Σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω;
- Τὸ παρὸν ἀποτελεῖ περιεχόμενο ὁμιλίας μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ στὸ YouTube.
- Ἡ ὁμιλία συνοδεύεται ἀπὸ διαφάνειες PowerPoint.
Εἰσαγωγικὲς Σημειώσεις
- Ἡ γλῶσσα ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὰ κείμενά μας δὲν ἀκολουθεῖ αὐστηρὰ τοὺς κανόνες τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς. Προσπαθοῦμε νὰ ἰσορροπήσουμε ἀνάμεσα στὰ ποικίλα γλωσσικὰ ἰδιώματα τῆς παραδόσεώς μας καὶ νὰ συνταιριάσουμε, ὅση δύναμις, ὅλες τὶς μορφὲς τῆς γλώσσας μας, ἀπὸ τὴν ὁμηρικὴ μέχρι αὐτὴν ποὺ ὁμιλοῦμε σήμερα. Δὲν θέλουμε νὰ ὑποβάλλουμε τὶς λέξεις σὲ φορμαλιστικὴ βάσανο, ὡς εἰς «Προκρούστειον κλίνην». Ἀντλοῦμε ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς γλωσσικῆς μας παραδόσεως, τῆς τόσο θαυμαστῆς γιὰ τὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα καὶ συνέχειά της. Εἶναι ὄμορφη καὶ ἡ ὁμηρικὴ καὶ ἡ ἀττικὴ καὶ ἡ βυζαντινὴ καὶ ἡ δημοτικὴ καὶ ἡ λαϊκὴ γλῶσσα. Λέμε «Παναγία», λέμε καὶ «Παναγιά». Λέμε «ἐκκλησία», λέμε καὶ «ἐκκλησιά»· «γονυκλισία», ἀλλὰ καὶ «γονυκλισιά». Λέμε «ἄνδρας», ἀλλὰ καὶ «ἄντρας». Στὴν ροὴ τοῦ λόγου ἄλλοτε ταιριάζει καλύτερα τὸ ἕνα, ἄλλοτε τὸ ἄλλο. Διαφορετικὸ τὸ χρῶμα ὅταν πεῖς «τοῦ ἄντρα», διαφορετικὸ ὅταν πεῖς «τοῦ ἀνδρός». Δὲν λέμε «οἱ ἀνθρῶποι», ἀλλὰ «οἱ ἄνθρωποι»· νὰ ὅμως ποὺ ταίριαξε θαυμάσια σὲ ἕνα λαϊκὸ τραγούδι τὸ «ἔτσι εἶν' οἱ ἀνθρῶποι»! Δὲν συνιστᾶ διγλωσσία αὐτό, ὅπως θέλησαν κάποιοι. Ἡ γλῶσσα μας ἔχει πλούσια γκαρνταρόμπα. Ἄλλοτε φοράει τὰ καλά της, ἄλλοτε εἶναι πιὸ καθημερινὰ ντυμένη. Πάντα ὄμορφη καὶ φίνα ὅμως! Πῶς νὰ ἀπεμπολήσεις ἕναν τέτοιο πλοῦτο; Γιατί νὰ δεῖς διαλεκτικὲς ἀντιθέσεις καὶ ὄχι λειτουργικὴ ἑνότητα; Δὲν εἶναι εὔκολο. Πάντως ἐμεῖς τὸ προσπαθοῦμε. Καὶ γιὰ γιὰ τὶς ὅποιες ἀστοχίες μας ζητοῦμε τὴν ἐπιείκειά σας.
- Ἀκολουθοῦμε ἐπίσης καὶ κάποιες παλαιότερες συνήθειες, καθαρὰ γιὰ λόγους αἰσθητικούς. Λ.χ. βάζουμε διαλυτικὰ σὲ κάποιες λέξεις, ὅπως πρωΐ, Δαυΐδ, υἱϊκὸς κ.ἄ. Ἀποτελεῖ πλεονασμό. Ἔ... ἂς ἔχει καὶ κανένα σκουλαρίκι παραπάνω ἡ βασίλισσα· δὲν πειράζει!
- Στὰ ἀποσπάσματα κειμένων ποὺ παραθέτουμε, χρησιμοποιοῦμε ἔντονη γραφὴ (bold) ἢ/καὶ ἀλλαγὴ χρώματος, γιὰ λόγους ἑρμηνευτικῆς ἔμφασης ἐπιλεγμένων ὅρων.
Ε
ἴδαμε ὑπὸ ποῖες ἔννοιες ἀπαντᾶ ὁ ὅρος νοῦς στὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας, τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ δοῦμε πῶς ἀπαντᾶ στοὺς χώρους αὐτοὺς τὸ ρῆμα νοῶ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐτυμολογικὴ συγγένεια πρὸς τὸ ὄνομα «νοῦς» εἶναι προφανής.
Ἡ γνώση τῆς σημασιολογικῆς καὶ ἐννοιολογικῆς διαδρομῆς τοῦ «νοῶ» θὰ συμβάλει ἀσφαλῶς στὴν πληρέστερη κατανόηση τοῦ θέματος «περὶ τῆς καθόδου τοῦ νοῦ στὴν καρδιά», τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε.
Νοῶ [1]
Τὸ ρῆμα «νοῶ» εἶναι συνηρημένο: νοέω-ῶ [2].
Ἡ σημασιολογικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ διαδρομὴ τοῦ «νοῶ» εἶναι παράλληλη πρὸς ἐκείνη τοῦ ὀνόματος «νοῦς».
Ἂς δοῦμε κάποιες ἀπὸ τὶς πολλὲς σημασίες καὶ ἔννοιες μὲ τὶς ὁποῖες ἔχει χρησιμοποιηθεῖ.
- Ἡ πιὸ συνήθης εἶναι ἀσφαλῶς ἐκείνη τοῦ συλλαμβάνω μὲ τὸν νοῦ, ἀντιλαμβάνομαι, κατανοῶ.
- Χρησιμοποιεῖται ἐπίσης μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νομίζω, θεωρῶ κάτι ὡς σωστὸ ἢ λάθος, ἀληθὲς ἢ ψευδές.
- Γνωστὴ βέβαια εἶναι καὶ ἡ χρήση του μὲ τὴν ἔννοια τοῦ σκέπτομαι, διανοοῦμαι.
Γιὰ ὅλα μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλεις, ἔλεγε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἀμφιβάλλεις. Ἀλλὰ ἀμφιβάλλεις σκεπτόμενος. Εἶσαι συνεπῶς ἕνα σκεπτόμενο ὂν (σκεπτόμενο ὑποκείμενο)· αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ θέσεις ὑπὸ ἀμφισβήτηση.
Μὲ αὐτὴν τὴν διανοητικὴ περὶ ὑπάρξεως ἀντίληψη δὲν μποροῦμε φυσικὰ νὰ συμφωνήσουμε.
Ἐμεῖς δὲν θὰ ποῦμε «σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω». Θὰ ποῦμε·
Ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω [3].
Δὲν εἴμαστε οἱ μόνοι ποὺ δὲν συμφωνοῦμε. Ἡ καρτεσιανὴ διατύπωση δὲν ἔμεινε χωρὶς κριτική, εἰρωνικὴ ἀντιμετώπιση ἢ καὶ προσπάθεια ἀποδομήσεώς της, ἰδίως στὴν σύγχρονη κουλτούρα.
Ἐνδεικτικά, παραθέτουμε ἕνα χιουμοριστικὸ σκίτσο τοῦ Ἀρκᾶ, σχετικὸ μὲ τὴν ὡς ἄνω ρήση:
- Τὸ «νοῶ» σημαίνει ἐπίσης καταλήγω σὲ συμπέρασμα, ἐπινοῶ, μηχανεύομαι, σχεδιάζω.
- Τὸ χρησιμοποιοῦμε ἐπὶ πλέον γιὰ νὰ δηλώσουμε ὅτι κάτι εἶναι ἀδύνατο ἢ ἀσύστατο ἄνευ ὁρισμένων προϋποθέσεων. Π.χ. «δὲν νοεῖται σχολεῖο χωρὶς δασκάλους»· «δὲν νοεῖται κράτος χωρὶς νόμους»· «δὲν νοεῖται οἰκογένεια χωρὶς ἀρχές».
- Εἰδικώτερα, «νοῶ» σημαίνει «χρησιμοποιῶ τὸν νοῦ γιὰ νὰ κάνω λογικοὺς συλλογισμοὺς μὲ βάση τὰ ἑκάστοτε δεδομένα» (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικὸ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας).
Γνωστὲς ἐκφράσεις μὲ τὸ ρῆμω «νοῶ»
- «Ὁ νοῶν νοείτω»· ὅποιος ἔχει νοῦν ἂς καταλάβει [4].
- «Οὗλος ὁρᾷ, οὗλος δὲ νοεῖ, οὗλος δὲ τ’ ἀκούει»· ὁλόκληρος (ὁ ἄνθρωπος) βλέπει, ὁλόκληρος νοεῖ, ὁλόκληρος καὶ ἀκούει. Οἱ αἰσθήσεις καὶ ἡ σκέψη δηλαδὴ δὲν λειτουργοῦν ἀποσπασματικὰ καὶ ἀνεξάρτητα, ἀλλ' ἑνιαίως.
Τὸ «νοῶ» στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη
Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφερόμενος στοὺς προγενεστέρους αὐτοῦ φιλοσόφους (Ἐμπεδοκλῆς, Δημόκριτος κ.ἄ.) λέει ὅτι «πάντες οὗτοι τὸ νοεῖν σωματικὸν ὥσπερ τὸ αἰσθάνεσθαι ὑπολαμβάνουσιν, καὶ αἰσθάνεσθαί τε καὶ φρονεῖν τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον» (Περὶ ψυχῆς 427a26-28)· δηλαδὴ θεωροῦν ὅτι τὸ νοεῖν (νόηση) εἶναι κάτι σωματικό, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ αἴσθηση (τὸ αἰσθάνεσθαι).
Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν διέκριναν οἱ φιλόσοφοι ἐκεῖνοι τὴν νόηση ἀπὸ τὴν αἴσθηση. Πίστευαν ὅτι ἡ σκέψη εἶναι σωματικὴ λειτουργία, ὅτι ἐξαρτᾶται δηλαδὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὅπως ἡ ὅραση καὶ ἡ ἀκοή.
Ὁ Ἀριστοτέλης διαφοροποιεῖται. Ὑποστηρίζει ὅτι ἡ νόηση (τὸ νοεῖν) δὲν ταυτίζεται ἀπολύτως μὲ τὴν αἴσθηση· ἐκκινεῖ ἀπὸ αὐτήν, ὅμως ἀποτελεῖ διακριτὴ λειτουργία.
Τὴν ἀντίληψη αὐτὴ ἐξέφρασε συνοπτικὰ ἡ μεσαιωνικὴ λατινικὴ παράδοση μὲ τὴν ἀκόλουθη φράση, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε καὶ θεμέλιο λίθο τοῦ φιλοσοφικοῦ ἐμπειρισμοῦ: Nihil est in intellectu quod non prius fuerit in sensu (οὐδὲν ἐν τῇ νοήσει, ὃ μὴ πρότερον ἐν τῇ αἰσθήσει)· τίποτε δὲν ὑπάρχει στὴ νόηση ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε προηγουμένως στὴν αἴσθηση.
Στὸν Πλάτωνα (περιττὸ μᾶλλον νὰ τὸ ποῦμε) ἡ διάκριση «νοεῖν» καὶ «ὁρᾶν» (αἰσθάνεσθαι) ἀπαντᾶ στὴν ὀξυτέρα μορφή της: «τὰς δ᾽ αὖ ἰδέας νοεῖσθαι μέν, ὁρᾶσθαι δ᾽ οὔ»· τὶς Ἰδέες τὶς νοοῦμε, δὲν τὶς βλέπουμε (Πολιτεία 507b).
![]() |
| Ὁ θεῖος Ὅμηρος |
Πηγαίνοντας πιὸ πίσω καὶ φθάνοντας στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας, στὰ ὁμηρικὰ ἔπη, διαπιστώνουμε ὅτι τὸ νοεῖν συνδέεται μὲ τὴν φυσικὴ ὅραση, ἀλλὰ καὶ διακρίνεται ἀπὸ αὐτήν.
Στὴν Ἰλιάδα (Ο 422) διαβάζουμε: «Ἕκτωρ δ᾽ ὡς ἐνόησεν ἀνεψιὸν ὀφθαλμοῖσιν». Ἀντὶ ὁ ποιητὴς νὰ πεῖ «εἶδε μπροστὰ στὰ μάτια του», λέει «ἐνόησεν».
Καὶ στὴν τελευταία ραψωδία τοῦ ποιήματος αὐτοῦ ἀπαντᾶ ἡ ἴδια σύνδεση: «αὐτὸς ἐν ὀφθαλμοῖσι νοήσας» (Ἰλιὰς Ω 294)· νὰ τὸ δεῖς ὁ ἴδιος.
Ὁ Ὅμηρος ἐν τούτοις διακρίνει, ὅπως εἴπαμε, τὸ ἁπλῶς ὁρᾶν ἀπὸ τὸ νοεῖν. Ὁ νοῦς δὲν βλέπει ἁπλῶς, νοεῖ. Ἀπὸ τὴν ὅραση προέρχεται βεβαίως ἡ πληροφορία, ὅμως ὁ νοῦς προχωρεῖ πέραν τῆς αἰσθήσεως, καὶ πέραν τῆς ἁπλῆς ἀντιλήψεως.
Ἀναφέρουμε δύο ἀκόμη (ἀπὸ τὰ πολυάριθμα) παραδείγματα:
- «τὸν δὲ ἰδὼν ἐνόησε»· τὸν εἶδε καὶ τὸν ἐγνώρισε (Ἰλιὰς Λ 599)·
- «οὔ σέ γ᾽ ἔπειτα ἴδον, κούρη Διός, οὐδ᾽ ἐνόησα νηὸς ἐμῆς ἐπιβᾶσαν, ὅπως τί μοι ἄλγος ἀλάλκοις»· δὲν σὲ εἶδα πιά, κόρη τοῦ Δία, μήτε σὲ ἐνόησα [5] στὸ πλοῖο μου, νὰ μοῦ σταθεῖς στὰ πάθια (Ὀδύσσεια Ν 318).
Πολὺ σημαντικὴ γιὰ τὸ θέμα μας εἶναι ἡ σύνδεση τοῦ «νοῶ» μὲ τὸ «θυμὸς» καὶ τὸ «οἶδα».
Λέει ὁ Τηλέμαχος στὴν μητέρα του Πηνελόπη: «μῆτερ ἐμή [...] αὐτὰρ ἐγὼ θυμῷ νοέω καὶ οἶδα ἕκαστα, ἐσθλά τε καὶ τὰ χέρεια· πάρος δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα»· δηλαδὴ συλλογίζομαι βαθιὰ τὸ κάθε τι καὶ ξέρω πλέον νὰ διακρίνω τόσο τὸ καλὸ ὅσο καὶ τὸ χειρότερο· δὲν εἶμαι πιὰ ἀνέμελο παιδὶ (Ὀδύσσεια Σ 228-229).
Τὸ νοῶ ἐδῶ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἐσωτερικῆς νοητικῆς ἐπεξεργασίας.
Ὁ θυμὸς τὴν ἔννοια τῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς δυνάμεως.
Τὸ οἶδα [6] τὴν ἔννοια τῆς βαθιᾶς, ὥριμης καὶ βεβαίας γνώσεως.
Ἡ σύνδεσή τους ἀποτελεῖ θεμελιώδη πτυχὴ τῆς ὁμηρικῆς σημασιολογίας τοῦ νοεῖν.
👉 Μπορεῖτε νὰ πατήσετε ἐδῶ γιὰ τὴν ὁμιλία
Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς Ἰλιάδος διαβάζουμε: «οὐδ᾽ ἐνόησε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν» (Ἰλιὰς Υ 264).
Φρένες (φρήν, φρενὸς) στὸν ὁμηρικὸ λόγο εἶναι τὸ κέντρο τῆς σκέψεως, τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιγνώσεως — δὲν ταυτίζονται μὲ τὴν μεταγενέστερη ἔννοια τοῦ νοῦ.
Θυμὸς εἶναι τὸ δυναμικὸ στοιχεῖο τῆς ψυχῆς, ἡ ζωτική της ὁρμή, ὁ πυρῆνας της.
Ἔτσι, τὸ «οὐδ᾽ ἐνόησε κατὰ φρένα» σημαίνει «δὲν συνέλαβε τὸ γεγονὸς σὲ ἐπίδεπο νοήσεως καὶ φρονήσεως».
Τὸ δὲ «οὐδ' ἐνόησε κατὰ θυμὸν» δηλώνει ὅτι δὲν συνειδητοποίησε βαθιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν μπόρεσε νὰ τὸ κάνει βίωμά του [7].
Ἕνα ἀρχαῖο γνωμικὸ λέει:
- «Φρεσὶ θεῖα νοοῦνται» (Δημόκριτος 29).
Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν πρώϊμη ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη, ὅπως ἐκείνη τοῦ Ξενοφάνους καὶ τοῦ Παρμενίδου. Στὸ πλαίσιο αὐτό, τὸ θεῖον νοεῖται ὡς πραγματικότης ποὺ προσεγγίζεται μὲ τὴν νοητικὴ σύλληψη καὶ ὄχι μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων.
Τὸ «νοῶ» στὴν Παλαιὰ Διαθήκη
Ἡ συνήθης χρήση τοῦ «νοῶ» στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀνταποκρίνεται στὴν ἔννοια τοῦ κατανοῶ, ἀντιλαμβάνομαι, κρίνω, διακρίνω, σκέπτομαι συνετά, βάζω μυαλό, λογικεύομαι (βλ. Β΄ Βασ. ιβ΄ 19. Ἰὼβ ιε΄ 9· λγ΄ 3. Παροιμ. α΄ 2, 3· η΄ 6· κ΄ 24· κη΄ 5· κθ΄ 7, 19· λ΄ 18. Σοφ. Σολ. δ΄ 14, 17. Σοφ. Σειρ. ι΄ 7· λα΄ 15. Ἰερ. ι΄ 21· κ΄ 11· κγ΄ 20. Ἐπ. Ἱερ. 42. Δαν. ιβ΄ 10. Β΄ Μακ. ιδ΄ 30. Δ΄ Μακ. δ΄ 7) [8].
Ἀπαντᾶ ἐπίσης τὸ «νοῶ» καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἑρμηνείας παραβολικῶν καὶ ἄλλων λόγων: «νοήσει τε παραβολὴν καὶ σκοτεινὸν λόγον ρήσεις τε σοφῶν καὶ αἰνίγματα» (Παροιμ. α΄ 6. Πρβλ. Σοφ. Σειρ. ιδ΄ 21).
Ἐξόχως σπουδαία εἶναι γιὰ τὸ θέμα μας ἡ σύνδεση τοῦ ρήματος μὲ τὴν ἔννοια τῆς καρδίας:- «καὶ οὐκ ἀπεκρίθη, καὶ οὐκ ἐνόησεν ἡ καρδία αὐτῆς» (Α΄ Βασ. δ΄ 20).
- «ἐὰν νοήσῃ τῇ καρδίᾳ ἐπιστραφῆναι πρὸς Κύριον» (Ἰὼβ λγ΄ 23).
- «καρδία σοφοῦ νοήσει τὰ ἀπὸ τοῦ ἰδίου στόματος, ἐπὶ δὲ χείλεσι φορέσει ἐπιγνωμοσύνην» (Παροιμ. ις΄ 23).
- «ὁ γὰρ μωρὸς μωρὰ λαλήσει, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ μάταια νοήσει τοῦ συντελεῖν ἄνομα καὶ λαλεῖν πρὸς Κύριον πλάνησιν» (Ἡσ. λβ΄ 6).
- «οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν» (Ἡσ. μδ΄18).
- «καὶ εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔσομαι ἄρχουσα· οὐκ ἐνόησας ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ σου, οὐδὲ ἐμνήσθης τὰ ἔσχατα» (Ἡσ. μζ΄7).
Τὸ «νοῶ» χρησιμοποιεῖται ἐπίσης καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς μεγάλης προσοχῆς.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς σημασιολογικῆς μετατοπίσεώς του ἀπὸ τὸ «ἁπλῶς κατανοῶ» στὸ «ἐξετάζω μετὰ προσοχῆς, συλλογίζομαι ἐνδελεχῶς, ἐλέγχω νοητικῶς» ἀποτελεῖ τὸ ἀκόλουθο χωρίο: «διέλθετε εἰς νήσους Χεττιεὶμ καὶ ἴδετε, καὶ εἰς Κηδὰρ ἀποστείλατε καὶ νοήσατε σφόδρα, καὶ ἴδετε εἰ γέγονε τοιαῦτα» (Ἱερ. β΄ 10).
Νὰ σταθοῦμε καὶ σὲ μία ἄλλη ἔννοια τοῦ «νοῶ», ποὺ περιέχεται στὸν ἑξῆς θαυμάσιο στίχο τοῦ βιβλίου τῶν Παροιμιῶν: «ἐὰν δὲ ἐλέγχῃς ἄνδρα φρόνιμον, νοήσει αἴσθησιν» (Παροιμ. ιθ΄ 25).
Τὸ νοήσει αἴσθησιν, σημαίνει θὰ συναισθανθεῖ, θὰ κατανοήσει δηλαδὴ ἐσωτερικὰ τὸν ἔλεγχο καὶ θὰ συνετισθεῖ μὲ ἐπίγνωση. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς τόσο ὄμορφες, ποιητικὲς ἀποδόσεις τῶν Ο΄ (Ἑβδομήκοντα) μεταφραστῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Δεῖγμα ἀπαράβλητης σοφίας ὅμως ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἀπόδοση μιᾶς ὅλως ἰδιότυπης ἑβραϊκῆς ἐκφράσεως, ποὺ περιέχεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπόμενα κεφάλαια τῶν Παροιμιῶν:
«Ἐὰν καθίσῃς δειπνεῖν ἐπὶ τραπέζης δυναστῶν, νοητῶς νόει τὰ παρατιθέμενά σοι» (Παροιμ. κγ΄ 1)· δηλαδὴ πρόσεχε πολὺ τί ἀκριβῶς σοῦ προσφέρουν.
Τὸ «νοητῶς νόει» ἐμεῖς σήμερα θὰ τὸ ἀπορρίπταμε, ὡς πλεοναστικὴ ἢ ταυτολογικὴ ἔκφραση. Στοὺς Ο΄ ὅμως, ποὺ ὑπῆρξαν βαθεῖς γνῶστες τόσο τῆς ἑβραϊκῆς ὅσο καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἡ φαινομενικὴ αὐτὴ ταυτολογία εἶναι λειτουργικὰ ἐπιτηδευμένη (σκόπιμη) καὶ ἐντάσσεται σὲ ἕνα εὐρύτερο ἑρμηνευτικὸ σχῆμα.
Οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες ἀντιμετώπισαν τὴν πρόκληση νὰ ἀποδώσουν στὴν κοινὴ ἀλεξανδρινὴ (ἑλληνικὴ τῆς ἐποχῆς) δομὲς τῆς ἑβραϊκῆς γλώσσας, ποὺ δὲν ἔχουν ἀκριβὲς ἀντίστοιχο.
Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι τὸ λεγόμενο ἀπόλυτο ἀπαρέμφατο (absolute infinitive / אינפיניטיב מוחלט): ρηματικὴ μορφὴ ποὺ συχνὰ συνδυάζεται μὲ ἄλλη τῆς ἴδιας ρίζας, προκειμένου νὰ ἀποδώσει ἔμφαση, βεβαιότητα ἢ τροπικὴ ἐνίσχυση.
Οἱ Ο΄ ἀποδίδουν αὐτὲς τὶς γλωσσικὲς δομὲς διατηρῶντας τὸ σχῆμα τῆς ἐπαναλήψεως. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν βέβαια δημιουργοῦνται ἐκφράσεις ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν κλασικὴ ἑλληνικὴ αἴσθηση οἰκονομίας τοῦ λόγου — ἐκ πρώτης ὄψεως μάλιστα θὰ μποροῦσαν νὰ ἐκληφθοῦν ἀκόμη καὶ ὡς βαρβαρισμοί. Ὅμως εἶναι τόσο ἀριστοτεχνικὰ διατυπωμένες, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ξενίζουν, ἀλλὰ καὶ ἀποπνέουν αἴσθηση ὑψηλῆς ποιητικῆς πνοῆς.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον, σὺν τοῖς ἄλλοις, φανερώνει καὶ τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν μορφολογικὴ ἀπόδοση καὶ τὴν σημασιολογικὴ λειτουργία τοῦ ἑβραϊκοῦ σχήματος:
«ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. β΄ 17)· τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ φάγετε ἀπὸ αὐτό, ἐξάπαντος θὰ πεθάνετε.
Στὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο:
בְּיוֹם אֲכָלְךָ מִמֶּנּוּ מוֹת תָּמוּת
be-yôm ’akholkha mimmennu môt tâmût
«τὴν ἡμέραν τοῦ φαγεῖν σου ἀπ’ αὐτό, πεθαίνοντας θὰ πεθάνεις».
Ἄλλα παραδείγματα:
- «ζηλῶν ἐζήλωσα» (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 10, 14) = ἐζήλωσα μὲ μέγαν ζῆλον.
- «ἀκοῇ ἀκούσετε» (Ἡσ. ς΄ 9) = θὰ ἀκούσετε πολὺ καλὰ μὲ τὰ αὐτιά σας — ὅμως δὲν θὰ καταλαβαίνετε.
- «βλέποντες βλέψετε» (Ἡσ. ς΄ 9) = θὰ βλέπετε πολὺ καλὰ μὲ τὰ μάτια σας — ὅμως δὲν θὰ ἀντιλαμβάνεσθε.
- «εὐλογῶν εὐλογήσω σε» (Γεν. κβ΄ 17) = θὰ σὲ εὐλογήσω πλουσίως, πέραν πάσης ἀμφιβολίας.
- «πληθύνων πληθυνῶ σε» (Γεν. κβ΄ 17) = θὰ σὲ πληθύνω σφόδρα, θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου.
- «πορευόμενοι ἐπορεύοντο» (πρβλ. Ἐξ. ιδ΄ 19) = συνέχιζαν σταθερὰ τὴν πορεία τους.
Θὰ περάσουμε τώρα στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα σταθοῦμε σὲ ἕνα χωρίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος:«Εἰ δὲ δύναμιν καὶ ἐνέργειαν ἐκπλαγέντες νοησάτωσαν ἀπ᾿ αὐτῶν πόσῳ ὁ κατασκευάσας αὐτὰ δυνατώτερός ἐστιν· ἐκ γὰρ μεγέθους καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αὐτῶν θεωρεῖται» (Σοφ. Σολ. ιγ΄ 4-5).
Τὸ χωρίο αὐτὸ ἀπηχεῖ τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀλήθεια μὲ τὸ γνωστὸ τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς:
Καὶ στὰ δύο αὐτὰ χωρία ἡ θεία δύναμις καὶ τελειότης καθίστανται νοητὲς διὰ τῶν κτισμάτων.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη χρησιμοποιεῖ καὶ τὶς συγγενεῖς πρὸς τὸ «νοῶ» λέξεις νοερός, νόημα, νοήμων, νόησις, νοητῶς.
Τὸ «νοῶ» στὴν Καινὴ Διαθήκη
Εἴδαμε πιὸ πάνω ὅτι καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη (Σοφ. Σολ. ιγ΄ 4-5) καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη (Ρωμ. α΄ 20) μᾶς λένε πὼς μὲ τὸν νοῦ μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν ἀΐδιο δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τελειότητά του, μέσα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα.
Δὲν μιλάει ἀσφαλῶς ἐδῶ ἡ Γραφὴ γιὰ ἐξωτερικὴ νοητικὴ σύλληψη, ἀλλὰ γιὰ βαθύτερη ἐσωτερικὴ κατανόηση.
Στὴν Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ἡ κατανόηση αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν πίστη:
«Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι» (Ἑβρ. ια΄ 3)· δηλαδὴ μὲ τὴν πίστη καὶ ὄχι μὲ τὶς αἰσθήσεις κατανοοῦμε καὶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὁρατὸς κόσμος δημιουργήθηκε ἄρτιος καὶ ἁρμονικὸς μὲ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὅσα βλέπουμε νὰ μὴν προέρχονται ἀπὸ πράγματα ποὺ φαίνονται (ἀλλὰ ἀπὸ κάτι ποὺ δὲν φαίνεται) [9].
Βλ. βίντεο μὲ σχετικὴ ὁμιλία μας, ἀκολουθῶντας τὸν σύνδεσμο:
https://www.youtube.com/watch?v=KV_vfJgZHP8
ἢ διάβασε τὸ περιεχόμενό της πατῶντας ἐδῶ:
https://pdimtheodor.blogspot.com/2026/05/1.html.
Νὰ σημειώσουμε τέλος ὅτι στὴν Κ.Δ. χρησιμοποιεῖται καὶ ἡ λέξη «νόημα» (βλ. Β΄ Κορ. β΄ 11· γ΄ 14· δ΄ 4· ι΄ 5· ια΄ 3. Φιλ. δ΄ 7).
Λεξιλόγιον (νοῦς - νοῶ)
(κατὰ ἀλφαβητικὴ σειρά):
1. Σύνθετα
Ἀμφινοῶ (ἀμφιβάλλω), ἀνανοῶ (ἀναλογίζομαι, φέρνω στὴν μνήμη μου), ἀνόητος, ἄνοια, ἄνους, ἀνυπονόητος, ἀπόνοια, ἀπονοοῦμαι (χάνω τὸν νοῦ μου, εἶμαι σὲ ἀπόγνωση· «ἀπονενοημένο διάβημα»), ἀπρονόητος,
διάνοια, διανοῶ/διανοοῦμαι (ἔχω τὸν νοῦ μου, σκέπτομαι, μελετῶ, στοχάζομαι), δυσνόητος,
ἐκνοῶ (ἐπινοῶ, μηχανεύομαι), ἔννοια, ἐννοῶ, ἐπινόημα, ἐπίνοια, ἐπινοῶ, εὔνοια, εὔνους,
κατανόημα, κατανοῶ,
μετάνοια, μετανοῶ,
ὁμόνοια,
παράνοια, παρανοῶ, περινοῶ (εὐφυῶς ἐπινοῶ), πρόνοια, προνοῶ, προσκατανοῶ (διακρίνω, κατανοῶ ἐπιπλέον), προσνοῶ (νοῶ συμπληρωματικῶς),
συνεννοῶ (ἔχω συγχρόνως στὸν νοῦ)/συνεννοοῦμαι, σύννοια, συννοῶ (σκέπτομαι συγκεντρωμένος εἰς ἑαυτόν),
ὑπερνοῶ (σκέπτομαι ὑπεράνω τοῦ συνηθισμένου), ὑπόνοια, ὑπονοῶ.
2. Παράγωγα
Νοερός.
Νοερότης.
Νόημα· ὅ,τι διανοεῖται κανεὶς ἢ βάζει στὸν νοῦ του, ἰδέα — ἀπαντᾶ καὶ τὸ ὑποκοριστικὸν νοημάτιον.
Νοήμων.
Νοήρης· ἔχων νοῦν.
Νόησις· ἡ διὰ τοῦ νοὸς ἀντίληψις, σκέψις· ἀντίθετον τοῦ «αἴσθησις». Στὸν Πλάτωνα ἀντιστοιχεῖ σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς διανοίας (Πολιτεία 511d).
Μετὰ προθέσεων ἡ λέξη νόησις σχηματίζει: διανόησις, ἐννόησις, ἐπινόησις, κατανόησις, παρανόησις, συνεννόησις κ.ἄ.
Νοητικός.
Νοητός· γνωστὸς ὁ στίχος τοῦ Ἐλύτη ἀπὸ τὸ Ἄξιόν ἐστι: «τῆς δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ». Νοητὸς Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ Χριστός.
Νοότης· νοητικότης, τὸ νοητικόν.
3. Συνώνυμα
Διαλογίζομαι, ἐνθυμοῦμαι, ἐννοῶ, θεωρῶ, λογίζομαι, σκέπτομαι, σκοπῶ/σκοποῦμαι, στοχάζομαι, συλλογίζομαι κ.ἄ.
4. Περιφράσεις
Εἰς ἀπόνοιαν καθίσταμαι (ἀπονοοῦμαι).
Εἰς ἐπίνοιάν τινος ἔρχομαι (ἐπινοῶ).
Ἐν τῷ νῷ ἔχω (ἔχω κάποιον ἢ κάτι στὸν νοῦ μου).
Ἔχω ἢ λαμβάνω ἔννοιάν τινος (σκέπτομαι κάποιον ἢ κάτι, τὸν/τὸ διατηρῶ στὸν νοῦ μου).
Πρόνοιαν ποιοῦμαι ἢ ἔχω τινὸς (προνοῶ) κ.ἄ.
5. Λατινικὰ
cogito → ἐνέργεια σκέψεως (νοεῖν), διανοητικὴ σύλληψις.
animadverto → παρατηρῶ, προσέχω νοητικῶς, ἐπισημαίνω.
concipio (animo) → συλλαμβάνω νοητικῶς.
in animo verso → ἀναθεωρῶ σκέψεις, ἀναστοχάζομαι.
mente ago → ἐνεργῶ κατὰ τὸν νοῦν, διανοοῦμαι.
mente agito → διαλογίζομαι, περιστρέφω σκέψεις στὸν νοῦ.




.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι πραγματεῖες, ὥστε νὰ ἐξαντλοῦν ἕνα θέμα. Περισσότερο προβληματισμοὺς εἰσάγουν καὶ ἀφορμὲς γιὰ σκέψη καὶ διάλογο. Γι' αὐτὸ καὶ τὰ καλοπροαίρετα σχόλια εἶναι εὐπρόσδεκτα ἐδῶ, μᾶλλον δὲ καὶ ἐπιθυμητά. Εὐπρόσδεκτες ἐπίσης εἶναι καὶ οἱ ἐρωτήσεις. Ὁ δὲ διάλογος ἐνθαρρύνεται ὅλως ἰδιαιτέρως .