηστοήθη, δικαία, ἀρίστη, φρονίμη, ἀγαθή, ἀνδρεία.
Δὲν ἀνήκει στὴν λογικὴ ἡ ἡγεμονία, οὔτε στὸ συναίσθημα, οὔτε στὴν σάρκα· ἀνήκει στὸν νοῦ, εἶναι κατὰ φύσιν λειτουργία του. Κάθε τι ἄλλο ἀποτελεῖ ἀνταρσία καὶ ἐπιφέρει ἀταξία, ἀναρχία καὶ σύγχυση — εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε· «σηκώθηκαν τὰ πόδια νὰ χτυπήσουν τὸ κεφάλι!»
Ὅμως καὶ ὁ νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ ἄρχει αὐτοτελῶς, νὰ συμπεριφέρεται ὡς δικτάτωρ, νὰ ἐπιβάλλεται τυραννικῷ τῷ τρόπῳ στὸ συναίσθημα, στὴν λογική, στὶς ἀνάγκες καὶ ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Ὁ ρόλος του εἶναι νὰ ἐπιφέρει τὴν ἁρμονικὴ καὶ ἰσόρροπη συνύπαρξη ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.
Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ Δ΄ Μακκαβαίων διαβάζουμε ὅτι ὁ λογισμὸς εἶναι ὁδηγὸς τῶν ἀρετῶν καὶ συγχρόνως κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς τῶν παθῶν:
«Ὁ γὰρ λογισμὸς τῶν μὲν ἀρετῶν ἐστιν ἡγεμών, τῶν δὲ παθῶν αὐτοκράτωρ» (Δ΄ Μακ. α΄ 30).
Στὸ ἴδιο χωρίο ὁ λογισμὸς χαρακτηρίζεται «αὐτοδέσποτος».
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἔμπεδος (ἀκλόνητος, στερρός, ἀκλινής, ἀταλάντευτος).
Αὐτὰ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ.
Γιὰ τὸν θεῖο ἡ Π.Δ. ἀναφέρει τὸ γνωστό:
Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; (Ἡσ. μ΄ 13· βλ. καὶ Ρωμ. ια΄ 34· Α΄ Κορ. β΄ 16) ποιός γνώρισε τὸν νοῦν τοῦ Κυρίου καὶ ἐνόησε τὰ πάνσοφα σχέδιά του, τὶς σκέψεις καὶ τὶς βουλές του, τὴν ἄκτιστη σοφία του;
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη χρησιμοποιεῖ ἐπίσης καὶ τὶς συγγενεῖς πρὸς τὸν «νοῦν» λέξεις νουθεσία, νουθετῶ, νουθέτημα, νουθέτησις.
Ἄφησα τελευταῖο ἕνα περίλαμπρο βιβλικὸ χωρίο· θὰ ἤθελα νὰ κλείσω μὲ αὐτό.
Ἡ «ἱερὰ καὶ θεοσεβὴς»
![]() |
[6] Στὴν εἰκόνα ἡ θεοσεβὴς μητέρα, τὰ τέκνα της καὶ ὁ πρεσβύτης διδάσκαλος Ἐλεάζαρ.
Σὰν νὰ τὰ ξαναγεννοῦσε γιὰ τὴν ἀθανασία, λέει ὁ ἑπόμενος στίχος, ἔτσι τὰ παρακινοῦσε νὰ προχωρήσουν στὸ μαρτύριο «ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας».
Ὁ νοῦς της ἦταν ἀδαμάντινος!
«Ἀλλ' ὥσπερ ἀδαμάντινον ἔχουσα τὸν νοῦν καὶ εἰς ἀθανασίαν ἀνατίκτουσα τὸν τῶν υἱῶν ἀριθμόν, μᾶλλον ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἐπὶ τὸν θάνατον αὐτοὺς προετρέπετο ἱκετεύουσα» (Δ΄ Μακ. ιζ΄ 13).
Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς χαρίζει, ὡς ἐκείνην, ἀδαμάντινον νοῦν!




_-_BEIC_6353768.jpg)



.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .