Τὸ λυχνάρι τῆς ψυχῆς


π. Δημητρίου Ν. Θεοδωροπούλου


  • Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.

  • Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint.

👉 Πατῆστε ἐδῶ γιὰ νὰ δεῖτε τὸ βίντεο στὸ YouTube


Εἰσαγωγικὲς Σημειώσεις

  • Ἡ γλῶσσα ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὰ κείμενά μας δὲν ἀκολουθεῖ αὐστηρὰ τοὺς κανόνες τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς. Προσπαθοῦμε νὰ ἰσορροπήσουμε ἀνάμεσα στὰ ποικίλα γλωσσικὰ ἰδιώματα τῆς παραδόσεώς μας καὶ νὰ συνταιριάσουμε, ὅση δύναμις, ὅλες τὶς μορφὲς τῆς γλώσσας μας, ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ μέχρι αὐτὴν ποὺ ὁμιλοῦμε σήμερα. Δὲν θέλουμε νὰ ὑποβάλλουμε τὶς λέξεις σὲ φορμαλιστικὴ βάσανο, ὡς εἰς «Προκρούστειον κλίνην». Ἀντλοῦμε ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς γλωσσικῆς μας παραδόσεως, τῆς τόσο θαυμαστῆς γιὰ τὴν ἀδιάσπαστη συνέχειά της. Εἶναι ὄμορφη καὶ ἡ ὁμηρικὴ καὶ ἡ ἀττικὴ καὶ ἡ βυζαντινὴ καὶ ἡ δημοτικὴ καὶ ἡ λαϊκὴ γλῶσσα. Ἄλλοτε ταιριάζει καλύτερα στὴν ροὴ τοῦ λόγου νὰ πεῖς «τοῦ ἄνδρα», ἄλλοτε «τοῦ ἀνδρός». Ὁ ὀρθὸς γραμματικὸς τύπος εἶναι «οἱ ἄνθρωποι»· ταίριαξε ὅμως θαυμάσια σὲ ἕνα λαϊκὸ τραγούδι τὸ «ἔτσι εἶν' οἱ ἀνθρῶποι»! Δὲν εἶναι εὔκολο τὸ συνταίριασμα. Τὸ προσπαθοῦμε. Καὶ ζητοῦμε τὴν ἐπιείκειά γιὰ τὶς ὅποιες ἀστοχίες.

  • Ἀκολουθοῦμε ἐπίσης καὶ κάποιες παλαιότερες συνήθειες, καθαρὰ γιὰ λόγους αἰσθητικούς. Λ.χ. βάζουμε διαλυτικὰ σὲ κάποιες λέξεις, ὅπως πρωΐ, Δαυΐδ, υἱϊκὸς κ.ἄ. Ἀποτελεῖ πλεονασμό. Ἔ... ἂς ἔχει καὶ κανένα σκουλαρίκι παραπάνω ἡ βασίλισσα· δὲν πειράζει! 

  • Στὰ ἀποσπάσματα κειμένων ποὺ παραθέτουμε, χρησιμοποιοῦμε ἔντονη γραφὴ (bold) ἢ/καὶ ἀλλαγὴ χρώματος, γιὰ λόγους ἑρμηνευτικῆς ἔμφασης ἐπιλεγμένων ὅρων.

Ε

ἴδαμε πῶς ἀπαντᾶ ὁ ὅρος «νοῦς» στὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ δοῦμε πῶς ἀπαντᾶ στὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ὁ «νοῦς» στὴν Καινὴ Διαθήκη

Τὰ βιβλία ποὺ χρησιμοποιοῦν περισσότερο τὴν λέξη «νοῦς» στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, ἦταν βαθύτατα ἐξοικειωμένος μὲ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία.

Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἡ λέξη ἀπαντᾶ μόνον μία φορά:

«Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφὰς» (Λουκ. κδ΄ 45)· τότε (ὁ Ἰησοῦς) διήνοιξε τὸν νοῦ τους, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὶς Γραφές. 

Διὰ τοῦ νοὸς ἐπιτυγχάνεται τὸ συνιέναι, δηλαδὴ ἡ κατανόηση. Ὅμως, ἐὰν ὁ Κύριος δὲν διανοίξει τὸν νοῦν, οὐδεὶς δύναται νὰ κατανοήσει τὶς Γραφές, ὅσο καὶ ἂν τὶς μελετᾶ· ὁ φωτισμὸς τῆς θείας χάριτος ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου διαβάζουμε: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. Εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;» [1] (Ματθ. ς΄ 22-23).

[1] Καμμιὰ φορὰ παραφράζω ὡς ἑξῆς τὸν τελευταῖο στίχο: «Ἐὰν καὶ ἡ προσευχὴ γίνει ἄγχος, πόσον τὸ ἄγχος!» Τὸ λέω, διότι ὄχι καὶ τόσο σπάνια καταντοῦμε ἀκόμη καὶ τὴν προσευχὴ πηγὴ ἄγχους· φορτώνουμε τοὺς ἑαυτούς μας μὲ διάφορους «κανόνες» — νὰ διαβάσω κι αὐτό, νὰ κάνω κι ἐκεῖνο... 

Στὸν παραπάνω στίχο ὁ Κύριος μᾶς λέει ὅτι ὁ λύχνος τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός. 

Ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς ποιός εἶναι; 

Ὁ νοῦς ἀσφαλῶς.

Ὁ νοῦς θὰ πρέπει νὰ εἶναι καθαρός. Ἤδη ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια γίνεται λόγος περὶ καθαρότητος τοῦ νοός. Συνδέεται δὲ πάντα ἡ καθαρότης καὶ ὁ φωτισμὸς μὲ τὸ θεῖον.

Ἀντίθετα, ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ εἰς «ἀδόκιμον νοῦν», νοῦν δηλαδὴ ἀνίκανον νὰ διακρίνει τὸ ἀληθὲς καὶ ὀρθόν:

Ὁ θεῖος Παῦλος
«Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα» (Ρωμ. α΄ 28).

Ἡ Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ χρησιμοποιεῖ τὸν «νοῦν» καὶ μὲ ἔννοια ποὺ πλησιάζει αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε συνείδηση — χωρὶς ὡστόσο νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτήν. 

Ἀναφέρεται στὸν «ἔσω ἄνθρωπον», δηλαδὴ στὸ ἐσωτερικὸ κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως, ἐκεῖ ποὺ ὁ καθένας διαλέγεται μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ λαμβάνει ἀποφάσεις σύμφωνες ἢ ὄχι πρὸς αὐτόν:

«Συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ΄ 22-23. Βλ. καὶ Ρωμ. ιδ΄ 5. Τιτ. α΄ 15).

Σημαίνει δηλαδὴ ἐδῶ ὁ «νοῦς» καὶ τὴν προαίρεση· αὐτὴ συγκρούεται μὲ τὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας: 

«Ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας» (Ρωμ. ζ΄ 25)· μὲ τὸν νοῦ μου δουλεύω στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ μέλη ὅμως τῆς σαρκός μου δουλεύω στὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας. 

Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ὁ «νοῦς» ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ φρονήματος (Ρωμ. ιβ΄ 2).

Μὲ τὴν ἴδια ἔννοια ἀπαντᾶ καὶ στὴν Α΄ Κορινθίους α΄ 10. Ἐδῶ ὁ ἀπόστολος καλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ εἶναι «κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ», ἑνωμένοι δηλαδὴ ἁρμονικά, νὰ ἔχουν τὸ ἴδιο φρόνημα, τὶς αὐτὲς γνῶμες καὶ ἀποφάσεις.

Στὸ β΄ κεφάλαιο τῆς ἐπιστολῆς, διακρίνοντας τὸν «ψυχικὸ» ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, καταλήγει σὲ κάτι πολὺ σημαντικὸ καὶ σπουδαῖο. 

ψυχικὸς ἄνθρωπος, λέει, ὁ μὴ ἀναγεννημένος ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος, δὲν δέχεται ἐκεῖνα ποὺ διδάσκει τὸ Πνεῦμα· ἀποτελοῦν γι' αὐτὸν μωρία. Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει, διότι τὰ τοῦ Πνεύματος μόνον ἐν Πνεύματι γνωρίζονται καὶ κατανοοῦνται. Δὲν μπορεῖ ὡς ἐκ τούτου νὰ κατανοήσει καὶ τὴν στάση τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. 

Ἀντίθετα, πνευματικός, ὁ ἀναγεννημένος δηλαδὴ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Πνέυματος, κατανοεῖ καὶ διακρίνει δι' αὐτῆς τὰ πάντα. 

Ἐμεῖς οἱ πνευματικοί, λέει ὁ θεῖος Παῦλος, ἔχουμε νοῦν Χριστοῦ:

«Ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται. Ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (Α΄ Κορ. β΄ 14-16).

Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ διδάσκει νὰ μὴν μένει ἄκαρπος ὁ νοῦς κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Θὰ πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ μὲ τὸν νοῦ [2] (Α΄ Κορ. ιδ΄ 14).

[2] Λέω συχνὰ ὅτι ἡ καλύτερη προσευχὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ κάνουμε μὲ τὰ δικά μας λόγια. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ γίνεται καὶ μὲ τὸν νοῦ καὶ μὲ τὴν καρδιά. Οἱ ἄλλες, ὅσο ἅγιες κι ἂν εἶναι, γίνονται πολλὲς φορὲς μηχανικά, ἐνίοτε δὲ καὶ ἀγχωτικά, δίκην καθήκοντος, ὅπως λέγαμε. Δὲν λέω νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ προσευχητάρια· μὴ γένοιτο! Λέω μόνο ὅτι θὰ πρέπει νὰ μιλᾶμε καὶ μὲ δικά μας λόγια στὸν Θεό, μὲ λόγια καρδιᾶς. Ὅταν μιλᾶς μὲ τὰ δικά σου λόγια, δὲν κινδυνεύεις νὰ σοῦ φύγει ὁ νοῦς. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου· κάτι δικό μας δὲν ἔχουμε νὰ ποῦμε στὸν Θεό; κι ἂς μὴν εἶναι τόσο ἄρτιο λογοτεχνικά. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει τὸ στόμα μας, θέλει τὴν καρδιά μας: «δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν» (Παροιμ. κγ΄ 26). Διότι καὶ κάποιος ποὺ εἶναι ἐρωτευμένος, ἐὰν πηγαίνει στὴν κοπέλα του καὶ τῆς διαβάζει συνέχεια ἐρωτικὰ ποιήματα ἀπὸ βιβλία, ὅσο τέλεια κι ἂν εἶναι αὐτά, τί θὰ πετύχει στὸ τέλος; Τίποτε περισσότερο ἀπὸ νὰ τὴν κάνει νὰ βαρεθεῖ καὶ νὰ τοῦ πεῖ: «ὡραῖα ὅλα αὐτά· κάτι δικό σου ἔχεις νὰ μοῦ πεῖς, κάτι μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου; κι ἂς μὴν εἶναι τόσο ποιητικό». Διότι προτιμότερο τὸ καρδιακὰ πεζό, παρὰ τὸ διανοητικὰ ἄρτιο.  

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στρέφεται στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ ἐναντίον ἐκείνων ποὺ προέβαλλαν ὑπερβαλλόντως τὸ χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς· προσεύχονταν μὲ τὴν γλῶσσα καὶ ὄχι μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά. Ἔτσι ὅμως δὲν οἰκοδομοῦσαν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἑαυτοὺς προέβαλλαν. 

Γι' αὐτὸ γράφει: «Πολὺ περισσότερο ἀπὸ σᾶς γνωρίζω ξένες γλῶσσες. Ὅμως στὴν ἐκκλησιαστικὴ σύναξη προτιμῶ νὰ πῶ πέντε λόγια κατανοητά, ὥστε νὰ κατηχηθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι, παρὰ μύρια ὅσα, ἀκατανόητα ὅμως στοὺς πολλούς»:

«Ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστι. Τί οὖν ἐστι; Προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοΐ. Ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδε· σὺ μὲν γὰρ καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ᾿ ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται. Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν· ἀλλ᾿ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ» (Α΄ Κορ. ιδ΄ 15-19) [3].

[3] Ἐὰν αὐτὰ τὰ ἔλεγε ὁ Παῦλος σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γλωσσολαλιὰ λειτουργοῦσε ὡς ἔκτακτο χάρισμα στὴν Ἐκκλησία, τί θὰ ἔλεγε σήμερα γιὰ τοὺς γλωσσολαλοῦντες σὲ συγκεντρώσεις διαφόρων πνευματιστικῶν ἢ ἄλλων ὁμάδων;

Γιὰ τὴν συμμετοχὴ τοῦ νοῦ στὴν προσευχή, ἢ καλύτερα γιὰ τὴν ἀπουσία του, μιλάει ὑπέροχα καὶ τὸ παρακάτω τροπάριο:

«Πολλάκις τὴν ὑμνῳδίαν ἐκτελῶν, εὑρέθην τὴν ἁμαρτίαν ἐκπληρῶν, τῇ μὲν γλώττῃ ᾄσματα φθεγγόμενος, τῇ δὲ ψυχῇ ἄτοπα λογιζόμενος» (Παρακλητική, ἦχος γ΄, κατανυκτικὸν ἀπόστιχον τῶν αἴνων, ὄρθος Τρίτης).

Πολλὲς φορὲς δηλαδὴ βρέθηκα νὰ ἐκτελῶ τῆν ὑμνωδία καὶ συγχρόνως νὰ ἐκπληρῶ τὴν ἁμαρτία· μὲ τὴν γλῶσσα νὰ ψάλλω ἄσματα καὶ μὲ τὴν ψυχὴ νὰ λογίζομαι ἄτοπα — ὁ νοῦς μου ἦταν ἀπών.

Πόσο εὔκολα περὶ πολλὰ ἄλλα τυρβάζεται ὁ νοῦς μας, ἀλλοῦ τρέχει!

Στὴν Πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ ΄ 17) ὁ «νοῦς» συνδέεται μὲ τὶς ψευδεῖς καὶ μάταιες ἰδέες.

Γίνεται ἐπίσης λόγος γιὰ πνεῦμα τοῦ νοῦ, γιὰ τὸ ἐσώτερο βάθος του δηλαδή, τὸ πνευματικὸ (Ἐφεσ. δ΄ 23).

Δὲν ἀποτελεῖ μόνον ὄργανο ἀντιληπτικὸ ὁ νοῦς, ἔχει καὶ βάθος πνευματικό.

Ὑπάρχει νοῦς πνευματικὸς καὶ νοῦς σαρκικός, «νοῦς τῆς σαρκός».

Οἱ λογισμοὶ τοῦ σαρκικοῦ νοῦ ὁδηγοῦν στὴν οἴηση, στὴν ὑπερηφάνεια καὶ στὴν πλάνη (βλ. Κολ. β΄ 18).

Ἀντιθέτως, οἱ ἐν Πνεύματι ἀγαθοὶ λογισμοὶ ὁδηγοῦν εἰς ὑπὲρ νοῦν πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἐμπειρίες, μεταρσιώνουν. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ εἶναι «ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. δ΄ 7). 

Αὐτὸ ἂς τὸ κρατήσουμε· εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας.

Ὁλοκληρώνοντας τὴν ἀναφορά μας στὶς παύλειες ἐπιστολές, νὰ σημειώσουμε ὅτι καὶ σὲ αὐτὲς ὁ «νοῦς» χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν συνήθη ἔννοιά του, ἐκείνη δηλαδὴ τῆς διανοίας  (βλ. Β΄ Θεσ. β΄ 2. Α΄ Τιμ. ϛ΄ 5. Β΄ Τιμ. γ΄ 8).

Τέλος, στὸ βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως ὁ «νοῦς» συνδέεται μὲ τὴν κατὰ Θεὸν σοφίαν, τὴν κεκρυμμένην ἀπὸ τοὺς μακρὰν τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους. 

Ὁ φωτισμένος νοῦς καλεῖται νὰ ἑρμηνεύσει τὶς ὀπτασίες ποὺ ἐκθέτει στὸ βιβλίο αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης. Νὰ ἑρμηνεύσει σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸν ἀριθμὸ τοῦ Ἀντιχρίστου, τὸ γνωστὸ καὶ ἀμφιβόητο χξς΄ (666), ποὺ εἶναι ἀριθμὸς ἀνθρώπου:

«Ὧδε ἡ σοφία ἐστίν· ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς´» (Ἀποκ. ιγ΄ 18).

«Ὧδε ὁ νοῦς ὁ ἔχων σοφίαν. Αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ὄρη ἑπτά εἰσιν, ὅπου ἡ γυνὴ κάθηται ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς ἑπτά εἰσιν...» (Ἀποκ. ιζ΄ 9 κ.ἑ.).

Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἀπαντοῦν καὶ οἱ συγγενεῖς πρὸς τὸν «νοῦν» λέξεις νουθεσία, νουθετῶ, νουνεχῶς.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Προσοχὴ στὰ ΑΜΗΝ τοῦ Facebook!

Ἕνας ὀφειλόμενος ἐπίλογος

Χωρὶς σταυρό, δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση